Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δεν θέλω ειρωνείες


Οι περισσότεροι άνθρωποι στον σύγχρονο κόσμο νομίζουν ότι γεννιούνται με το χάρισμα της ειρωνείας. Κάνουν εκεί χάμω ένα-δυο ρημαδοτρολαρίσματα και νομίζουν ότι είναι και είρωνες. Αλλά δεν μπορείς να τους πείσεις για το αντίθετο· όπως ακριβώς δεν μπορείς να πείσεις έναν άνθρωπο ότι δεν έχει χιούμορ. Θα σου απαντήσει ότι εσύ δεν έχεις διορατικότητα και θα βαλθεί να σε πείσει για το πηγαίο χιούμορ του, μετατρέποντας το στέρεο έδαφος τριγύρω σου, σε πίστα πατινάζ όπου πρέπει να απομακρυνθείς γρήγορα πριν φας τα μούτρα σου! Αν θες πράγματι να μάθεις τι εστί ειρωνεία πρέπει να προσπαθήσεις να διαβάσεις (όπως προσπαθώ και εγώ) το υπέροχο δοκίμιο του Βλαντιμίρ Γιανκέλεβιτς για το οποίο θα κάνω βιβλιοκριτική μια επόμενη φορά – μην ειρωνεύεστε ρε! Έξω από τη φιλοσοφική σφαίρα, τι σημαίνουν «πρακτικά» αυτές οι ασαφείς έννοιες που συχνότατα ο καθένας μας εξαπολύει προς ή στερεί από τον άλλον; Είναι ακριβώς αυτό· ασαφείς. Και αυτό είναι τραγική ειρωνεία, γαμώτο μου!


Η ειρωνεία είναι είδος ή όνειδος; Γιατί το μαύρο χιούμορ, παρόλο που το μαύρο παραμένει πάντα στη μόδα, δεν εκτιμάται από τους πολλούς; Η σάτιρα όταν εκφυλίζεται μετατρέπεται σε σάτυρα; Η παρωδία έχει να... δώσει στην λογοτεχνία; Σ’ αυτά και σε ακόμη περισσότερα απαντάει το υπέροχο δοκίμιο της Κατερίνας Κωστίου, άοκνης (τρελαίνομαι για τέτοια κλισέ!) μελετήτριας του Γιάννη Σκαρίμπα. Η Κωστίου έκανε την διατριβή της πάνω στο έργο του Σκαρίμπα και αυτά που αναφέρονται εδώ αποτελούσαν, σε συντμημένη μορφή, το Α’ μέρος της εργασίας. Στο συγκεκριμένο βιβλίο μελετά σε βάθος και με την βοήθεια εκτενούς και ατελείωτης διεθνούς βιβλιογραφίας, αυτούς τους αέναα «ασαφείς» όρους που σαν το χωριό των Γαλατών αντιστέκονται σε κάθε εισβολή και επιβολή νοήματος! Την συγγραφέα εντούτοις, δεν την ενδιαφέρει τόσο η φιλοσοφική έννοια αυτών των όρων, όσο η εφαρμογή που έχουν πάνω στην λογοτεχνική κριτική, και δη σε κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μην τρομάζετε με αυτό το τελευταίο, μιλάμε για σοβαρά βιβλία, όχι αυτά που νομίσατε).

Ανέκαθεν ενδιαφερόμουν γι’ αυτά τα πράγματα – η γέννησή μου ήταν παρωδία, η ονοματοδοσία μου χιούμορ, η εξέλιξή μου σάτιρα και η κατάληξή μου ειρωνεία! Συχνά σκέφτομαι, είμαι ειρωνικός; Εγώ νομίζω ότι είμαι. Όσοι τυχαίνει να με γνωρίζουν (μεταδιαδικτυακώς) πρώτη φορά από κοντά, δικαίως αναρωτιούνται ΤΙΝΑΦΤΟΡΕ;... έχει καμία σχέση με το μισητό δηκτικό διαδικτυακό εξάμβλωμα που καραδοκεί να μας κατασπαράξει σε κάθε ποστάρισμά μας; I’m not a robot, αλήθεια σας λέω! Η διαφορά είναι ότι στον προφορικό λόγο η ειρωνεία ενέχει δυσκολίες. Είναι δύσκολη τεχνική που απαιτεί παρατήρηση, δοκιμή, αποτυχία, επανάληψη, κλπ. Ο γραπτός λόγος είναι το κατεξοχήν πεδίο της. Επίσης, για τους περισσότερους ανθρώπους η ειρωνεία είναι συνυφασμένη με την κακεντρέχεια, και μάλιστα επί προσωπικού. Γι’ αυτούς είμαι απλώς ένα χαμένο κορμί... με φωνάζουν και αλήτη. Τι να γίνει ρε παιδιά, ειρωνεία υμίν!

