Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (3 μ.μ.)

 
Ο Τζόυς μετά από ένα δύσκολο και απαιτητικό κεφάλαιο συνήθως παρεμβάλει ένα εύκολο για να ισορροπήσει την αναγνωστική εμπειρία του αναγνώστη. Οι «Πλαγκταί Πέτραι» είναι ένα απλό και χαμηλόφωνο κεφάλαιο χωρίς γλωσσικές παρεκτροπές και δομικές περιπλοκές. Τολμώ να πω ότι δεν το απόλαυσα ιδιαίτερα, παρόλα αυτά δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω την εκπληκτική ικανότητα του Τζόυς να κορυφώνει την ένταση στο τέλος κάθε κεφαλαίου.
 
Βρισκόμαστε στους δρόμους του Δουβλίνου στις 3 το μεσημέρι. Ο Τζόυς κρατά στο παρασκήνιο τον Μπλουμ και τον Στέφανο και μας προσφέρει ένα παλίμψηστο φωνών μέσα από τους χαρακτήρες που γνωρίσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια ή και άλλους που κάνουν πρώτη εμφάνιση. Οι χαρακτήρες διαδέχονται ο ένας τον άλλον και οι εξωτερικές φωνές τους δίνουν πρόθυμα την θέση τους και στις εσωτερικές, καθιστώντας τώρα πια, εκείνους τους πρώιμους συγγραφικούς δουβλινέζους πιο ενδιαφέροντες και συναρπαστικούς. Η ζωή ξαφνικά παίρνει μπροστά και η δράση επανακτά μεγάλο μέρος από το χαμένο έδαφος των προηγούμενων κεφαλαίων. Νιώθεις σαν να στέκεσαι καταμεσής ενός δρόμου και όπου στρέφεις το κεφάλι ακούς συζητήσεις και παρατηρείς γεγονότα.
 
Μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο προσώπων και λόγων, ξεχώρισα τρία περιστατικά που σχετίζονται με την ζωή του Τζόυς και πώς αυτός τελικά τα ενσωμάτωσε στο βιβλίο του. Το πρώτο έχει να κάνει με την οικονομική ανέχεια που επικρατούσε στο πατρικό του σπίτι και την σκληρή αντιμετώπιση που επεφύλασσε ο πατέρας στις κόρες του, η οποία μοιραία και αντισταθμιστικά έθρεψε το μίσος από μέρους τους.

- Πήγε να βρει τον πατέρα, είπε η Μάγκυ.
Η Μπούντυ, σπάζοντας μεγάλες μπουκιές ψωμιού μέσα στην κίτρινη σούπα, πρόσθεσε:
- Ο πατέρας μας ο οποίος δεν είναι εν τοις ουρανοίς.
Η Μάγκυ, ένω έχυνε κίτρινη παχιά σούπα στο μπολ της Κέιτυ, αναφώνησε:
- Μπούντυ! Ντροπή!
 
Λίγο παρακάτω υπάρχει και ένας διασκεδαστικός διάλογος ανάμεσα στην κόρη και τον πατέρα, με την κόρη να προσπαθεί να αποσπάσει με τεχνάσματα λίγα λεφτά για να ταΐσει τα μικρότερα αδέρφια και τον πατέρα με ανάλογα τεχνάσματα να επιμένει ότι δεν έχει άλλα λεφτά. Μια γνώριμη κατάσταση για τον έφηβο Τζόυς (που ίσως προσδιόρισε μέσα του και την κάκιστη σχέση που θα είχε με τα λεφτά στην μετέπειτα ζωή του), οικεία και καθημερινή που αποδίδεται εξαιρετικά στο κείμενο.
 
Ένα άλλο μοτίβο που εμφανίζεται στο κεφάλαιο, εκ των βασικότερων που διατρέχουν τον Οδυσσέα, είναι η απιστία (επίσης αυτή η μικρή αναφορά εδώ, μας προετοιμάζει για όσα θαυμαστά θα ακολουθήσουν στο επόμενο κεφάλαιο). Σε μία συζήτηση μεταξύ φίλων του Μπλουμ, ένας εξ αυτών εξιστορεί μια φορά που μέσα σε μία άμαξα βρισκόταν αυτός, ο Μπλουμ με την γυναίκα του και ένας ακόμη. Ο Μπλουμ με τον άλλον κάθονταν στην μια πλευρά της άμαξας και ο αφηγητής με την γυναίκα του Μπλουμ στην απέναντι. Περιγράφει στους φίλους του, πώς με κάθε τράνταγμα της άμαξας η Μόλλυ έπεφτε πάνω του με το ζεστό κορμί της και το πλούσιο στήθος της, πώς μύριζε, πώς κάθε τόσο της έφτιαχνε το γουνάκι στους ώμους. Όση ώρα συνέβαινε αυτό ο Μπλουμ κοίταζε τον ουρανό από το παράθυρο της άμαξας και ονομάτιζε τους αστερισμούς στον συνεπιβάτη που καθόταν δίπλα του. Ο ίδιος ο αφηγητής, μετά το τέλος της αφήγησης, αποφαίνεται συμπερασματικά:
 
