Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (2 π.μ.)

 
Σχεδόν κάθε κεφάλαιο του Οδυσσέα έχει μια δική του ιδιάζουσα τεχνική που αξίζει να μελετηθεί και να αναλυθεί. Ξεχώρισα χονδρικά δύο είδη τεχνικής που με εντυπωσίασαν βαθιά. Το πρώτο είναι όταν η γλώσσα υποβόσκει κάτω από την επιφάνεια όλου του κεφαλαίου και γίνεται αντιληπτή από τον αναγνώστη μόνο ανεπαίσθητα, συνωμοτικά – τέτοια κεφάλαια είναι οι Σειρήνες (με την μουσικότητά τους), τα Βόδια του Ήλιου (με την προϊούσα διάλυση και αναδιάταξη της γλώσσας), ο Εύμαιος (με την νυσταλέα γλώσσα του). Το άλλο είδος περιλαμβάνει κεφάλαια που χρησιμοποιούν την γλώσσα ως εξωτερικό δομικό υλικό, κάτι που χτυπάει αμέσα στο μάτι, μια ωραία πρόσοψη – παραδείγματα αυτού του είδους είναι ο Αίολος (που είναι γραμμένος με τον τρόπο και την ρητορική που θα ήταν γραμμένη και μια εφημερίδα) και η Ιθάκη (που είναι γραμμένη... αλλά μην βιάζεστε, θα τα πούμε παρακάτω). Δεν ξέρω κατά πόσο εκφράζω ορθά αυτή την διάκριση, στο μυαλό μου είναι σαφώς πιο ξεκάθαρη. Και τα υπόλοιπα κεφάλαια έχουν πάμπολλες ιδιαιτερότητες και εκπλήξεις που δεν περνούν απαρατήρητες, αλλά αυτές οι δύο «κατηγορίες» με εξέπληξαν περισσότερο.
 
Η Ιθάκη, λοιπόν, είναι ένα κεφάλαιο γραμμένο με επιστημονική ακρίβεια (όχι μόνο με την μεταφορική έννοια αλλά και με την κυριολεκτική). Και όπου υπάρχει επιστήμη απουσιάζει το συναίσθημα! Μοιάζει να αποτελεί ένα διάλειμμα ανάμεσα στον συναισθηματισμό του Εύμαιου και την συναισθηματική έκρηξη της Πηνελόπης. Είναι όλο γραμμένο σε στυλ ερωταπαντήσεων, σαν να πρόκειται για τα λήμματα μιας εκλαϊκευμένης επιστημονικής εγκυκλοπαίδειας ή ενός σχολικού εγχειριδίου φυσικής. Τα γεγονότα παρουσιάζονται με την ψυχρή ματιά ενός αστυνομικού ερευνητή που μελετά την σκηνή ενός εγκλήματος και στοχάζεται πάνω στα υποτιθέμενα κίνητρα του δολοφόνου.
 
Ο Μπλουμ και ο Στέφανος βρίσκονται στο σπίτι της οδού Εκκλς 7 και συζητούν για διάφορα θέματα, μια συζήτηση που ξεκίνησαν μετά την αποχώρησή τους από το καπηλειό.
 
Ποια ήταν η ακουστική αίσθηση του Στέφανου;

Άκουσε σε μια εμβριθή αρχαία ανδρική άγνωστη μελωδία τη συσσώρευση του παρελθόντος.
 
Ποια ήταν του Μπλουμ η οπτική αίσθηση; 
 
 Αυτός είδε σε μια έξυπνη νεαρή ανδρική οικεία μορφή το πεπρωμένο του μέλλοντος.
 
 
Το παραπάνω απόσπασμα συνοψίζει όλη την σχέση μεταξύ Μπλουμ και Στέφανου, όλες τις ανομοιότητες του χαρακτήρα τους, αλλά και εκείνες τις καλά κρυμμένες ομοιότητες. Είναι η τελευταία φορά που συναντάμε τον Στέφανο, ετοιμαζόμαστε να τον αποχαιρετήσουμε και ο Τζόυς μας επιφυλάσσει μια θεαματική έξοδό του. Αφού αρνηθεί την πρόταση του Μπλουμ να κοιμηθεί στο σπίτι του, βγαίνουν για λίγο στην πίσω αυλή για να θαυμάσουν τον έναστρο ουρανό (Το ουρανόδεντρο των άστρων κρεμόταν με υγρό νυχτογάλαζο φρούτο), και με πρόταση του Στέφανου ο ένας μετά τον άλλον αρχίζουν να κατουρούν ατενίζοντας τα άστρα. Ο επιστημονικός λόγος του Τζόυς, δεν ξεχνά να μας δώσει και την λεπτομερή τροχιά των ουρήσεών τους!
 
