Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γελάσαμε πάλι


Θεέ μου, πόσες σελίδες ξόδεψες για να μην δούμε τι είναι το χιούμορ! Εξάλλου, το χιούμορ είναι μια θεότητα που κάποιοι την αντικρίζουν εμπρός τους εκστασιασμένοι και κάποιοι άλλοι βάρβαροι αρνούνται την ύπαρξή της. Επίσης, σας το έχω ξαναπεί από αυτό εδώ το ταπεινό μετερίζι: ποτέ μα ποτέ μην μπαίνετε σε κόντρα για το χιούμορ… όποιος έχει χιούμορ βγαίνει πάντα χαμένος – και με μηνύσεις στην πλάτη του! «Έτσι και ο Πιραντέλλο ως καλλιτέχνης, αποκρίνεται ότι η δουλειά του εργάτη της τέχνης δεν είναι άλλη από το να προσδιορίζει και να αναπαριστά ψυχικές εκφράσεις. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να πει «…ή εγώ δεν ξέρω να γράφω ή ο Croce δεν ξέρει να διαβάζει…», καταλήγοντας στο συμπέρασμα: «…Όλα τούτα μου προκαλούν αληθινά τον οίκτο». Το συμπέρασμα βεβαίως, υποδηλώνει τη συνειδητοποίηση ότι η διαμάχη τους έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα ακαδημαϊκά πλαίσια και ότι κινδυνεύουν να γίνουν και οι δύο ο περίγελος των πάντων, δεδομένου ότι βρίσκονται πλησίον του να αποτελέσουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του χιούμορ». Πέρα από την πλάκα, τι είναι τελικά το κατά Πιραντέλλο χιούμορ; Στα εξαίσια βιβλία του νιώθουμε κάθε τόσο ότι το αντιλαμβανόμαστε με ευκολία αλλά μπορούμε να το απομονώσουμε και να το εξετάσουμε εργαστηριακά; Σίγουρα, μέσα σε έναν ξενιστή-αναγνώστη λειτουργεί πολύ καλύτερα απ’ ό,τι σε αποστειρωμένα κριτικά εργαστήρια.

Το ανά χείρας βιβλίο έχει 465 σελίδες, εκ των οποίων οι 95 είναι βιβλιογραφία, οι 76 εισαγωγή ενώ οι υποσημειώσεις φτάνουν το ιλιγγιώδες νούμερο 656! Μέσα σε όλες αυτές τις σελίδες, ο ορισμός του χιούμορ του Πιραντέλλο δίνεται εντελώς σχηματικά – με μια υπέροχη εικόνα όμως, που θα περιγράψω παρακάτω – σε μόλις δυο παραγράφους! Εξού και το ξόδεμα που ανέφερα πιο πάνω· ωστόσο, το βιβλίο του Πιραντέλλο είναι μια μελέτη περί αισθητικής με σκοπό την διεκδίκηση μίας θέσης καθηγητή σε κάποιο πανεπιστήμιο. Περιέχει συγκαιρινές του φιλοσοφικές διαμάχες με διανοητικούς αντιπάλους που απασχόλησαν τον τύπο της εποχής, καθώς και μία οπισθοπορία στους αιώνες ώστε να ισχυροποιήσει την συλλογιστική του για το χιούμορ. Μέσα εκεί λοιπόν, ο αναγνώστης θα βρει κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις μεν, αλλά μαζί και χιλιάδες αναφορές σε άγνωστα έργα και συμπεράσματα φιλοσοφικών μελετών που εν πολλοίς αγνοεί, και ο Πιραντέλλο δεν μπαίνει και πολύ στο κόπο να επεξηγήσει. Τι μας πέρασες ρε Πιραντέλλο, διανοούμενους; Σερβιτόροι δουλεύουμε! Έκανα δεκάδες αναζητήσεις σε ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία για να δω αν υπάρχουν μεταφρασμένοι κάποιοι συγγραφείς που μου κίνησαν το ενδιαφέρον και δεν βρήκα κανέναν. Μου κόπηκε το γέλιο απότομα! 