[..] Άλλωστε, σε τελευταία ανάλυση, ο σατιρικός συγγραφέας, ακόμη και όταν είναι «ώριμο τέκνο της οργής», εξακολουθεί να είναι ένας τεχνίτης του λόγου και να θέτει αισθητικά κριτήρια για να πετύχει τον κριτικό του στόχο. Και όσο πιο ικανοποιητική είναι μια σάτιρα ως λογοτεχνικό κείμενο, τόσο πιο αποτελεσματική είναι και ως προς την κριτική της διάσταση. Η αναγνωστική εμπειρία δείχνει, εξάλλου, ότι με το πέρασμα του χρόνου διασώζονται κυρίως σάτιρες που αποτελούν σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα. Άλλωστε, η λογοτεχνικότητα είναι η ειδοποιός διαφορά της σάτιρας από τον λίβελλο και άλλα κείμενα με τα οποία έχει ίδιους ή παρεμφερείς στόχους.

Αρκετοί ορισμοί και τεχνικές που αναλύονται για καθεμιά από τις τέσσερις έννοιες που υπάρχουν στο βιβλίο αλληλοεπικαλύπτονται επιτείνοντας την γενική σύγχυση («Η δυσκολία να διακρίνει κανείς μεταξύ τους όρους που βρίσκονται σε στενή εννοιολογική συνάφεια, προκύπτει εν μέρει από το γεγονός ότι άλλοτε συνεργάζονται στενά και άλλοτε αυτονομούνται»). Η σάτιρα δεν λειτουργεί χωρίς ειρωνεία αλλά η ειρωνεία δεν έχει μόνο σατιρική διάθεση, αυτήν την ιδιότητα του μυθιστοριογράφου που ο Lukacs αποκαλεί ειρωνεία, ο Rene Girard, στο βιβλιο του Mensonge romantique et verite romanesque, την αποκαλεί χιούμορ, κλπ. Ιδιοσυγκρασιακώς, ενδιαφέρομαι κυρίως για την ειρωνεία (αντιγράφω εδώ μία περιγραφή της που αγαπώ πολύ από το βιβλίο του Γιανκέλεβιτς και το κάνω μόνο και μόνο επειδή την αναφέρει και η Κωστίου στο δοκίμιό της – «δύναμη για παιχνίδι, για πτήση στους αιθέρες, για ακροβασία πάνω στα νοήματα, προκειμένου να τα αρνηθεί ή να τα αναδημιουργήσει») και το χιούμορ (εδώ δεν αντιγράφω τίποτα, το χιούμορ δεν αντιγράφεται).

Η Κατερίνα Κωστίου για την ανάλυση της ειρωνείας χρησιμοποιεί δύο σπουδαίους θεωρητικούς της ειρωνείας, τον D.C. Muecke και την μελετή του «Irony» και τον Wayne C. Booth με το «A Rhetoric of Irony» – μεταξύ των δύο, η συγγραφέας τάσσεται υπέρ του Muecke (κυρίως ως προς τις τεχνικές της ειρωνείας) και εξηγεί τους λόγους που δεν επιλέγει τον Booth, ωστόσο αντλεί ευστοχότατες παρατηρήσεις και από αυτόν όπως και από πλήθος σύγχρονων ειρωνικών μελετητών. 
 
