Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (3 μ.μ.)

 
Ο Τζόυς μετά από ένα δύσκολο και απαιτητικό κεφάλαιο συνήθως παρεμβάλει ένα εύκολο για να ισορροπήσει την αναγνωστική εμπειρία του αναγνώστη. Οι «Πλαγκταί Πέτραι» είναι ένα απλό και χαμηλόφωνο κεφάλαιο χωρίς γλωσσικές παρεκτροπές και δομικές περιπλοκές. Τολμώ να πω ότι δεν το απόλαυσα ιδιαίτερα, παρόλα αυτά δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω την εκπληκτική ικανότητα του Τζόυς να κορυφώνει την ένταση στο τέλος κάθε κεφαλαίου.
 
Βρισκόμαστε στους δρόμους του Δουβλίνου στις 3 το μεσημέρι. Ο Τζόυς κρατά στο παρασκήνιο τον Μπλουμ και τον Στέφανο και μας προσφέρει ένα παλίμψηστο φωνών μέσα από τους χαρακτήρες που γνωρίσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια ή και άλλους που κάνουν πρώτη εμφάνιση. Οι χαρακτήρες διαδέχονται ο ένας τον άλλον και οι εξωτερικές φωνές τους δίνουν πρόθυμα την θέση τους και στις εσωτερικές, καθιστώντας τώρα πια, εκείνους τους πρώιμους συγγραφικούς δουβλινέζους πιο ενδιαφέροντες και συναρπαστικούς. Η ζωή ξαφνικά παίρνει μπροστά και η δράση επανακτά μεγάλο μέρος από το χαμένο έδαφος των προηγούμενων κεφαλαίων. Νιώθεις σαν να στέκεσαι καταμεσής ενός δρόμου και όπου στρέφεις το κεφάλι ακούς συζητήσεις και παρατηρείς γεγονότα.
 
Μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο προσώπων και λόγων, ξεχώρισα τρία περιστατικά που σχετίζονται με την ζωή του Τζόυς και πώς αυτός τελικά τα ενσωμάτωσε στο βιβλίο του. Το πρώτο έχει να κάνει με την οικονομική ανέχεια που επικρατούσε στο πατρικό του σπίτι και την σκληρή αντιμετώπιση που επεφύλασσε ο πατέρας στις κόρες του, η οποία μοιραία και αντισταθμιστικά έθρεψε το μίσος από μέρους τους.

- Πήγε να βρει τον πατέρα, είπε η Μάγκυ.
Η Μπούντυ, σπάζοντας μεγάλες μπουκιές ψωμιού μέσα στην κίτρινη σούπα, πρόσθεσε:
- Ο πατέρας μας ο οποίος δεν είναι εν τοις ουρανοίς.
Η Μάγκυ, ένω έχυνε κίτρινη παχιά σούπα στο μπολ της Κέιτυ, αναφώνησε:
- Μπούντυ! Ντροπή!
 
Λίγο παρακάτω υπάρχει και ένας διασκεδαστικός διάλογος ανάμεσα στην κόρη και τον πατέρα, με την κόρη να προσπαθεί να αποσπάσει με τεχνάσματα λίγα λεφτά για να ταΐσει τα μικρότερα αδέρφια και τον πατέρα με ανάλογα τεχνάσματα να επιμένει ότι δεν έχει άλλα λεφτά. Μια γνώριμη κατάσταση για τον έφηβο Τζόυς (που ίσως προσδιόρισε μέσα του και την κάκιστη σχέση που θα είχε με τα λεφτά στην μετέπειτα ζωή του), οικεία και καθημερινή που αποδίδεται εξαιρετικά στο κείμενο.
 
Ένα άλλο μοτίβο που εμφανίζεται στο κεφάλαιο, εκ των βασικότερων που διατρέχουν τον Οδυσσέα, είναι η απιστία (επίσης αυτή η μικρή αναφορά εδώ, μας προετοιμάζει για όσα θαυμαστά θα ακολουθήσουν στο επόμενο κεφάλαιο). Σε μία συζήτηση μεταξύ φίλων του Μπλουμ, ένας εξ αυτών εξιστορεί μια φορά που μέσα σε μία άμαξα βρισκόταν αυτός, ο Μπλουμ με την γυναίκα του και ένας ακόμη. Ο Μπλουμ με τον άλλον κάθονταν στην μια πλευρά της άμαξας και ο αφηγητής με την γυναίκα του Μπλουμ στην απέναντι. Περιγράφει στους φίλους του, πώς με κάθε τράνταγμα της άμαξας η Μόλλυ έπεφτε πάνω του με το ζεστό κορμί της και το πλούσιο στήθος της, πώς μύριζε, πώς κάθε τόσο της έφτιαχνε το γουνάκι στους ώμους. Όση ώρα συνέβαινε αυτό ο Μπλουμ κοίταζε τον ουρανό από το παράθυρο της άμαξας και ονομάτιζε τους αστερισμούς στον συνεπιβάτη που καθόταν δίπλα του. Ο ίδιος ο αφηγητής, μετά το τέλος της αφήγησης, αποφαίνεται συμπερασματικά:
 