Ο Μπλουμ είναι γενικά καλλιεργημένος, είπε σοβαρά. Δεν είναι συνηθισμένη περίπτωση... ξέρεις... Υπάρχει κάτι από καλλιτέχνη στο γερο-Μπλουμ
 

 
Εδώ ο Τζόυς κάνει μία ακόμα νύξη (σαφέστερη σε σύγκριση με το προηγούμενο κεφάλαιο) της ώριμης εκδοχής του καλλιτέχνη που αντιπροσωπεύει ο γερο-Μπλουμ σε αντιδιαστολή με τον καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία που είναι ο Στέφανος. Λίγο παρακάτω στο κεφάλαιο, ο Μπλουμ επισκέπτεται ένα βιβλιοπωλείο για να επιλέξει βιβλίο για την Μόλλυ.
 
Έβαλε παραπέρα τα δυο βιβλία και έριξε μια ματιά στο τρίτο: Ιστορίες του γκέτο υπό Λεοπόλδου φον Ζάχερ-Μάζοχ.
 
Ο Τζόυς επηρεάστηκε από τα βιβλία του Ζάχερ-Μάζοχ (ο προσεκτικός αναγνώστης δεν γίνεται να προσπεράσει την ομοιότητα του μικρού ονόματος του Αυστριακού συγγραφέα με εκείνο του βασικού ήρωα του Οδυσσέα, ακόμα και αν κάτι τέτοιο είναι τυχαίο!) και ενσωμάτωσε τις ιδέες του μέσα στο δικό του κείμενο. Ο Ρίτσαρντ Έλμαν σημειώνει,
 
[…] Η ομοιότητα Στήβεν και Μπλουμ, επιφανειακά τόσο απίθανη, εδραιώνεται με μεγάλη επιδεξιότητα. Ο Τζόυς αξιοποιεί δύο πηγές, και τις δυο από το χώρο της λογοτεχνίας. Η πρώτη είναι ο Λεοπόλδος φον Ζάχερ-Μάζοχ, η δεύτερη ο Γουίλλιαμ Μπλέηκ. Ιδωμένη από τη χειρότερη δυνατή σκοπιά, η παθητικότητα του Μπλουμ μπροστά στην ερωτική πολιορκία της Μόλλυ… δίνει την εντύπωση ότι είναι μέρος μιας πρόθυμης υποχώρησης ανάλογης με εκείνης του Ζάχερ-Μάζοχ. Από την καλύτερη δυνατή σκοπιά είναι η απόρριψη του σωματικού που βρίσκουμε στον Μπλέηκ.
 
Στο τρίτο περιστατικό βλέπουμε τους δύο συγκατοίκους του πύργου Μαρτέλλο, να συζητούν για τον Στέφανο και να χλευάζουν την προσπάθειά του να φέρει κάτι νέο στην λογοτεχνία της χώρας του.  
 
- Του ξεστράτισαν τα μυαλά, είπε, με οράματα της κόλασης. Ποτέ δε θα συλλάβει τον αττικό τόνο. Τον τόνο του Σουίνμπερν, όλων των ποιητών, τον χλωμό θάνατο και τη ροδοκόκκινη γέννηση. Δηλαδή την τραγωδία. Αυτός δεν μπορεί ποτέ να γίνει ποιητής. Η χαρά της δημιουργίας…
 
Ο Τζόυς μέσα από τον κυνικό Μπακ Μάλλιγκαν αυτοσαρκάζεται αλλά και επιβεβαιώνεται για τις νεανικές του δηλώσεις.  
 
- Δέκα χρόνια, είπε μασώντας και γελώντας. Πρόκειται να γράψει κάτι σε δέκα χρόνια
 
Στο ίδιο κομμάτι του κεφαλαίου διαβάζουμε και την φράση «Ο Σαίξπηρ είναι ένας χαρούμενος κυνηγότοπος για όλα τα ανισόρροπα μυαλά», υπονομεύοντας διακριτικά την πελώρια εντύπωση που προκαλεί στον αναγνώστη το προηγούμενο κεφάλαιο με την θεωρία του Στέφανου για τον Σαίξπηρ!
 