Ουσιαστικά ο μελετητής υιοθετεί μια συμβιβαστική θεωρία με την οποία προσπαθεί να συμφιλιώσει δύο διαφορετικές στάσεις απέναντι στην ειρωνεία: αυτή που την θεωρεί θετικό εργαλείο και εκείνη που βρίσκει στην ειρωνεία αποδομητικές, αρνητικές ιδιότητες. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση της Hutcheon σύμφωνα με την οποία υπεύθυνη γι’ αυτήν την παλινδρόμηση του Culler είναι η διαϊδεολογική (transideological) ιδιότητα της ειρωνείας, το γεγονός δηλαδή ότι άλλοτε λειτουργεί καταφατικά και επιβεβαιωτικά και άλλοτε αρνητικά και διαλυτικά. Ο Culler δεν τάσσεται υπέρ της μιας ή της άλλης λειτουργίας, αλλά θεωρεί πως η ειρωνεία αναγνωρίζει στο κείμενο το δικαίωμα και άρα την ελευθερία οποιασδήποτε αμφιβολίας, προϋπόθεση ευεργετική για τη διαδικασία της ερμηνείας irony pride!

Στη συνέχεια η συγγραφέας αναφέρεται στην παρωδία που με τα χρόνια αποκτά την δική της αυτόνομη υπόσταση από τους σύγχρονους μελετητές της και απεκδύεται τον βοηθητικό και παρακατιανό ρόλο που είχε παλιότερα. Ας φέρω όμως ένα παράδειγμα για να μην γκώσετε από την πολλή θεωρία. Επειδή αγαπάμε ΟΑΣΘ ο οποίος εδώ και χρόνια κατέχει όλες τις τεχνικές της ποιητικής της ανατροπής, καθότι αποτελεί για την πόλη της Θεσσαλονίκης ιδιάζον μέσο... μεταφοράς (δεν ξέρω αν πιάσατε το αστειάκι!), ας του αφιερώσουμε ένα ποίημα (γραμμένο το 1974) του Κ. Φ. Φαβάκη [σημ.: Μ. Π. Σουλιώτης] που παρωδεί εκπληκτικά τη «Θάλασσα του πρωϊού» του Καφάβη:

Αναμονή του αστικού

Εδώ στη στάση ας σταθώ. Εδώ σταθμεύει.
Της στάσης «Στρατηγείο!» του ΟΑΣΘ
καλύπτρα ελενίτ, στα πλάγια διαφημίσεις· όλες
σμπαράλια από νύχτα ή απ’ τον αγέρα.
 
Εδώ ας παραμονέψω.
Και ας συσπειρωθώ μόλις τ’ ακούσω νάρχεται
(άκουσα κάτι, αλήθεια, πίσω από κείνη την στροφή)·
κι όχι να τρέχω πάλι πίσω του 
 και να γελούν, οι βλάκες μέσα από τα τζάμια.  

Το δοκίμιο της Κατερίνας Κωστίου είναι υπέροχο, αν ήμουν επιβλέπων καθηγητής θα της έβαζα σίγουρα δέκα με τόνο! Αρκετά εξαντλητικό για έννοιες και όρους που εξ ορισμού δεν εξαντλούνται, εμβριθές και (τρόπον τινά) διασκεδαστικό. Θα το πρότεινα όμως μόνο σε αναγνώστες που έχουν ειδικό ενδιαφέρον για τα θέματα αυτά. Δεν φτάνει να έχεις διαβάσει τον «Εκατοντάχρονο που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε» για να θεωρείς ότι πλέον έφτασε ο καιρός να μάθεις πώς λειτουργεί το χιούμορ και η ειρωνεία εντός της λογοτεχνικής κριτικής! Η έκδοση της «Νεφέλης» είναι όμορφη, με μεγάλο σχήμα, ευρύχωρα και καλαίσθητα τυπογραφικά, κομψό εξώφυλλο.   


Αυτά τα ολίγα από μένα. Στάσου, για το χιούμορ δεν θα γράψεις τίποτα; Τι να γράψω μωρέ, αφού το χιούμορ έχει εξαφανιστεί από παντού. Πιο εύκολα θα έβρισκες χιούμορ με άνθρωπο, παρά άνθρωπο με χιούμορ. Άντε, πες και έγραψα κάτι για το χιούμορ, ποιος θα το καταλάβει; Στα λόγια μου έρχεστε. Ας με κατηγορείτε για ειρωνεία, δεν πτοούμαι.  

