Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Υποβρύχιες καταστροφές


Ωραίο το υποβρύχιο να το τρως, λιγότερο ωραίο να το πίνεις – ειδικά μετά από δυο τρία – σχετικά ωραίο και να το ακούς αν σου αρέσουν ακόμα οι Beatles και φαντάζεσαι όλο τον κόσμο να ζει ειρηνικά, με ή χωρίς πανδημίες, αλλά την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν καταστροφικό όπλο που μπορούσε να σου χαλάσει τις ειδυλλιακές διακοπές σου πάνω στο υπερωκεάνιο! Κατάφερα να λατρέψω τον Έρικ Λάρσον από το μοναδικό βιβλίο του που είχα διαβάσει κατά τύχη παλιότερα, εγώ που στάζω χολή στο μαξιλάρι κάθε πρωί που ξυπνάω, και τον θεωρώ πλέον έναν μέγιστο συγγραφέα. Κατά κανόνα βαριέμαι, αν δεν αποστρέφομαι κιόλας, εκείνα τα βιβλία που βασίζονται σε ιστορικά γεγονότα προσπαθώντας να πασαλείψουν λίγη λογοτεχνία γύρω τους, κυρίως γιατί εμμένουν περισσότερο στην ιστορική οπτική ή ακόμα χειρότερα γιατί είναι λιγότερο μυθιοστοριογράφοι οι συγγραφείς τους και περισσότερο οτιδήποτε άλλο. Αλλά και ο Λάρσον διατείνεται ότι δεν γράφει μυθιστορήματα! Πώς λοιπόν γίνεται και μου αρέσει; Ο Λάρσον έχει πλήρη εποπτεία όσων μας παρουσιάζει αλλά ταυτόχρονα μας τοποθετεί τεχνηέντως στην αγωνιώδη και αγχωτική θέση του θεατή που έχει κολλημένο το σκεπτικιστικό μάτι του στο περισκόπιο που περιορίζει την οπτική μας σε προκαθορισμένες όψεις, «η οπτική που πρόσφερε το περισκόπιο ήταν το λιγότερο στρεβλή» και πριν καν το καταλάβουμε, απελευθερώνει τις τορπίλες του.

[…] «Ένας επιβάτης, ο σκηνογράφος Όλιβερ Μπέρναρντ, κρατούσε σημειώσεις. «Ο πλοίαρχος Τέρνερ», έγραψε αργότερα, «παραμέλησε το καθήκον του στην αποβάθρα της Νέας Υόρκης μια χρονική στιγμή που το πλοίο θα έπρεπε ήδη να ταξιδεύει, επειδή είχε επιβιβαστεί, χωρίς να θέλει να ταξιδέψει, μια συγγενής του». Τη στιγμή που ο Μπέρναρντ έκανε τη συγκεκριμένη καταγγελία, είχε καταφέρει να κατανοήσει αυτό που ελάχιστοι φαίνονταν να αντιλαμβάνονται, ότι δηλαδή σε αυτό ειδικά το ταξίδι, με δεδομένη τη σύγκλιση αντικρουόμενων δυνάμεων, ο χρόνος ήταν το παν. Ακόμη και η πιο μικρή καθυστέρηση μπορούσε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας».