«Το μόνο που επιθυμώ να πράξω σε τούτο το πρώτο μέρος της δουλειάς μου, είναι ν’ αντιτεθώ σε όσους προσπάθησαν να υποστηρίξουν ότι το χιούμορ αποτελεί ένα φαινόμενο αποκλειστικά μοντέρνο και σχεδόν προνόμιο των αγγλογερμανικών λαών». Ο Πιραντέλλο χωρίζει το χιούμορ σε εκείνο με την γενική έννοια (ειρωνεία, σάτιρα, παρωδία, τεχνικές, εκφάνσεις και υποείδη της κωμικότητας) που μπορείς να συναντήσεις σε πολλούς – το οποίο μπορεί να αποδώσει μέχρι και στον Αριστοφάνη – και σε εκείνο με την ειδική έννοια (που θα μας αποκαλύψει πολύ αργότερα) που μπορείς να συναντήσεις σε μια χούφτα συγγραφείς – το οποίο, αν πάμε πολύ πίσω, θα το απέδιδε αυτή την φορά στον Σωκράτη. Επίσης, μέσα στην έρευνά του κάνει μια ωραία επισήμανση, αποδίδοντας τα credits σε αυτόν που την διατύπωσε, που αφορά στον τρόπο που ο καθένας μας βλέπει την γλώσσα του· επικρίνει δηλαδή τους συμπατριώτες του που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν το χιούμορ (με την ειδική έννοια, το αληθινό) στους Ιταλούς συγγραφείς ενώ το αναγνωρίζουν στους άλλους, που ίσως και να υπάρχει σε υποδεέστερη και ατελή μορφή. Όπως αντιλαμβάνεστε, όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα το ίδιο μένουν! Δεν μπορώ να αντισταθώ και να μην αντιγράψω αυτό το εκπληκτικό απόσπασμα. 

[…] «Υπάρχει – λέει ο Pascoli – σε κάθε γλώσσα και σε κάθε λογοτεχνία, ένα ιδιαίτερο quid που δεν δύναται να μεταφραστεί και που λίγοι μπορούν να κατανοήσουν βαθιά στην γλώσσα και τη λογοτεχνία τους, ενώ αντίθετα μπορούν να το διαγνώσουν σ’ εκείνες των άλλων λαών. Η κάθε ξένη γλώσσα, ακόμα και αυτές που δεν γνωρίζετε, σας χτυπά στο αυτί πιο εύηχα από τη δική σας. Ένα ξένο διήγημα ή ποίημα φαντάζει πιο ωραίο, ακόμα και αν είναι πολύ πιο μέτριο από πολλά δικά μας δημιουργήματα. Η εντύπωσή μας γίνεται ακόμα πιο ζωηρή, όταν στα διηγήματα διατηρείται το εθνικό στοιχείο. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν, μην σκεφτείτε ότι και η δική μας γλώσσα και λογοτεχνία δεν παρουσιάζει το ίδιο ενδιαφέρον στους άλλους, όπως ακριβώς και των άλλων σ’ εμάς».
 
Το κατά Πιραντέλλο χιούμορ λοιπόν, το αληθινό, το πρωτογενές – γιατί το κούρασα και εγώ με την φλυαρία! – δίνεται σχηματικά με την εξής εικόνα: φανταστείτε μία ηλικιωμένη γυναίκα που φοράει στενά νεανικά ρούχα, έχει βαμμένα έντονα νύχια, βαμμένα μαλλιά, κλπ. Φυσικά, βγαίνει… και σε άντρα, μην μου κολλήσετε εκεί. Πόσους τέτοιους ανθρώπους δεν έχουμε συναντήσει σε λεωφορεία! Η πρώτη αντίδραση είναι το αυθόρμητο γέλιο, μια επιφανειακή κατάσταση, το επίπεδο της κωμικότητας, δηλαδή. Το χιούμορ θα γεννηθεί μόλις γεννηθεί μέσα μας το επονομαζόμενο αίσθημα της αντίθεσης, η περίσκεψη που θα μετατρέψει την παραπάνω εικόνα που αποτελεί την αντίληψη της αντίθεσης, σε κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει. Όταν δηλαδή στοχαστούμε πάνω στους λόγους που κάνουν αυτή την ηλικιωμένη γυναίκα να συμπεριφέρεται με αυτόν τον, αρχικά κωμικό, τρόπο. Η κινητήρια δύναμη του χιούμορ για τον Πιραντέλλο κρύβεται μέσα στο υπέροχο απόφθεγμα του Τζορντάνο Μπρούνο (που ο Πιραντέλλο θεωρούσε και δεν θεωρούσε αληθινό χιουμοριστή συγγραφέα): «In tristitia hilaris, in hilaritate tristis» («Ιλαρός στη θλίψη, θλιμμένος στην ιλαρότητα»)! 