[...] Συνοψίζοντας τις αρετές της ειρωνείας, ο Muecke, επισημαίνει ότι η ειρωνεία μπορεί να λειτουργήσει αυτοπροστατευτικά, εφόσον βοηθά τον είρωνα να μην πάρει συγκεκριμένη θέση, όταν δεν θέλει να πάρει θέση, είτε γιατί δεν είναι σίγουρος για την κρίση του είτε γιατί δεν θέλει να εκθέσει την πραγματική του άποψη. Εξάλλου, με τις ποικίλες τεχνικές της η ειρωνεία δίνει πολλές δυνατότητες στον χειριστή της να μην αποκαλύψει την πραγματική του άποψη. Είναι γνωστό ότι η ειρωνεία προϋποθέτει κάποιον που μπορεί να αποστασιοποιηθεί τόσο από το θύμα του όσο και από τον εαυτό του, αφού η λειτουργία της είναι κατεξοχήν διανοητική. «Η δυνατότητα να υιοθετεί κανείς ειρωνική ματιά μπορεί να απορρέει κατευθείαν από κάτι τόσο θεμελιώδες, όσο η μοναδικά ανθρώπινη ικανότητα συμβολικής χρησιμοποίησης της γλώσσας», επισημαίνει ο Muecke. «Το να μπορεί κανείς να αντικαθιστά τα πράγματα με λέξεις σημαίνει να μπορεί να αναδύεται, έστω και μερικά, από τη ρευστότητα της αγνής υποκειμενικότητας, από τα επίπεδα του καθαρού συναισθήματος, της ίδιας της εμπειρίας και της ενστικτώδους δράσης».


Υ.Γ. 2666 Το βιβλίο, εννοείται ότι, είναι εξαντλημένο. Αν το βρίσκατε όλοι δεν θα ήταν ειρωνικό!

Σχόλια

  1. Το να εξαφανιστεί ο εκατοντάχρονος δεν είναι τίποτα μπροστά στην εξαφάνιση κάθε αναγνωστικής διάθεσης. Ένα το κρατούμενο.
    Για να δείξω ότι πήρα μια μικρή γεύση ειρωνείας, δεν έχω άλλο τρόπο παρά την ποίηση. Ένα ποίημα λοιπόν σε δύο μεταφραστικές εκδοχές:

    Α'. Ομιλεί ο Δαμαστής (ή Προκρούστης)

    Το κινητό μου βασίλειο Αθήνα-Μέγαρα
    μόνος κυρίαρχος σε δάση ρεματιές γκρεμούς
    δίχως γερο-συμβουλάτορες μωρά εξαρτήματα
    μ' ένα σκέτο ρόπαλο
    ντυμένος μοναχά με τη σκιά του λύκου
    και τον τρομερόν ήχο της λέξης Δαμαστής

    δεν είχα υπηκόους - δηλαδή τους είχα για λίγο
    δεν ζούσαν ίσαμε την αυγή αν και είναι κακοήθεια
    να λέγεται πως ήμουνα ληστής όπως ισχυρίζονται
    οι παραχαράκτες της ιστορίας

    η πάσα αλήθεια είναι πως ήμουν επιστήμονας
    εφευρέτης κοινωνικός αναμορφωτής
    πραγματικό μου πάθος η ανθρωπομετρία
    εφεύρα ένα κρεβάτι στα μέτρα του τέλειου ανθρώπου
    και μετρούσα μ' αυτό τους ταξιδιώτες που έπιανα

    ομολογώ πως είναι δύσκολο ν' αποφύγεις
    να τεντώσεις μέλη και να κόψεις ποδάρια
    όσο περισσότεροι άρρωστοί μου πέθαιναν
    τόσο βεβαιωνόμουν για την ορθότητα
    της έρευνάς μου. Ο σκοπός ήταν ιερός
    η πρόοδος απαιτεί θύματα

    λαχταρούσα να καταργήσω τη διαφορά
    ανάμεσα σε υψηλό και χαμηλό
    ήθελα να δώσω ενιαία μορφή
    στην αηδιαστικά ποικίλη ανθρωπότητα
    ποτέ δεν έπαψα να πασχίζω
    να κάνω τους ανθρώπους ίσους

    με σκότωσε ο Θησέας ο φονιάς του αθώου Μινωταύρου
    αυτός που βγήκε απ' τον Λαβύρινθο με μιανής το κουβάρι
    απατεώνας όλο κόλπα δίχως αρχές ούτε όραμα του μέλλοντος

    έχω τη βάσιμην ελπίδα πως άλλοι
    θα συνεχίσουν τον αγώνα μου
    και θα ολοκληρώσουν το τολμηρό μου έργο