Χωρίς άλλη καθυστέρηση πρέπει να διαβάσετε και εσείς αυτό το εξαιρετικό βιβλίο. Ας πούμε ότι σε εμένα το επέβαλαν οι συγκυρίες: στο πρόσφατο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που διοργανώθηκε διαδικτυακά παρακολούθησα ένα ολιγόλεπτο animation φιλμάκι – φημολογείται ότι είναι από τα πρώτα animation που γυρίστηκαν, γενικώς – για το ναυάγιο του Λουζιτάνια και λίγο αργότερα έπεσα και στο βιβλίο του Λάρσον (το οποίο είχα μπανίσει από καιρό αλλά μόλις τότε συνειδητοποιούσα ότι σκιαγραφούσε όλη την περιπέτεια του Λουζιτάνια). Κάπως αντίστοιχα, ανάλογες συγκυρίες – απείρως πιο περίπλοκες – έγραψαν την ιστορία σχετικά με την βύθιση του σχεδόν μυθικού πλοίου. Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούν την βύθιση του Λουζιτάνια στις 7 Μαΐου 1915 από γερμανικό υποβρύχιο έξω από τις βρετανικές ακτές, ως την σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και ώθησε την Αμερική να μπει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων· αν και αυτό, στην πραγματικότητα, έγινε δυο χρόνια αργότερα. «Όταν πληροφορήθηκε ότι η εκστρατεία ενημέρωσης της Γερμανίας σχετικά με τη δραστηριότητα των υποβρυχίων της είχε απότομα μειώσει την κίνηση των πλοίων από την Αμερική, ο Τσόρτσιλ είπε στον Ράνσιμαν: “Από την πλευρά μας, θέλουμε να υπάρχει κίνηση. Όσο μεγαλύτερη τόσο το καλύτερο· και αν κάποιο από τα πλοία αντιμετωπίσει καμιά δυσάρεστη κατάσταση, ακόμη καλύτερα”».

Τα βιβλία του Έρικ Λάρσον ασκούν μία απαράμιλλη γοητεία στους αναγνώστες τους. Εκκινούν από κάτι αρχικώς αμερικανικό που όμως πολύ σύντομα παίρνει παγκόσμιες διαστάσεις και μέσω της αφηγηματικής του επιδεξιότητας δημιουργούν μία αγωνιώδη και καθηλωτική ιστορία είτε μιλούν για τον απόπλου ενός υπερωκεανίου από την Αμερική είτε για τον διορισμό ενός Αμερικανού πρέσβη στο Βερολίνο είτε για την Διεθνή Έκθεση του Σικάγου. Βασισμένος σχεδόν ολοκληρωτικά σε πηγές δημιουργεί, με έναν αξεδιάλυτο για μένα τρόπο, ένα απίστευτο κάθε φορά μυθιστόρημα που, το λιγότερο, συναρπάζει. Ελάχιστοι διαθέτουν αυτό το ταλέντο. «Αυτό που με προσέλκυσε ειδικότερα ήταν το πλούσιο φάσμα του διαθέσιμου υλικού, το οποίο θα με βοηθούσε να αφηγηθώ την ιστορία με τον πιο ζωντανό κατά το δυνατόν τρόπο – αρχειακοί θησαυροί, όπως τηλεγραφήματα, υποκλαπέντα ασύρματα μηνύματα, καταθέσεις διασωθέντων, αναφορές των μυστικών υπηρεσιών, το Ημερολόγιο Πολέμου του Kapitan-leutnant Σβίγκερ, οι ερωτικές επιστολές της Ίντιθ Γκαλτ, ακόμη και μια ταινία από τον τελευταίο απόπλου του Λουζιτάνια από τη Νέα Υόρκη. Όλα αυτά μαζί δημιουργούν μια παλέτα με τα πιο ζωντανά χρώματα. Ελπίζω μόνο να τα χρησιμοποίησα όπως έπρεπε, ώστε να δώσω το καλύτερο αποτέλεσμα».

Νομίζω ότι δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω να περιγράψω τι κρύβει μέσα του αυτό το βιβλίο. Είναι τόσο πολλά και διαφορετικά τα γεγονότα που κάθε υφής και απόχρωσης αναγνώστες θα βρουν κάτι για να εντυπωσιαστούν και να συγκινηθούν. Το βιβλίο απλώνει τα δίκτυα του παντού και μας προσφέρει ψήγματα ζωών από πολλές κατευθύνσεις και όψεις. Εκείνο που ξεχωρίζω στον Λάρσον είναι ότι παρόλο που δεν λειτουργεί ως… μυθιοστοριογράφος, αρνούμενος να δώσει εμφανές βάθος στους χαρακτήρες του, καταφέρνει μέσα από ρωγμές, ανεπαισθήτως που λέει και ο Καβάφης, να μας βάλει εντός των τειχών της πολύπλοκης ψυχοσύνθεσής τους, χωρίς καν να ακούσουμε ήχο κτιστών κλπ κλπ. Το πιο συναισθηματικό κομμάτι του βιβλίου είναι σαφέστατα κατά την διάρκεια της βύθισης του πλοίου, αλλά πιστέψτε με, στο τέλος θα έχετε ψυχανεμιστεί το βάθος της ζωής κάθε χαρακτήρα που περνάει από αυτό το βιβλίο, ακόμα και αν δεν έχει σταυρώσει κουβέντα.