Το δοκίμιο του Πιραντέλλο είναι σπουδαίο για την τόλμη του αλλά και βαρετό σε αρκετά σημεία του μέχρι να κορυφώσει την συλλογιστική του, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω (ακαδημαϊκή διατριβή, έλλειψη πηγών, φιλολογικές κόντρες, κλπ). Από την άλλη, γίνεται και διασκεδαστικό γιατί τα χώνει στους διανοητικούς αντιπάλους του με το γάντι – απαραίτητο αυτή την εποχή – αλλά καμιά φορά και χωρίς αυτό για να ακουστεί καλύτερα η σφαλιάρα! Ωστόσο, η μελέτη της Κατερίνας Κωστίου περιλαμβάνει την βασική γραμμή της χιουμοριστικής θεωρίας του Πιραντέλλο, συν άλλες οπτικές που αφορούν στην ποιητική της ανατροπής – το βιβλίο της, πάντως, έτσι όπως είναι δομημένο μοιάζει περισσότερο με σημειώσεις που θα διάβαζε ένας φοιτητής και όχι με διατριβή που θα κατέθετε κάποιος για διεκδίκηση καθηγητικής θέσης. Σε καμία περίπτωση δεν θέλω να μειώσω την δουλειά της Κωστίου, είναι αξιανάγνωστη μελέτη, εξάλλου σε αυτήν θα επιστρέφω και γω από δω και πέρα, απλώς θέλω να καταδείξω σχηματικά το υποτιθέμενο κοινό που θα τραβούσε η μια και η άλλη μελέτη· ελπίζω να γίνομαι σαφής, αν ρίξετε μια ματιά στα περιεχόμενα θα καταλάβετε τις διαφορές. Επίσης, παρότι και τα δυο είναι εξαντλημένα, το πιθανότερο να βρείτε κάποιο είναι η μελέτη της Κωστίου – εγώ την βρήκα με σχετική άνεση στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης πέρυσι. 

Η έκδοση από το «Πολύτροπον» είναι αισθητικά όμορφη και πολύ εμπεριστατωμένη. Η μετάφραση και η εκτενής εισαγωγή (αξίζει να διαβαστεί δυο φορές, καθώς συνοψίζει κάθε κεφάλαιο της μελέτης και σας κατευθύνει ανάλογα με το τι θέλετε να διαβάσετε κάθε φορά) ανήκουν στην Ελίνα Νταρακλίτσα και είναι πολύ καλές. Παρόλα αυτά, μια μικρή επιμέλεια, θα εξάλειφε κάτι χαζά λαθάκια (ας πούμε, σε όλο το κείμενο όπου αναφέρεται η λέξη «πάραυτα» υπονοείται η λέξη «παρόλα αυτά», το καταλαβαίνεις από το νόημα ή την έλλειψή του, ίσως να πρόκειται για μια βιαστική αντικατάσταση λέξης· και κάτι άλλα ψιλά που δεν ενοχλούν και ιδιαίτερα). Το δοκίμιο γράφτηκε μεταξύ 1907-1908, αφότου είχε γράψει το βιβλίο του «Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ» που το θεωρούσε το επιστέγασμα της θεωρίας του για το χιούμορ. Η γνώμη μου είναι πως πρέπει να το διαβάσετε όλοι, προσπαθώντας να καταλάβετε πώς λειτουργεί αυτό το αίσθημα της αντίθεσης. Για να σας βοηθήσω λίγο ακόμα θα χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα τον Δον Κιχώτη, το πλέον αναγνωρίσιμο έργο του στο δοκίμιο του – μας φλόμωσε στο ανθυπο-namedropping ο Λουίτζι, δεν φταίω εγώ! 

[…] «Αφού θα έχουμε ολοκληρώσει την πρώτη ανάγνωση και θα έχουμε σχηματίσει την πρώτη εικόνα, θα δώσουμε προσοχή στο συναίσθημα που μας διακατέχει εκείνη την στιγμή έτσι ώστε να αντιληφθούμε πώς ακριβώς επιθυμούσε να μας συγκινήσει ο συγγραφέας. Ποια είναι η συναισθηματική μας κατάσταση; Θα θέλαμε να γελάσουμε με όλα τα εναπομείναντα κωμικά στοιχεία της παρουσίας του καημενούλη παράφρονα που επικαλύπτει τον εαυτό και τους άλλους με την μάσκα της τρέλας. Θα θέλαμε να γελάσουμε, αλλά το γέλιο μας δεν είναι πηγαίο και ειλικρινές. Αισθανόμαστε ότι κάτι το διαταράσσει και το παρενοχλεί. Και αυτό το κάτι είναι το δίσημο συναίσθημα του οίκτου και του θαυμασμού. Μολονότι οι ηρωικές περιπέτειες του καημένου ιδαλγού είναι γελοιότατες, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέσα σε όλη του τη γελοιότητα είναι αληθινά ηρωικός».


Υ.Γ. 2666 Ευχαριστώ πολύ τη φίλη Rosa Mund που μου το έκανε δώρο, όπως και το «Σενάριο» που παρουσίασα τις προάλλες. Ενώ όμως το «Σενάριο» θα το έβρισκα σχετικά εύκολα και μόνος μου, ετούτο εδώ δεν θα το έβρισκα με τίποτα· και είναι κρίμα να μην μπορεί κάποιος να βρει το χιούμορ… ίσως ακόμα πιο θλιβερό από το να το είχε βρει κάποτε και τώρα να το έχασε!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.