Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (12 το μεσημέρι)

 
Στον Οδυσσέα και στο Finnegans Wake εκμεταλλεύτηκε ακόμη περισσότερο την ανακάλυψή του αυτή· εκεί η γλώσσα δεν αντανακλά απλώς τους κύριους χαρακτήρες, όπως όταν το ποτάμι περιγράφεται με λέξεις που ηχούν σαν ποτάμια ή όταν το ύφος εναρμονίζεται με την προϊούσα αύξηση της σεξουαλικής διέγερσης της Γκέρτι ΜακΝτάουελ, αλλά και ανάλογα με την ώρα της μέρας ή της νύχτας, όπως όταν αργά το απόγευμα στον αριθμό 7 της οδού Έκκλς, η αγγλική γλώσσα αντανακλά τη φθορά της ημέρας και παράγει μόνο στερεότυπες εκφράσεις, ή όταν νωρίς το πρωί, καθώς τελειώνει το όνειρο του Ηαργουίκερ, ο ρυθμός σβήνει σταδιακά μαζί με τη νύχτα. Ο Τζόυς κατόρθωσε ακόμη και να κάνει την γλώσσα να αντανακλά στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου, όπως στο χασάπικο, όταν το μυαλό του Μπλουμ, δανείζεται ασυνείδητα μεταφορές από το κρέας, τη στιγμή που σκέπτεται εντελώς άσχετα πράγματα. Αυτός ο μαγνητισμός μεταξύ ύφους και λεξιλογίου που προσδιορίζεται από τα συμφραζόμενα του προσώπου, του τόπου και του χρόνου έχει την ταπεινή του προέλευση στις λιγοστές σελίδες που έγραψε ο Τζόυς για το περιοδικό Dana.
 
Αυτό είναι ένα όμορφο απόσπασμα του Ρίτσαρντ Έλμαν που συμπυκνώνει εντυπωσιακά όλη την συγγραφική τεχνική του Τζόυς. Μπορεί πλέον οι σημερινοί αναγνώστες να έχουμε διαβάσει αρκετά βιβλία που διαθέτουν αυτόν τον μαγνητισμό ύφους και λεξιλογίου, και οι σημερινοί συγγραφείς να έχουν ενστερνιστεί σχεδόν φυσικά αυτή την τεχνική του λόγου, αλλά ποτέ σε τόση έκταση όσο αυτή που συναντούμε στα βιβλία του Τζόυς και πάντα με καθυστέρηση αρκετών χρόνων από την πρώτη εμφάνισή της! Το κεφάλαιο «Αίολος» είναι το πρώτο σε σειρά εμφάνισης που αναπτύσσει στην εντέλεια και καθ'ολοκληρίαν την παραπάνω τεχνική.
 
Όλο το κεφάλαιο αναπαριστά τον κόσμο των εφημερίδων, των δημοσιογράφων, του Τύπου. Αστείος ο τρόπος που αυτοί οι άνθρωποι των εφημερίδων αλλάζουν πορεία όταν φυσήξει αέρας από καινούργιο άνοιγμα. Ανεμοδείχτες. Η πρωτοτυπία του κεφαλαίου έγκειται στο γεγονός ότι είναι χωρισμένο σε πολλά μικρά υποκεφάλαια τα οποία φέρουν τίτλους εφημερίδων – πηχυαίους, όπως θα λέγαμε στην γλώσσα τους! – που αλλάζουν συνεχώς το ύφος των λεγομένων (σαν ανεμοδούρες) χωρίς να αλλάζουν όμως την πλοκή της ιστορίας, π.χ. ΣΥΝΤΟΜΟ ΑΛΛΑ ΑΚΡΙΒΕΣ, ΔΕΣΜΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ, ΘΛΙΒΕΡΟ, ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ, ΣΑΜΑΤΑΣ ΣΕ ΠΟΛΥ ΓΝΩΣΤΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ, κλπ.
 