Το κεφάλαιο κλείνει θεαματικά με τον Τζόυς να βάζει τον αντιβασιλιά μετά της συνοδείας του να διασχίζει με έφιππη πομπή τους δρόμους της πόλης συγκεντρώνοντας τα βλέμματα και τις σκέψεις σχεδόν όλων όσοι παρουσιάστηκαν στις προηγούμενες σελίδες. Σαν να ενεργοποιεί τον μηχανισμό (τέχνη: μηχανική, διαβάζουμε στο πρόχειρο πλάνο που είχε φτιάξει ο Τζόυς για τον Οδυσσέα και υπάρχει στην αρχή του βιβλίου) που θα κάνει όλα τα γρανάζια να γυρίσουν και να θέσουν σε λειτουργία τη ζωή.
 
(...) Στην σκεπαστή είσοδο του Φωρ Κωρτς ο Ρίτσι Γκούλντινγκ... τον είδε έκπληκτος.
(...) Μετά τη γέφυρα... μια ηλικιωμένη γυναίκα... χαμογέλασε ευπίστως στον αντιπρόσωπο της Αυτού Μεγαλειότητος.
(...) Από την αμπολή του στην αποβάθρα Γουντ κάτω από το γραφείο του Τομ Ντέβαν ο ποταμός Πολντ κρέμασε εις ένδειξιν αφοσιώσεως μια γλώσσα υγρών βοθρολυμάτων.
(...) Πάνω από τις κουρτίνες του ξενοδοχείου Όρμοντ, χρυσός δίπλα σε μπρούντζο, το κεφάλι της δεσποινίδας Κέννεντυ δίπλα στο κεφάλι της δεσποινίδας Ντους έβλεπαν και θαύμαζαν.
(...) Πιο πέρα... ο Τζων Γουάυζ Νόλαν χαμογέλασε με κρυφή παγερότητα προς τον λόρδο υποστράτηγο και γενικό διοικητή της Ιρλανδίας.
(...) Από το παράθυρο της Ε.Α.Δ. ο Μπακ Μάλλιγκαν χαρούμενος, και ο Χέινς βαρύθυμος, ατένιζαν κάτω την ιππήλατη άμαξα...
(...) Ο Τζων Χένρυ Μέντον, ... κοίταζε με κρασωμένα μεγάλα μάτια...
(...) Ο Πάτρικ Αλλούσιους Ντίγκναμ... σήκωσε και αυτός το καινούριο του μαύρο καπέλο με δάχτυλα λερωμένα από το χαρτί με τις χοιρινές μπριζόλες.
(...) Στην οδό Κάτω Μάουντ ένας πεζός με καφέ αδιάβροχο, τρώγοντας ξερό ψωμί, πέρασε γρήγορα και αλώβητος ανάμεσα από τον δρόμο του αντιβασιλιά.
(...) Στη γωνία του δρόμου Χάντινγκτον δυο γυναίκες γεμάτες άμμο σταμάτησαν... για να δουν με κατάπληξη τον δήμαρχο και την δημαρχίνα χωρίς τη χρυσή του καδένα.
(...) Απέναντι από το κατάστημα μουσικών ειδών του Πίγκοτ ο κ. Ντένις Τζ. Ματζίνι, καθηγητής μουσικής κ.α., ντυμένος χαρωπά, περπατώντας σοβαρά, προσπεράστηκε από έναν αντιβασιλιά και πέρασε απαρατήρητος
 

 
Στις τέσσερις τελευταίες εκπληκτικές σελίδες του κεφαλαίου, ο Τζόυς βάζει τους δουβλινέζους του να αντιδρούν ποικιλοτρόπως για την βρετανική κυριαρχία, με τις αντιδράσεις να κυμαίνονται από ήπιες και αμήχανες έως διασκεδαστικές και κυνικές, με αποκορύφωμα την προσωποποίηση του ποταμού Πόλντ (ίσως με την σκέψη κατά νου ότι ο ποταμός αντιπροσωπεύει και την ζωή των πολιτών που τον περιτριγυρίζουν. Επιπλέον, ο ποταμός στην «Αγρύπνια των Φίννεγκαν» παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και αποτελεί την ζωή - Lif(f)e(y)!) και την κρεμάμενη γλώσσα υγρών βοθρολυμάτων.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.