Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γάτα είσαι


 
Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρουσα». Ο Ασταθής, ένας από τους ήρωες του βιβλίου, που την ξεστομίζει, πολύ φίλος μου!

Το βιβλίο είναι σαφώς επηρεασμένο από τον Λώρενς Στερν – η σύνδεση με τον «Τρίστραμ Σάντι» είναι έμμεση και διακριτική αλλά σαφής – όπως και από εκείνο του Σουίφτ αλλά ταυτόχρονα κάπως διαχωρίζεται από αυτά και συμπορεύεται περήφανο πλάι τους. Οι λεκτικές παραβατικότητες είναι ηπιότερες από εκείνες του Στερν χωρίς να χάνουν σε βάθος και πρωτοτυπία και η ειρωνική φαντασία εφάμιλλη του Σουίφτ· άλλωστε ο Νατσούμε είχε ζήσει ένα διάστημα στην Αγγλία μελετώντας επισταμένως αυτούς τους δύο συγκεκριμένους συγγραφείς. Δέκα με τόνο! Ποια στοιχεία λοιπόν κάνουν αυτό το βιβλίο τόσο πρωτότυπο; Τι είδε ο Γιαπωνέζος που δεν είδαν όλοι οι άλλοι; Δύσκολο να πει κανείς με σιγουριά. Γιατί η γάτα διαφέρει τόσο αισθητά από όλα τα υπόλοιπα πλάσματα; Κανείς δεν ξέρει σίγουρα αλλά οι περισσότεροι συναισθάνονται την αδιαμφισβήτητη αλήθεια – οι υπόλοιποι απλώς έχουν σκύλο!

«Το βάδισμα της γάτας είναι η ενστικτώδης αυτοπραγμάτωση της λεπτότητας». Όσο περισσότερο προχωράει η ανάγνωση τόσο περισσότερο κυριαρχεί η λεπτότητα· λεπτότητα στο χιούμορ, λεπτότητα στις σκέψεις, λεπτότητα στο ύφος. Κύριο πρόσωπο(!) της αφήγησης είναι μια γάτα που βρίσκει θαλπωρή σε ένα τυχαίο σπίτι όπως εκατομμύρια άλλες γάτες, αλλά στην πορεία γίνεται η γάτα, το πλάσμα που ψιθύριζε στο σκοτάδι όλα τα ανείπωτα ανθρώπινα πάθη (και λίγα γατίσια). Το βιβλίο όμως δεν φέρνει στην επιφάνεια στοιχεία υπερβατικού τρόμου όπως εκείνο του Λάβκραφτ αλλά μία χιουμοριστική πανδαισία ανθρώπινων ματαιώσεων. Ο κύριος Σνομπ, ο μονόχνοτος καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας· ο φίλος του ο Ασταθής, απίθανο τρολ που τους κάνει άνω κάτω· ο Κρυοφέγγαρος, ο φέρελπις επιστήμονας· ο Χρυσάφης, ο νεόπλουτος κάφρος· ο Μοναδικός, ο ντεμέκ φιλόσοφος· ο Θεία Πρόνοια, ένας έγκλειστος τρελοκομείου με θεϊκό ψευδώνυμο· όλοι αυτοί είναι τυπάρες που τις συναντάς κάθε μέρα μπροστά σου με ελάχιστες διαφοροποιήσεις από το βιβλίο. Και αν μπορείς να τους ξεφεύγεις με ευκολία κρατώντας την ψυχική σου ηρεμία, τότε ναι, μπορούμε να πούμε ότι είσαι γάτα! 
 
Δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω να περιγράψω λίγη από την πλοκή του βιβλίου. Η μεγάλη του σπουδαιότητα κρύβεται παντού. Απόλυτα δημοφιλής ο Νατσούμε διαβάζεται αποσπασματικά και ενθέρμως ακόμα και από εκείνους που δεν το έχουν με την ανάγνωση – γιατί μπορεί να διαβαστεί αποσπασματικά. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο μεταφραστής Γιάννης Λειβαδάς στον πρόλογό του, «ο Νατσούμε είναι ο ίδιος ένα βιβλίο, από εκείνα που ξεφυλλίζει κανείς με ευκολία, τα νιώθει, γοητεύεται από τις κειμενικές χάρες, μα δεν είναι απολύτως βέβαιο πως μετά την ανάγνωση μπορεί να αφήσει το βιβλίο στην άκρη δίχως να έχει απολέσει κάποια από τις βεβαιότητες ή τις παραδοχές που ίσχυαν πρωτύτερα μέσα του». Ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο άλλο βιβλίο – πέρα από εκείνα με τους αφορισμούς – που να το ανοίγεις σε μια τυχαία σελίδα και να διαβάζεις κάτι ολοκληρωμένο και συνάμα ολοκληρωτικό. Είναι τόσο ιδιοφυώς διαρθρωμένο το βιβλίο, παρά την φαινομενική του πυκνότητα, κοντά 800 σελίδες, που σε όποιο σημείο και αν το ανοίξεις (πηγαίνοντας ελαφρώς μπρος-πίσω αν τύχει και σπανίως πέσεις στη μέση της επιμέρους ιστορίας) θα έχεις απολαύσει μία υπέροχη σκέψη χωρίς να έχεις το παραμικρό κενό για τους χαρακτήρες, τις συνδέσεις τους και την πλοκή. Τα συγγραφικά του σταγονίδια είναι πολλαπλάσια αυτών που φαίνονται και η λογοτεχνική του διασπορά τεράστια!