Και μόνο οι ερωτήσεις των ερωταπαντήσεων μπορούν να αποτελέσουν μία επαρκή περίληψη του κεφαλαίου. Αν τις διαβάσεις μεμονωμένα, αυτές τις ποιητικές διατυπώσεις, μπαίνεις στο πειρασμό να δώσεις και δικές σου απαντήσεις, κάτι με το οποίο ίσως συμφωνούσε και ο ίδιος ο Τζόυς. Ανακάλυψε ο Μπλουμ κοινούς παράγοντες ομοιότητας μεταξύ των ανιστοίχων ομοίων και ανομοίων αντιδράσεών τους στην εμπειρία; Γιατί η απουσία φωτός τον ενοχλούσε λιγότερο από την παρουσία θορύβου; Γιατί μπορούσε αυτός τότε να ανέχεται αυτό το χάσιμο χρόνου του με τη μεγαλύτερη αταραξία; Ποιο παράδειγμα επικαλέστηκε για να πείσει τον Στέφανο ότι η πρωτοτυπία, αν και μπορεί να αποφέρει ανταμοιβή αφ' εαυτήν, δεν συντείνει πάντοτε στην επιτυχία; Πώς είχε αυτός προσπαθήσει να θεραπεύσει αυτή την κατάσταση συγκριτικής άγνοιας; Γιατί απέφευγε την εικοτολογία; Τι ανακούφισε την παρανόησή του; Για ποιο πλάσμα η πόρτα εξόδου ήταν πόρτα εισόδου; Ποιες ειδικές συγγένειες του φαινόταν ότι υπήρχαν μεταξύ της σελήνης και της γυναίκας; Για ποιο λόγο αυτός σκεφτόταν σχέδια τόσο δύσκολα να πραγματοποιηθούν; Με ποιες σκέψεις αυτός, ένας συνειδητός αντιδρών εναντίον του κενού της αβεβαιότητας, αιτιολόγησε στον εαυτό του τα συναισθήματά του;
 
Στο κεφάλαιο Άδης, είχα εντοπίσει θυμάμαι μια αναφορά του Τζόυς που μου είχε φανεί πολύ παράταιρη και είχα υποψιαστεί ότι δύσκολα θα ξανακάνει εμφάνιση ανάλογη σκέψη στο υπόλοιπο κείμενο. Ο Μπλουμ τότε είχε αναρωτηθεί, γιατί δεν βρίσκουν κάποιον αυτοματισμό για να αντικαταστήσουν έναν χειροκίνητο χειρισμό στις γραμμές του τραμ. Στην «επιστημονική» Ιθάκη, αρκετές σελίδες μετά, ο Μπλουμ αφού πρώτα κάνει διαμοιρασμό ιδιοσυγκρασιών (Ποιες δύο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες αντιπροσώπευαν αυτοί; Την επιστημονική. Την καλλιτεχνική), αποκαλύπτει την επιστημονική του κλίση, κυρίως προς την εφαρμοσμένη επιστήμη:
 
Ποιες αποδείξεις επικαλέστηκε ο Μπλουμ για να αποδείξει πως η τάση του ήταν μάλλον προς την εφαρμοσμένη, παρά τη θεωρητική, επιστήμη; 
 
Ορισμένες πιθανές εφευρέσεις τις οποίες στοχάστηκε όταν ήταν ξαπλωμένος σε μια κατάσταση ύπτιας πλησμονής για να βοηθήσει την πέψη, παρακινημένος από την εκτίμησή του για τη σπουδαιότητα των εφευρέσεων που τώρα είναι κοινές αλλά κάποτε επαναστατικές, για παράδειγμα, το αεροναυτικό αλεξίπτωτο, το κατοπτρικό τηλεσκόπιο, ο σπειροειδής εκπωματιστήρας, η παραμάνα, το σιφώνιο μεταλλικού νερού, η δεξαμενή ρύθμισης στάθμης με βαρούλκο και υδατοφράκτη, η αντλία αναρροφήσεως.
 
