Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (8 π.μ.)

 
Εκκλς 7. Σπίτι του Μπλουμ. 8 η ώρα το πρωί. Με τη μυρωδιά ενός τηγανιτού χοιρινού νεφρού μάς συστήνεται ο σπουδαιότερος ήρωας της παγκόσμιας λογοτεχνίας! Διαβάζουμε τις πρώτες σελίδες του κεφαλαίου περισσότερο με τις ρινικές απολήξεις μας παρά με τα οπτικά μας νεύρα. Ο εβραίος, από πατέρα, ουγγρικής καταγωγής Λεοπόλδος Μπλουμ ετοιμάζει πρωινό στην κουζίνα του σπιτιού του, για την γυναίκα του Μόλλυ που χουζουρεύει ακόμα στο κρεβάτι αλλά και για τον ίδιο.  
 
[...] Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το πρότυπο αυτό ήταν ο Ετόρε Σμιτζ, του οποίου ο παππούς καταγόταν από την Ουγγαρία, είχε το ίδιο μουστάκι που ο Τζόυς έδωσε στον Μπλουμ και, ακριβώς όπως και ο Μπλουμ, είχε σύζυγο και θυγατέρα. (...) Ο Σμιτζ ήταν από πολλές απόψεις διαφορετικός από τον Μπλουμ. Είχε όμως παντρευτεί Χριστιανή, είχε αλλάξει το όνομά του (έστω και αν το είχε κάνει για λογοτεχνικούς λόγους), γνώριζε κάπως τα εβραϊκά έθιμα και είχε την φιλικά ειρωνική ματιά του Μπλουμ για τη ζωή. Ο Τζόυς δεν μπορούσε να υποφέρει τα εσωτερικά όργανα των βοοειδών και των πουλερικών, ενώ ο Σμιτζ, όπως και ο Μπλουμ, τρελαινόταν γι' αυτά. Βέβαια ορισμένες απ' αυτές τις ομοιότητες είναι μικρές, αλλά ο Τζόυς είχε μάτι αράχνης.
 

 
Στην σύντομη εξόρμησή του προς το κοντινό κρεοπωλείο, συναντά εκεί και γλυκοκοιτάζει την υπηρέτρια του γειτονικού σπιτιού και εύχεται να επισπεύσει ο κρεοπώλης τις διαδικασίες ώστε να την ακολουθήσει στον δρόμο της επιστροφής. Ο κύριος Μπλουμ έδειξε γρήγορα. Για να προλάβει και να περπατήσει πίσω της, αν πήγαινε αργά, πίσω από τα κουνιστά καπούλια της. Ευχάριστο να βλέπει κανείς πρώτο πράγμα το πρωινό. Βιάσου να πάρει ο διάολος. Εδώ βλέπουμε τις πρώτες «άσωτες» σκέψεις του Μπλουμ (οι οποίες στο επόμενο κεφάλαιο θα αποκτήσουν πιο σαφές και ξεκάθαρο «σώμα») που έρχονται σε αντιπαράθεση με την αμέσως επόμενη σκηνή, μόλις επιστρέφει δηλαδή στο σπίτι και βρίσκει δύο γράμματα, ένα από την κόρη του Μίλλυ και ένα ακόμα που φέρει την αγενή (για τον άντρα περισσότερο, μιας παντρεμένης γυναίκας) ένδειξη στο φάκελο, «Κυρία Μάριον Μπλουμ». Το κεντρί της ζήλιας τον τρυπά. Το χτυποκάρδι του έπεσε αμέσως. Θρασύς γραφικός χαρακτηρας. Κυρία Μάριον. Το γράμμα προς την Μόλλυ προέρχεται από τον Μπλέιζες Μπόυλαν, ερωτικό αντίζηλο του Μπλουμ, που φέρνει το πρόγραμμα μιας όπερας στην οποία η Μόλλυ θα τραγουδήσει. 
 
