Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (12 το μεσημέρι)

 
Στον Οδυσσέα και στο Finnegans Wake εκμεταλλεύτηκε ακόμη περισσότερο την ανακάλυψή του αυτή· εκεί η γλώσσα δεν αντανακλά απλώς τους κύριους χαρακτήρες, όπως όταν το ποτάμι περιγράφεται με λέξεις που ηχούν σαν ποτάμια ή όταν το ύφος εναρμονίζεται με την προϊούσα αύξηση της σεξουαλικής διέγερσης της Γκέρτι ΜακΝτάουελ, αλλά και ανάλογα με την ώρα της μέρας ή της νύχτας, όπως όταν αργά το απόγευμα στον αριθμό 7 της οδού Έκκλς, η αγγλική γλώσσα αντανακλά τη φθορά της ημέρας και παράγει μόνο στερεότυπες εκφράσεις, ή όταν νωρίς το πρωί, καθώς τελειώνει το όνειρο του Ηαργουίκερ, ο ρυθμός σβήνει σταδιακά μαζί με τη νύχτα. Ο Τζόυς κατόρθωσε ακόμη και να κάνει την γλώσσα να αντανακλά στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου, όπως στο χασάπικο, όταν το μυαλό του Μπλουμ, δανείζεται ασυνείδητα μεταφορές από το κρέας, τη στιγμή που σκέπτεται εντελώς άσχετα πράγματα. Αυτός ο μαγνητισμός μεταξύ ύφους και λεξιλογίου που προσδιορίζεται από τα συμφραζόμενα του προσώπου, του τόπου και του χρόνου έχει την ταπεινή του προέλευση στις λιγοστές σελίδες που έγραψε ο Τζόυς για το περιοδικό Dana.
 
Αυτό είναι ένα όμορφο απόσπασμα του Ρίτσαρντ Έλμαν που συμπυκνώνει εντυπωσιακά όλη την συγγραφική τεχνική του Τζόυς. Μπορεί πλέον οι σημερινοί αναγνώστες να έχουμε διαβάσει αρκετά βιβλία που διαθέτουν αυτόν τον μαγνητισμό ύφους και λεξιλογίου, και οι σημερινοί συγγραφείς να έχουν ενστερνιστεί σχεδόν φυσικά αυτή την τεχνική του λόγου, αλλά ποτέ σε τόση έκταση όσο αυτή που συναντούμε στα βιβλία του Τζόυς και πάντα με καθυστέρηση αρκετών χρόνων από την πρώτη εμφάνισή της! Το κεφάλαιο «Αίολος» είναι το πρώτο σε σειρά εμφάνισης που αναπτύσσει στην εντέλεια και καθ'ολοκληρίαν την παραπάνω τεχνική.
 
Όλο το κεφάλαιο αναπαριστά τον κόσμο των εφημερίδων, των δημοσιογράφων, του Τύπου. Αστείος ο τρόπος που αυτοί οι άνθρωποι των εφημερίδων αλλάζουν πορεία όταν φυσήξει αέρας από καινούργιο άνοιγμα. Ανεμοδείχτες. Η πρωτοτυπία του κεφαλαίου έγκειται στο γεγονός ότι είναι χωρισμένο σε πολλά μικρά υποκεφάλαια τα οποία φέρουν τίτλους εφημερίδων – πηχυαίους, όπως θα λέγαμε στην γλώσσα τους! – που αλλάζουν συνεχώς το ύφος των λεγομένων (σαν ανεμοδούρες) χωρίς να αλλάζουν όμως την πλοκή της ιστορίας, π.χ. ΣΥΝΤΟΜΟ ΑΛΛΑ ΑΚΡΙΒΕΣ, ΔΕΣΜΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ, ΘΛΙΒΕΡΟ, ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ, ΣΑΜΑΤΑΣ ΣΕ ΠΟΛΥ ΓΝΩΣΤΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ, κλπ.
 