Μόλις φεύγει ο Στέφανος και ο Μπλουμ μένει μόνος του στο σπίτι, αρχίζει μία περιγραφή και καταγραφή (με επιστημονική ακρίβεια, πάντα) διαφόρων αντικεμένων, των επίπλων, των συρταριών μετά των περιεχομένων τους, των βιβλίων της βιβλιοθήκης, και πολλών άλλων. Όποιος έχει διαβάσει το αριστούργημα του Ζορζ Περέκ «Ζωή, οδηγίες χρήσεως» μοιραία θα αναγνωρίσει στην Ιθάκη τον πλέον χαρακτηριστικό πρόγονό του! Ο Περέκ βέβαια πήγε αυτήν την «τέχνη των πραγμάτων» πολύ μακρύτερα, αλλά δεν μπορείς να μην εντυπωσιαστείς στιγμιαία από την βαθιά επίδραση που είχε το έργο του Τζόυς στους επιγόνους του. Λιγότερο εμφανή επιρροή έχει ασκηθεί και σε τόσους άλλους συγγραφείς. Για να την ανακαλύψετε όμως απαιτείται και μια χρονική συγκυρία που θα την αναδείξει. Είχα διαβάσει πριν χρόνια τους «Παλιούς Δασκάλους» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Κάποια τυχαία στιγμή, μια συναναγνώστρια του Οδυσσέα που τότε διάβαζε την Ιθάκη, μου υπέδειξε να διαβάσω ένα υπέροχο απόσπασμα του μεγάλου Αυστριακού που είχε ποστάρει στο προφίλ του ένας διαδικτυακός μας φίλος. Πιστεύουμε ότι μπορούμε μετά να προσκολληθούμε στον Σαίξπηρ ή στον Καντ, μα αυτό είναι πλάνη, ο Σαίξπηρ και ο Καντ και όλοι οι άλλοι, που τους έχουμε αναγορεύσει στο διάβα της ζωής μας σε κατά τη γνώμη μας μεγάλους, μας αφήνουν σύξυλους ακριβώς τη στιγμή που τους έχουμε μεγάλη ανάγκη, είπε ο Ρέγκερ, δεν είναι για μας λύση και δεν είναι για μας παρηγοριά, ξαφνικά είναι για μας μόνο σιχαμεροί και ξένοι, όλα όσα σκέφτηκαν και έπειτα έγραψαν κιόλας αυτοί οι λεγόμενοι μεγάλοι και σπουδαίοι μας αφήνουν ανέγγιχτους, είπε ο Ρέγκερ. Πιστεύουμε πάντοτε ότι μπορούμε να στηριχτούμε την αποφασιστική στιγμή, συνεπώς την στιγμή την αποφασιστική για τη ζωή, σ'αυτούς τους λεγόμενους μεγάλους και σπουδαίους, όπως πάντοτε, μα αυτό είναι σφάλμα, ακριβώς την στιγμή την αποφασιστική για τη ζωή μάς παρατούν μονάχους όλοι αυτοί οι σπουδαίοι και μεγάλοι και αθάνατοι, όπως θα λέγαμε, δεν μας δίνουν τίποτα περισσότερο σε μια τέτοια στιγμή αποφασιστική για τη ζωή, μας δίνουν μόνο να καταλάβουμε ότι και ανάμεσά τους είμαστε μονάχοι, είμαστε παρατημένοι μονάχοι μας με μια πέρα για πέρα φοβερή έννοια, είπε ο Ρέγκερ. Κατόπιν με προέτρεψε να διαβάσω ένα απόσπασμα της Ιθάκης σε συνάρτηση με εκείνο του Μπέρνχαρντ. Και εγώ τα διάβασα μαζί, τα συνδύασα και θάυμασα πόσο σπουδαία μπορεί να γίνει ώρες ώρες η λογοτεχνία, ακόμα και αν δεν μας δίνει (η ρουφιάνα) όλες τις απαντήσεις!
 
Ποια εγκεφαλική δραστηριότητα συνόδευε αυτή τη συχνά επαναλαμβανόμενη ενέργεια;

Συμπεραίνοντας δι' επισκοπήσεως αλλά εσφαλμένα ότι αυτός ο σιωπηλός του σύντροφος είχε εμπλακεί σε διανοητική σύνθεση συλλογίστηκε τις χαρές που αποκομίζει κανείς από την διδακτική λογοτεχνία παρά από την ψυχαγωγική καθώς ο ίδιος είχε προσφύγει στα έργα του Γουίλλιαμ Σαίξπηρ περισσότερες από μια φορές για την επίλυση δύσκολων προβλημάτων της φανταστικής ή της πραγματικής ζωής.
 
Είχε βρει τις λύσεις τους; 
 
Παρά το προσεκτικό και επανειλημμένο διάβασμα ορισμένων κλασικών αποσπασμάτων, βοηθούμενος από λεξιλόγιο, είχε αποκομίσει ατελή πεποίθηση από το κείμενο, με τις απαντήσεις να μην αποφέρουν σε όλα τα σημεία.
 

 
Αποκαμωμένος από την κουραστική πολυσέλιδη μέρα του, ο Λεοπόλδος Μπλουμ ξαπλώνει στο κρεβάτι του, σε ανεστραμμένη κατεύθυνση σε σχέση με το σώμα της Μόλλυ. Λίγο πριν κοιμηθεί, αντί προβάτων, θα μετρήσει έναν έναν τους 25 εραστές της Μόλλυ (και 26ο τον Μπόυλαν) και θα κλείσει τα μάτια του, για να δώσει την σκυτάλη στην χειμαρρώδη φωνή της Μόλλυ που εντός ολίγου πρόκειται να ξυπνήσει. Καθένας ή Κανένας, έχει πια κοιμηθεί.
 
Ποιες γενικές διωνυμικές ονομασίες θα του ανήκαν ως οντότητα και μη οντότητα;
 
Εικαζόμενος από όλους ή γνωστός σε κανέναν. Καθένας ή Κανένας.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!