Στο γράμμα της Μίλλυ και στις αντιδράσεις του Μπλουμ κατά την ανάγνωσή του βλέπουμε την αμφίδρομη σχέχη αγάπης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους. Ο Μπλουμ παρουσιάζεται ως ένας τρυφερός και ανήσυχος πατέρας που βλέπει την έφηβη κόρη του να κάνει τα πρώτα μοναχικά της βήματα στη ζωή. Η Μίλλυ δουλεύει σε ένα φωτογραφείο στο Μάλλινγκαρ και ετοιμάζεται για ένα πικνικ με φίλους και έναν νεαρό σπουδαστή που γνώρισε, τον Μπάννον.
 
Ε, λοιπόν: αυτή ξέρει να προσέχει τον εαυτό της. Αλλά αν όχι; Όχι, τίποτα δεν συνέβη. Φυσικά θα μπορούσε. Περίμενε τέλος πάντων μέχρι να συμβεί. Ένα ακατέργαστο κομμάτι αγαθών. Τα λεπτοκαμωμένα πόδια της να ανεβαίνουν τρέχοντας τις σκάλες. Ωριμάζει τώρα. Ματαιόδοξη: πολύ.
 
Πολύ νωρίς στο βιβλίο, ο Τζόυς προαναγγέλει την εμφάνιση της Μίλλυ, ήδη από το πρώτο κεφάλαιο, σε μια συζήτηση στην οποία συμμετέχει και ο Στέφανος.
 
- Ακόμη εκεί; Πήρα μια κάρτα από τον Μπάννον. Λέει ότι βρήκε ένα γλυκό νεαρό πλάσμα εκεί κάτω. Τη φωνάζει φωτοκόριτσο.
 

 
Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι μια πρώτη γνωριμία των αναγνωστών με τον σύγχρονο Οδυσσέα. Περισσότερο υπαινίσσονται πράγματα και γεγονότα παρά λέγονται ευκρινώς. Η Μόλλυ καθ' όλη τη διάρκεια του κεφαλαίου δεν φεύγει από το κρεβάτι της, παραπέμποντας νοερά στην ομηρική Καλυψώ και στο νησί της, από όπου εξουσίαζει τον Οδυσσέα. Ο Μπλουμ φαίνεται να είναι δέσμιος της «εξουσίας» της φέρνοντάς της πρωινό στο κρεβάτι, ανοίγοντας τις κουρτίνες, ψάχνοντας και σηκώνοντας ένα πεταμένο βιβλίο από το πάτωμα από το οποίο θέλει να τον ρωτήσει για την «δυσνόητη» έννοια της λέξης «μετεμψύχωση». Αν για να συγκροτήσει την εξωτερική εικόνα της Μόλλυ Μπλουμ ο Τζόυς αξιοποίησε ψήγματα από την κυρία Τσανς, τη σινιόρα Σάντος, τη σινιόρα Πόπερ και την κόρη του Ματ Ντίλον, για τον τρόπο σκέψης της το πρότυπο το είχε κατ' οίκον. Η Νόρα Τζόυς διέθετε ένα ανάλογο χάρισμα πυκνής, δηκτικής έκφρασης, κάτι που ενθουσίαζε τον Τζόυς όσο και τον Μπλουμ. Όπως και η Μόλλυ, δεν συμπαθούσε τη διανόηση· και ακριβώς όπως και η Μόλλυ ήταν προσκολλημένη στον άντρα της χωρίς να αισθάνεται δέος γι' αυτόν. Όταν εκείνος της εξηγεί την έννοια της λέξης «μετεμψύχωση» εκείνη ξεσπά:  
 