Ο Μπλουμ είναι γενικά καλλιεργημένος, είπε σοβαρά. Δεν είναι συνηθισμένη περίπτωση... ξέρεις... Υπάρχει κάτι από καλλιτέχνη στο γερο-Μπλουμ
 

 
Εδώ ο Τζόυς κάνει μία ακόμα νύξη (σαφέστερη σε σύγκριση με το προηγούμενο κεφάλαιο) της ώριμης εκδοχής του καλλιτέχνη που αντιπροσωπεύει ο γερο-Μπλουμ σε αντιδιαστολή με τον καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία που είναι ο Στέφανος. Λίγο παρακάτω στο κεφάλαιο, ο Μπλουμ επισκέπτεται ένα βιβλιοπωλείο για να επιλέξει βιβλίο για την Μόλλυ.
 
Έβαλε παραπέρα τα δυο βιβλία και έριξε μια ματιά στο τρίτο: Ιστορίες του γκέτο υπό Λεοπόλδου φον Ζάχερ-Μάζοχ.
 
Ο Τζόυς επηρεάστηκε από τα βιβλία του Ζάχερ-Μάζοχ (ο προσεκτικός αναγνώστης δεν γίνεται να προσπεράσει την ομοιότητα του μικρού ονόματος του Αυστριακού συγγραφέα με εκείνο του βασικού ήρωα του Οδυσσέα, ακόμα και αν κάτι τέτοιο είναι τυχαίο!) και ενσωμάτωσε τις ιδέες του μέσα στο δικό του κείμενο. Ο Ρίτσαρντ Έλμαν σημειώνει,
 
[…] Η ομοιότητα Στήβεν και Μπλουμ, επιφανειακά τόσο απίθανη, εδραιώνεται με μεγάλη επιδεξιότητα. Ο Τζόυς αξιοποιεί δύο πηγές, και τις δυο από το χώρο της λογοτεχνίας. Η πρώτη είναι ο Λεοπόλδος φον Ζάχερ-Μάζοχ, η δεύτερη ο Γουίλλιαμ Μπλέηκ. Ιδωμένη από τη χειρότερη δυνατή σκοπιά, η παθητικότητα του Μπλουμ μπροστά στην ερωτική πολιορκία της Μόλλυ… δίνει την εντύπωση ότι είναι μέρος μιας πρόθυμης υποχώρησης ανάλογης με εκείνης του Ζάχερ-Μάζοχ. Από την καλύτερη δυνατή σκοπιά είναι η απόρριψη του σωματικού που βρίσκουμε στον Μπλέηκ.
 
Στο τρίτο περιστατικό βλέπουμε τους δύο συγκατοίκους του πύργου Μαρτέλλο, να συζητούν για τον Στέφανο και να χλευάζουν την προσπάθειά του να φέρει κάτι νέο στην λογοτεχνία της χώρας του.  
 
- Του ξεστράτισαν τα μυαλά, είπε, με οράματα της κόλασης. Ποτέ δε θα συλλάβει τον αττικό τόνο. Τον τόνο του Σουίνμπερν, όλων των ποιητών, τον χλωμό θάνατο και τη ροδοκόκκινη γέννηση. Δηλαδή την τραγωδία. Αυτός δεν μπορεί ποτέ να γίνει ποιητής. Η χαρά της δημιουργίας…
 
Ο Τζόυς μέσα από τον κυνικό Μπακ Μάλλιγκαν αυτοσαρκάζεται αλλά και επιβεβαιώνεται για τις νεανικές του δηλώσεις.  
 
- Δέκα χρόνια, είπε μασώντας και γελώντας. Πρόκειται να γράψει κάτι σε δέκα χρόνια
 
Στο ίδιο κομμάτι του κεφαλαίου διαβάζουμε και την φράση «Ο Σαίξπηρ είναι ένας χαρούμενος κυνηγότοπος για όλα τα ανισόρροπα μυαλά», υπονομεύοντας διακριτικά την πελώρια εντύπωση που προκαλεί στον αναγνώστη το προηγούμενο κεφάλαιο με την θεωρία του Στέφανου για τον Σαίξπηρ!
 