 
Η πλοκή στο κεφάλαιο αυτό είναι σχεδόν ανύπαρκτη και εν πολλοίς ασήμαντη – βέβαια και εδώ ο Τζόυς μέσα από τις συζητήσεις των δημοσιογράφων και λοιπών παρισταμένων, δεν ξεχνά να ενσταλάξει λίγη ιρλανδική ιστορία και αυτό ίσως δεν είναι τελικά και τόσο ασήμαντο. Όσον αφορά την εξέλιξη της πλοκής, ο Μπλούμ (που είναι διαφημιστικός πράκτορας) προσπαθεί να κλείσει μια δουλειά με τον Αλέξανδρο Κλειδιά (Keyes), έμπορο τεΐου, οίνων, ποτών. Μίλησα με τον κ. Κλειδιά μόλις τώρα. Θα κάνει ανανέωση για δυο μήνες, λέει. Μετά θα δει. Αλλά θέλει μια παράγραφο για να τραβήξει την προσοχή και στον Τηλέγραφο, τη ροζ του Σαββάτου. Και θέλει να είναι παρόμοια με αυτή στην Κίλκεννυ Πήπολ αν δεν είναι πολύ αργά μίλησα με τον σύμβουλο Ναννέτι. Μπορώ να τη βρω στην εθνική βιβλιοθήκη. Οίκος κλειδιών, καταλαβαίνετε; Το όνομά του είναι Κλειδιάς. Είναι λογοπαίγνιο με το όνομα. Αλλά υποσχέθηκε ουσιαστικά να κάνει την ανανέωση. Αλλά θέλει απλώς ένα μικρό εγκώμιο. Τι να του πω, κ. Κρώφορντ; Στην προπάθεια να κλείσει την δουλειά με τον πελάτη του, αποχωρεί για λίγο από την εφημερίδα (ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΛΟΥΜ), ώρα κατά την οποία κάνει την εμφανισή του ο Στέφανος για να παραδώσει όπως υποσχέθηκε το άρθρο που του είχε δώσει ο κύριος Ντήζυ, λευκό κομμάτι του οποίου είχε χρησιμοποιήσει για να αποτυπώσει τις σκέψεις του στην ακτή του Σαντυμάουντ. Ποιος το' σκισε αυτό; Τον έπιασε κόψιμο;
 
Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αυτού του κεφαλαίου είναι ότι ο Τζόυς δεν δίνει τόση σημασία στις εσωτερικές φωνές των ηρώων του όπως στα προηγούμενα κεφάλαια – ο Μπλουμ αποχωρεί νωρίς, ο Στέφανος συμμετέχει στην κουβέντα με νεκρωμένες τις σκέψεις του όπως και όλοι οι παριστάμενοι οι οποίοι κάνουν θυελλώδεις συζητήσεις αλλά ξέπνοες σκέψεις. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο μερικές σκέψεις να ανήκουν στον ίδιο τον Τζόυς με μία χαρακτηριστική περίπτωση να τοποθετεί σαφώς τον συγγραφέα μέσα στο βιβλίο του! Όταν ο διευθυντής της εφημερίδας τελειώνει ένα λογύδριο, χωρίς κάποιο μυαλό να διεκδικεί εμφανώς την πατρότητα της μετέωρης σκέψης, διαβάζουμε το εξής εντυπωσιακό: Το στόμα του συνέχισε να συσπάται χωρίς να μιλάει με νευρικούς σπασμούς περιφρόνησης. Θα επιθυμούσε καμιά αυτό το στόμα για το φιλί της; Πώς το ξέρεις; Γιατί το γράφεις τότε; Μερικές ακόμη διάσπαρτες σκέψεις, παρότι ξεπηδούν από τα μυαλά του Μπλουμ και του Στέφανου, απηχούν περισσότερο τις σκέψεις του Τζόυς. Όταν ο Μπλουμ παρατηρεί μαγεμένος την δύσκολη δουλειά του στοιχειοθέτη, σκέφτεται ότι η εξάσκηση κάνει την τελειότητα. Μοιάζει να βλέπει με τα δάχτυλά του. Καθώς ο Τζόυς σταδιακά τυφλωνόταν, έβλεπε ολοένα και περισσότερο με τα δάχτυλα και με την αδιάκοπη εξάσκηση κάθε νέο βιβλίο του έφτανε σε επίπεδα τελειότητας που δεν μπορούσες να υποψιαστείς από πριν. Κάπου αλλού, όταν ζητείται από τον Στέφανο να γράψει ένα άρθρο για την εφημερίδα, ο Τζ. Τζ. Μόλλου κοροιδεύοντας τον διευθυντή, λέει στον Στέφανο: Ελπίζω να ζήσεις να το δεις δημοσιευμένο. Όποιος έχει διαβάσει την Βιογραφία του Ρίτσαρντ Έλμαν και ξέρει τα μακροχρόνια βάσανα που πέρασε ο Τζόυς μέχρι να δει δημοσιευμένους τους Δουβλινέζους (αλλά και την δυσκολία που αντιμετώπιζε σε κάθε νέο του εγχείρημα), καταλαβαίνει αμέσως το γλυκόπικρο της φράσης αυτής. Σε ένα τελευταίο απόσπασμα, όπου γίνεται λόγος για την σπουδαιότητα των Ελλήνων, διαβάζουμε την φράση: Όφειλα να κατέχω τα ελληνικά, τη γλώσσα του νου. Ο Τζόυς ένιωθε απογοητευμένος που δεν είχε μάθει ελληνικά στο πανεπιστήμιο και είχε προτιμήσει τα πιο χρήσιμα γαλλικά. Αυτό προσπάθησε να το αλλάξει κάπως κατά τους χρόνους διαμονής του στην Τεργέστη και τη Ζυρίχη όπου με την βοήθεια Ελλήνων φίλων έκανε φιλότιμες προσπάθειες χωρίς ποτέ να αγγίξει την επιθυμητή επάρκεια (έχει εκδοθεί και ένα σχετικό βιβλίο που έχει γράψει η σημαντική μελετήτρια του έργου του, Μαντώ Αραβαντινού).
 
Ο Μπλουμ επιστρέφει στην εφημερίδα την ώρα που οι υπόλοιποι με προτροπή του Στέφανου πάνε για ποτό και φαγητό. Καθώς βλέπει τις πλάτες τους, σκέφτεται, Αναρωτιέμαι αν είναι αυτός ο νεαρός Δαίδαλος το κινούν πνέυμα. Και ήδη, οι λέξεις «κινούν πνεύμα» αποκτούν παραπάνω της μιας σημασίες! Έχει πλάκα αυτό το κρυφτούλι που σκαρώνει ο Τζόυς για τους δύο ήρωές του. Άραγε θα βρεθούν ποτέ από κοντά; Θα μιλήσουν; Ακόμα και αν ξέρετε την απάντηση, δεν είναι ανάγκη να την μαρτυρήσετε! Αν το προηγούμενο κεφάλαιο, ο «Άδης», ήταν η αποθέωση της αφήγησης, ο «Αίολος» είναι η αποθέωση του λογοτεχνικού πειραματισμού. Από δω και κάτω, με κάθε πείραμα του Τζόυς, θα ανατρέχεις νοερά με πείσμα αλλά και ευχαρίστηση στα πρότερα διαβάσματά σου ψάχνοντας να βρεις ποιους επηρέασε η πρωτοτυπία του και πόσο! Εγώ σε αυτό το κεφάλαιο διέκρινα μία εκλεκτική συγγένεια με τις «Ασκήσεις ύφους» του Ραιημόν Κενώ. Κάποια άλλη πρόταση;

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.