- Ω, διάβολε! είπε αυτή. Πες το μας με απλά λόγια
 
Ο Οδυσσέας θεωρήθηκε βλάσφημο και άσεμνο βιβλίο στην εποχή του αλλά μιας και ο Τζόυς είχε αποφασίσει να φέρει στο φως κάθε κρυφή και ποταπή ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν είχε χρόνο να ακούει τις αντιτιθέμενες φωνές, ειδικά εκείνες που δεν είχαν διαβάσει το βιβλίο. Όταν βάζει την Μόλλυ να λέει για ένα βιβλίο που μόλις έχει τελειώσει, Δεν είναι τίποτα άσεμνο σ' αυτό, είναι σαν να αποφαίνεται για την αθωότητα ολόκληρου του Οδυσσέα! Ο Μπλουμ κατουράει, αποπατεί, αυνανίζεται, καταβροχθίζει, μικρολογεί, κοκορεύεται, είναι δουλικός. Είναι λάγνος, δειλός, μηχανορράφος. Είναι όμως, επίσης, ευγενής, τολμηρός, γενναιόδωρος, αγαπά, είναι αξιοπρεπής. Τη μια στιγμή συλλογίζεται την αυτοκτονία του πατέρα του και τον θάνατο του μωρού αγοριού του και την άλλη κάνει σαν λιμασμένος για ένα κομμάτι τυρί ή «χαλβαδιάζει» τα πισινά μιας κοπέλας στον δρόμο. Αυτά μας λέει ο Ελευθέριος Ανευλαβής στην εισαγωγή του και ο Μπλουμ προς άμεση επιβεβαίωση, μας τραβολογάει στην τουαλέτα μαζί του, όπου νιώθουμε και μεις την ηδονή που προσφέρει το παρατεταμένο κράτημα ενός γεμάτου εντέρου πριν την εκκένωση. Όχι μεγάλη βιασύνη. Κράτα το λίγο. (...) Στα μισά, με την τελευταία αντίσταση να υποχωρεί, άφησε το έντερό του να αδειάσει αθόρυβα καθώς διάβαζε, διαβάζοντας ακόμη υπομονετικά, ενώ εκείνη η χθεσινή ελαφρά δυσκοιλιότητα είχε φύγει τελειώς. Θαρρείτε πως πια είναι απίθανο να διαβάσετε αυτό το συγκεκριμένο απόσπασμα πάνω από μια αχνίζουσα λεκάνη; Συνέχισε το διάβασμα, καθισμένος ήρεμα πάνω από την ίδια του τη μυρωδιά που ανέβαινε. Το γεγονός ότι σκουπίζεται με την εφημερίδα που διαβάζει, είναι ένα πρώιμο εύγλωττο σχόλιο για όσα θα ακολουθήσουν στο κεφάλαιο «Αίολος»!
 
Η εβραϊκότητα του Μπλουμ υπερτονίζεται όσο εκείνος βρίσκεται στο μαγαζί του εβραίου κρεοπώλη Ντλούγκατζ και παρατηρεί τυχαία μια εφημερίδα που προορίζεται για τύλιγμα των κρεάτων, πάνω στην οποία διαβάζει μια διαφήμιση για μια πρότυπη φάρμα στην παραλίμνια περιοχή της Τιβεριάδας. Αφήνεται σε μια ονειροπόληση γεμάτη βουκολικές και νοσταλγικές αναμνήσεις ενός χαμένου Παράδεισου για να καταλήξει σε μια αντίστροφη πορεία (απαλείφοντας το Καθαρτήριο) στην τωρινή Κόλαση.
 
Ο παλιότερος λαός. Περιπλανήθηκε πολύ μακριά σ' όλη τη γη, αιχμαλωσία στην αιχμαλωσία, πολλαπλασιαζόμενος, θνήσκων, γεννοβολώντας παντού. Κείτεται εδώ τώρα. Τώρα δεν θα μπορούσε να αποδώσει άλλο πια. Νεκρός: μιας γριάς γυναίκας: το γκρίζο ζαρωμένο μουνί του κόσμου. Αφανισμός.
 
 
Το κεφάλαιο Καλυψώ είναι μια εξαιρετική εισαγωγή στα θέματα και στα μοτίβα που θα αξιοποιήσει ο Τζόυς για την σκιαγράφηση του «καθημερινού» του ήρωα. Θέλοντας να μας καλοπιάσει, ο Τζόυς χρησιμοποιεί μια στρωτή γραφή και μια πλοκή που μεγαλώνει την αγωνία μας για την συνέχεια. Μην επαναπαύεστε όμως, οι Λωτοφάγοι που ακολουθούν, ενδεχομένως να σας κάνουν να τα ξεχάσετε όλα!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.