 
Η πλοκή στο κεφάλαιο αυτό είναι σχεδόν ανύπαρκτη και εν πολλοίς ασήμαντη – βέβαια και εδώ ο Τζόυς μέσα από τις συζητήσεις των δημοσιογράφων και λοιπών παρισταμένων, δεν ξεχνά να ενσταλάξει λίγη ιρλανδική ιστορία και αυτό ίσως δεν είναι τελικά και τόσο ασήμαντο. Όσον αφορά την εξέλιξη της πλοκής, ο Μπλούμ (που είναι διαφημιστικός πράκτορας) προσπαθεί να κλείσει μια δουλειά με τον Αλέξανδρο Κλειδιά (Keyes), έμπορο τεΐου, οίνων, ποτών. Μίλησα με τον κ. Κλειδιά μόλις τώρα. Θα κάνει ανανέωση για δυο μήνες, λέει. Μετά θα δει. Αλλά θέλει μια παράγραφο για να τραβήξει την προσοχή και στον Τηλέγραφο, τη ροζ του Σαββάτου. Και θέλει να είναι παρόμοια με αυτή στην Κίλκεννυ Πήπολ αν δεν είναι πολύ αργά μίλησα με τον σύμβουλο Ναννέτι. Μπορώ να τη βρω στην εθνική βιβλιοθήκη. Οίκος κλειδιών, καταλαβαίνετε; Το όνομά του είναι Κλειδιάς. Είναι λογοπαίγνιο με το όνομα. Αλλά υποσχέθηκε ουσιαστικά να κάνει την ανανέωση. Αλλά θέλει απλώς ένα μικρό εγκώμιο. Τι να του πω, κ. Κρώφορντ; Στην προπάθεια να κλείσει την δουλειά με τον πελάτη του, αποχωρεί για λίγο από την εφημερίδα (ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΠΛΟΥΜ), ώρα κατά την οποία κάνει την εμφανισή του ο Στέφανος για να παραδώσει όπως υποσχέθηκε το άρθρο που του είχε δώσει ο κύριος Ντήζυ, λευκό κομμάτι του οποίου είχε χρησιμοποιήσει για να αποτυπώσει τις σκέψεις του στην ακτή του Σαντυμάουντ. Ποιος το' σκισε αυτό; Τον έπιασε κόψιμο;
 
Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αυτού του κεφαλαίου είναι ότι ο Τζόυς δεν δίνει τόση σημασία στις εσωτερικές φωνές των ηρώων του όπως στα προηγούμενα κεφάλαια – ο Μπλουμ αποχωρεί νωρίς, ο Στέφανος συμμετέχει στην κουβέντα με νεκρωμένες τις σκέψεις του όπως και όλοι οι παριστάμενοι οι οποίοι κάνουν θυελλώδεις συζητήσεις αλλά ξέπνοες σκέψεις. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο μερικές σκέψεις να ανήκουν στον ίδιο τον Τζόυς με μία χαρακτηριστική περίπτωση να τοποθετεί σαφώς τον συγγραφέα μέσα στο βιβλίο του! Όταν ο διευθυντής της εφημερίδας τελειώνει ένα λογύδριο, χωρίς κάποιο μυαλό να διεκδικεί εμφανώς την πατρότητα της μετέωρης σκέψης, διαβάζουμε το εξής εντυπωσιακό: Το στόμα του συνέχισε να συσπάται χωρίς να μιλάει με νευρικούς σπασμούς περιφρόνησης. Θα επιθυμούσε καμιά αυτό το στόμα για το φιλί της; Πώς το ξέρεις; Γιατί το γράφεις τότε; Μερικές ακόμη διάσπαρτες σκέψεις, παρότι ξεπηδούν από τα μυαλά του Μπλουμ και του Στέφανου, απηχούν περισσότερο τις σκέψεις του Τζόυς. Όταν ο Μπλουμ παρατηρεί μαγεμένος την δύσκολη δουλειά του στοιχειοθέτη, σκέφτεται ότι η εξάσκηση κάνει την τελειότητα. Μοιάζει να βλέπει με τα δάχτυλά του. Καθώς ο Τζόυς σταδιακά τυφλωνόταν, έβλεπε ολοένα και περισσότερο με τα δάχτυλα και με την αδιάκοπη εξάσκηση κάθε νέο βιβλίο του έφτανε σε επίπεδα τελειότητας που δεν μπορούσες να υποψιαστείς από πριν. Κάπου αλλού, όταν ζητείται από τον Στέφανο να γράψει ένα άρθρο για την εφημερίδα, ο Τζ. Τζ. Μόλλου κοροιδεύοντας τον διευθυντή, λέει στον Στέφανο: Ελπίζω να ζήσεις να το δεις δημοσιευμένο. Όποιος έχει διαβάσει την Βιογραφία του Ρίτσαρντ Έλμαν και ξέρει τα μακροχρόνια βάσανα που πέρασε ο Τζόυς μέχρι να δει δημοσιευμένους τους Δουβλινέζους (αλλά και την δυσκολία που αντιμετώπιζε σε κάθε νέο του εγχείρημα), καταλαβαίνει αμέσως το γλυκόπικρο της φράσης αυτής. Σε ένα τελευταίο απόσπασμα, όπου γίνεται λόγος για την σπουδαιότητα των Ελλήνων, διαβάζουμε την φράση: Όφειλα να κατέχω τα ελληνικά, τη γλώσσα του νου. Ο Τζόυς ένιωθε απογοητευμένος που δεν είχε μάθει ελληνικά στο πανεπιστήμιο και είχε προτιμήσει τα πιο χρήσιμα γαλλικά. Αυτό προσπάθησε να το αλλάξει κάπως κατά τους χρόνους διαμονής του στην Τεργέστη και τη Ζυρίχη όπου με την βοήθεια Ελλήνων φίλων έκανε φιλότιμες προσπάθειες χωρίς ποτέ να αγγίξει την επιθυμητή επάρκεια (έχει εκδοθεί και ένα σχετικό βιβλίο που έχει γράψει η σημαντική μελετήτρια του έργου του, Μαντώ Αραβαντινού).
 
Ο Μπλουμ επιστρέφει στην εφημερίδα την ώρα που οι υπόλοιποι με προτροπή του Στέφανου πάνε για ποτό και φαγητό. Καθώς βλέπει τις πλάτες τους, σκέφτεται, Αναρωτιέμαι αν είναι αυτός ο νεαρός Δαίδαλος το κινούν πνέυμα. Και ήδη, οι λέξεις «κινούν πνεύμα» αποκτούν παραπάνω της μιας σημασίες! Έχει πλάκα αυτό το κρυφτούλι που σκαρώνει ο Τζόυς για τους δύο ήρωές του. Άραγε θα βρεθούν ποτέ από κοντά; Θα μιλήσουν; Ακόμα και αν ξέρετε την απάντηση, δεν είναι ανάγκη να την μαρτυρήσετε! Αν το προηγούμενο κεφάλαιο, ο «Άδης», ήταν η αποθέωση της αφήγησης, ο «Αίολος» είναι η αποθέωση του λογοτεχνικού πειραματισμού. Από δω και κάτω, με κάθε πείραμα του Τζόυς, θα ανατρέχεις νοερά με πείσμα αλλά και ευχαρίστηση στα πρότερα διαβάσματά σου ψάχνοντας να βρεις ποιους επηρέασε η πρωτοτυπία του και πόσο! Εγώ σε αυτό το κεφάλαιο διέκρινα μία εκλεκτική συγγένεια με τις «Ασκήσεις ύφους» του Ραιημόν Κενώ. Κάποια άλλη πρόταση;

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!