Το κεφάλαιο κλείνει θεαματικά με τον Τζόυς να βάζει τον αντιβασιλιά μετά της συνοδείας του να διασχίζει με έφιππη πομπή τους δρόμους της πόλης συγκεντρώνοντας τα βλέμματα και τις σκέψεις σχεδόν όλων όσοι παρουσιάστηκαν στις προηγούμενες σελίδες. Σαν να ενεργοποιεί τον μηχανισμό (τέχνη: μηχανική, διαβάζουμε στο πρόχειρο πλάνο που είχε φτιάξει ο Τζόυς για τον Οδυσσέα και υπάρχει στην αρχή του βιβλίου) που θα κάνει όλα τα γρανάζια να γυρίσουν και να θέσουν σε λειτουργία τη ζωή.
 
(...) Στην σκεπαστή είσοδο του Φωρ Κωρτς ο Ρίτσι Γκούλντινγκ... τον είδε έκπληκτος.
(...) Μετά τη γέφυρα... μια ηλικιωμένη γυναίκα... χαμογέλασε ευπίστως στον αντιπρόσωπο της Αυτού Μεγαλειότητος.
(...) Από την αμπολή του στην αποβάθρα Γουντ κάτω από το γραφείο του Τομ Ντέβαν ο ποταμός Πολντ κρέμασε εις ένδειξιν αφοσιώσεως μια γλώσσα υγρών βοθρολυμάτων.
(...) Πάνω από τις κουρτίνες του ξενοδοχείου Όρμοντ, χρυσός δίπλα σε μπρούντζο, το κεφάλι της δεσποινίδας Κέννεντυ δίπλα στο κεφάλι της δεσποινίδας Ντους έβλεπαν και θαύμαζαν.
(...) Πιο πέρα... ο Τζων Γουάυζ Νόλαν χαμογέλασε με κρυφή παγερότητα προς τον λόρδο υποστράτηγο και γενικό διοικητή της Ιρλανδίας.
(...) Από το παράθυρο της Ε.Α.Δ. ο Μπακ Μάλλιγκαν χαρούμενος, και ο Χέινς βαρύθυμος, ατένιζαν κάτω την ιππήλατη άμαξα...
(...) Ο Τζων Χένρυ Μέντον, ... κοίταζε με κρασωμένα μεγάλα μάτια...
(...) Ο Πάτρικ Αλλούσιους Ντίγκναμ... σήκωσε και αυτός το καινούριο του μαύρο καπέλο με δάχτυλα λερωμένα από το χαρτί με τις χοιρινές μπριζόλες.
(...) Στην οδό Κάτω Μάουντ ένας πεζός με καφέ αδιάβροχο, τρώγοντας ξερό ψωμί, πέρασε γρήγορα και αλώβητος ανάμεσα από τον δρόμο του αντιβασιλιά.
(...) Στη γωνία του δρόμου Χάντινγκτον δυο γυναίκες γεμάτες άμμο σταμάτησαν... για να δουν με κατάπληξη τον δήμαρχο και την δημαρχίνα χωρίς τη χρυσή του καδένα.
(...) Απέναντι από το κατάστημα μουσικών ειδών του Πίγκοτ ο κ. Ντένις Τζ. Ματζίνι, καθηγητής μουσικής κ.α., ντυμένος χαρωπά, περπατώντας σοβαρά, προσπεράστηκε από έναν αντιβασιλιά και πέρασε απαρατήρητος
 

 
Στις τέσσερις τελευταίες εκπληκτικές σελίδες του κεφαλαίου, ο Τζόυς βάζει τους δουβλινέζους του να αντιδρούν ποικιλοτρόπως για την βρετανική κυριαρχία, με τις αντιδράσεις να κυμαίνονται από ήπιες και αμήχανες έως διασκεδαστικές και κυνικές, με αποκορύφωμα την προσωποποίηση του ποταμού Πόλντ (ίσως με την σκέψη κατά νου ότι ο ποταμός αντιπροσωπεύει και την ζωή των πολιτών που τον περιτριγυρίζουν. Επιπλέον, ο ποταμός στην «Αγρύπνια των Φίννεγκαν» παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και αποτελεί την ζωή - Lif(f)e(y)!) και την κρεμάμενη γλώσσα υγρών βοθρολυμάτων.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!