[...] «Είναι πρόδηλο, βεβαίως, πως κανένας άνθρωπος δεν γίνεται να έχει εκείνο που πραγματικά επιθυμεί. Ο προοδευτικός θετικισμός του ευρωπαϊκού πολιτισμού είχε ορισμένα αξιοσημείωτα αποτελέσματα, όμως, τελικά, δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένας πολιτισμός που κληρονομεί τη δυσαρέσκειά του, μια κουλτούρα για δυστυχείς ανθρώπους. Ο παραδοσιακός πολιτισμός της Ιαπωνίας δεν αναζητά την ικανοποίηση μέσω της αλλαγής της κατάστασης των άλλων, μα μέσω της αλλαγής του εαυτού. Η βασική διαφορά ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ιαπωνία είναι πως ο πολιτισμός της δεύτερης έχει εξελιχθεί με βάση το αξίωμα πως το εξωτερικό περιβάλλον ενός ανθρώπου δεν γίνεται να μεταβληθεί σε σημαντικό βαθμό».
 


Το παραπάνω απόσπασμα (όπως και αρκετά ακόμα) μου έφερε στο νου ένα εξίσου απολαυστικό και σημαντικό βιβλίο, το «Ινστιτούτο ρύθμισης ρολογιών», όπου και εκεί ο Τάνπιναρ σατίριζε την μετάβαση από το παλιό στο μοντέρνο και πάλι πίσω. Ο Νατσούμε με τη δική του χιουμοριστική ιδιοσυγκρασία σατιρίζει ακριβώς το ίδιο, χωρίς να πολυκαταλαβαίνεις, και χωρίς να σε νοιάζει εδώ που τα λέμε, ποια είναι η πραγματική του θέση – το χιούμορ και η ειρωνεία ποτέ δεν είναι ξεροκέφαλα, παίρνουν απόσταση από το χθες να 'ρθούνε κι άλλες εποχές! Ο μεταφραστής Γιάννης Λειβαδάς φαίνεται να έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και χαίρομαι πολύ γιατί έχει στα σκαριά και άλλα σημαντικά βιβλία να φέρει στη γλώσσα μας. Η αγαπητή λευκή σειρά του Εξάντα εμπλουτίζεται διαρκώς με σπουδαία βιβλία και κάνει τους άλλους εκδότες να σκυλιάζουν από το κακό τους για τις επιλογές που (δεν) κάνουν. Το «Εγώ είμαι μια γατά» ίσως να μην αρέσει σε πολλούς αναγνώστες γιατί δανείζεται εντέχνως την ιδιοσυγκρασία της γάτας, εναλλάσσεται ανάμεσα στην σπιρτάδα και την ραθυμία της (η φωτογραφία του συγγραφέα στο εξώφυλλο συνενώνει παραδόξως τα δύο αυτά χαρακτηριστικά), και αυτό για τους αναγνώστες που σκυλοβαριούνται την υψηλή λογοτεχνία και αναζητούν γατουλινένιες αφηγήσεις, θα φανεί ανυπόφορο! Τέλος αδιαφορώντας και για αυτούς που σκυλιάζουν με τα σπόιλερς, θα κάνω μια ειδική εξαίρεση και θα σας αποκαλύψω πώς τελειώνει· τελειώνει με την λέξη «ευγνώμων», ακριβώς όπως τελειώνει και η δική μου ανάρτηση, ως απάντηση σε όσους έφεραν αυτό το εξαιρετικό βιβλίο στην ελληνική γλώσσα. Το λοιπόν... ευγνώμων! 
 


Υ.Γ. 2666  Τα μοντελάκια της ανάρτησης, Μισιρλού και Ορφέας, είναι ευγενική παραχώρηση της Aba(s) Mafalba(s), αν και όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν ήταν εκείνη που πήρε την τελική απόφαση!

Σχόλια

  1. Απαντήσεις
    1. Παραπειστικός να μην αποδειχθώ :p

      Να 'στε καλά, ελπίζω να το διαβάσετε και να το απολαύσετε και εσείς.

      Διαγραφή
  2. γίνεται να μην τρέξω να το καταβροχθίσω..?

    https://taxidemoi.blogspot.com/2020/06/blog-post_12.html

    φχαριστούμε!
    τα σέβη μου
    Ιω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτό το βιβλίο δεν θα αρέσει σε κάποιον -- ειδικά αν αγαπά τις γάτες (αν και τα γατίσια αποσπάσματα είναι δυσανάλογα λιγότερα). Υποψιάζομαι ότι θα επιστρέφεις συχνά σε αυτό το βιβλίο!

      Ευχαριστώ για το ποίημα, πολύ ωραίο. Μου έφερε στο νου την ανάμνηση μιας συγκλονιστικής φράσης από ποίημα του Μπουκόφσκι (χωρίς να μου φέρει, δυστυχώς, την ίδια την φράση) όπου μιλούσε για μια πατημένη γάτα και μέσα σε ελάχιστες λέξεις μιας πρότασης μάς πρόσφερε μια σπαρακτική σκέψη -- πρέπει κάποτε να την αναζητήσω.

      Σε ευχαριστώ για το σχόλιο. Καλό σου βράδυ!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.