[…] «Η καμπίνα της βρισκόταν στη δεύτερη θέση, προς την πρύμνη του στεγασμένου Καταστρώματος C. Πριν από το γεύμα είχε αφήσει την κόρη της σε μια «παιδική χαρά» στο πάνω κατάστρωμα, και ύστερα έβαλε τον γιο της για ύπνο στην καμπίνα τους και τον άφησε εκεί.

Όταν χτύπησε το πλοίο η τορπίλη, βρισκόταν στη σκάλα ανάμεσα στα δύο καταστρώματα. Πάγωσε. Δεν είχε ιδέα πού να πρωτοπάει – στο πάνω κατάστρωμα για να πάρει το μωρό της ή ένα κατάστρωμα πιο κάτω για να μαζέψει τον γιο της που κοιμόταν; Όλες οι λάμπες έσβησαν. Το πλοίο έγειρε ξαφνικά και την πέταξε από τη μια πλευρά της σκάλας στην άλλη.

Έτρεξε για το μωρό της».

Return of the Mayflower, Bernard Gribble


Η έκδοση του «Ίκαρου» είναι καταπληκτική και πρέπει να τονιστεί αυτό. Το βιβλίο κοστίζει μόλις 17 ευρώ, μία τιμή εξαιρετικά χαμηλή για την ποιότητα αυτή της συγκεκριμένης έκδοσης. Όταν το είδα, λέω μου κάνουν πλάκα. Αμέσως, με χτύπησε σαν κύμα η σκέψη όλων εκείνων των κακοφτιαγμένων εκδόσεων – ασχέτως αξίας του περιεχομένου, που εδώ που τα λέμε, όσο πιο άξιο το περιεχόμενο τόσο πιο καταγέλαστη αναδεικνύεται η προχειρότητα της έκδοσης – που δίνουμε έναν σκασμό λεφτά για βιβλία που οι σελίδες τους αξίζουν μόνο για να καθαρίζεις τις μπαλκονόπορτες. Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά είναι επίσης καταπληκτική. Όπως και επιμέλειες, εξώφυλλα, κλπ – ωραία συνολική δουλειά. Το βιβλίο εμπλουτίζεται με πλούσια βιβλιογραφία, πηγές, ευρετήριο. Τουλάχιστον εξωτερικά, καταφέρνει να σου φτιάχνει την διάθεση κάθε στιγμή.

«Αργότερα ένας επιβάτης ανέφερε ότι είδε μια γυναίκα να γεννάει μέσα στο νερό. Η ιδέα πως η γυναίκα αυτή μπορεί να ήταν η μητέρα του θα κατέτρυχε το αγόρι για το υπόλοιπο της ζωής του».

Εκεί όμως που σου σφίγγει την καρδιά, λίγο αργότερα κάπου αλλού στην απέραντη λεκτική θάλασσά του σε αποφορτίζει με εκείνη την ανακουφιστική διαπίστωση που δείχνει τελικά πόσο μικρή είναι η απόκλιση ανάμεσα στην τραγικότητα και την κωμικότητα. Πρόκειται για αριστουργηματικό βιβλίο. Μην περιμένετε να το δείτε να επιπλέει δίπλα σας· κλείστε πρώτη θέση στη λογοτεχνία και βυθιστείτε στις σελίδες του.

[…] «Ο Ντουάιτ Χάρις απομακρύνθηκε από το πλοίο κολυμπώντας. «Δεν είχα κανένα αίσθημα φόβου όταν βρέθηκα στη θάλασσα». Ένιωθε τόσο άνετα, όσο και αν βρισκόταν σε πισίνα – τόσο νηφάλιος, που όταν ήρθε προς το μέρος του ένα βιβλίο που επέπλεε, το πήρε και το εξέτασε».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.