    ZBIGNIEW HERBERT, μτφρ. Γ.Π. Σαββίδης

    ***

    Β'.Τάδε έφη Δαμαστής (γνωστός επίσης κι’ ως Προκρούστης)

    Το κινητό μου βασίλειο ανάμεσα στην Αθήνα και τα Μέγαρα
    κυβερνούσα μόνος τα δάση τις ρεματιές τα φαράγγια
    χωρίς γέρους συμβουλάτορες γελοία σιρίτια μ’ ένα απλό ρόπαλο
    μεταμφιεσμένος μόνο με τη σκιά ενός λύκου
    και τον τρόμο που ο ήχος της λέξης Δαμαστής προκαλούσε

    δεν είχα υποτελείς δηλαδή είχα αλλά γιά λίγο
    δεν ζούσαν όσο η αυγή, όμως είναι συκοφαντία
    να πει κανείς πως ήμουν ληστής
    όπως ισχυρίζονται οι παραχαράκτες της ιστορίας

    στην πραγματικότητα ήμουν ένας λόγιος ένας κοινωνικός αναμορφωτής
    το αληθινό μου πάθος η ανθρωπομετρία

    επινόησα ένα κρεβάτι στις διαστάσεις του τέλειου ανθρώπου
    το συνέκρινα με τους ταξιδιώτες που έπεφταν στα χέρια μου
    ήταν δύσκολο ν’ αντισταθώ στον πειρασμό – το ομολογώ
    να τεντώνω άκρα να κόβω πόδια
    οι ασθενείς πέθαιναν αλλά όσο περισσότεροι χάνονταν
    τόσο ήμουν βέβαιος πως η έρευνα μου ήταν σωστή
    ο σκοπός ήταν ευγενής η πρόοδος απαιτεί θύματα

    ποθούσα να καταργήσω τη διαφορά ανάμεσα στο υψηλό και το χαμηλό
    ήθελα να δώσω ένα και μόνο σχήμα στην αηδιαστικά ποικιλόμορφη ανθρωπότητα
    δεν παραιτήθηκα ποτέ από την προσπάθεια να κάνω τους ανθρώπους ίσους

    τη ζωή μου την πήρε ο Θησέας ο φονιάς του αθώου Μινώταυρου
    αυτός που βγήκε απ’ τον λαβύρινθο με το κουβάρι νήμα μιάς γυναίκας
    ένας τσαρλατάνος όλο κόλπα χωρίς αρχές ή όραμα του μέλλοντος

    έχω τη βάσιμη ελπίδα πως άλλοι θα συνεχίσουν τις προσπάθειες μου
    και θα ολοκληρώσουν το έργο που με τόση τόλμη έβαλα μπρος

    Herbert Zbignief, Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός


    ΥΓ. ΤΙΝΑΦΤΗΡΕ; Για καθετί έχει ένα ποίημα στο τσεπάκι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάνετε... τιμές στον μικρό θεό της ειρωνείας, έτσι; :p

      Εντάξει, θα το πάρω και αυτό, με πείσατε. Υπέροχο ποίημα(τα)! Προτίμησα, να πω την αλήθεια, λίγο περισσότερο την μετάφραση του Σαββίδη. Εντούτοις θα το αγοράσω στην επίσης καλή μετάφραση του Βλαβιανού, εφόσον μάλλον μόνο αυτή θα κυκλοφορεί πλέον.

      Υ.Γ. Η αναφορά στον Εκατοντάχρονο ήταν τυχαία αλλά μόλις τώρα συνέλαβα τις όποιες συνδέσεις :D

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Does nobody understand?

  Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Rising star

Θα καταφέρει η συγγραφέας να ανεβάσει τον τοίχο της γραφής ή θα πέσει και θα την πλακώσει; Χάρη στις ψήφους των περισσοτερών βιβλιοφιλικών μπλογκς αλλά και στην συντονισμένη προσπάθεια της επίσημης κριτικής επιτροπής, όλα δείχνουν  πως θα καταφέρει να περάσει στην επόμενη φάση. Όλα αυτά όμως θα τα δούμε αμέσως μετά τις διαφημίσεις. Μείνετε συντονισμένοι και κατεβάστε και το ανάλογο app για να ψηφίσετε. Οι πραγματικοί κριτές είστε εσείς!

Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο

Βράδυ Παρασκεύης, παρουσίαση βιβλίου στη μικρή μας πόλη. Την ίδια ώρα παίζει η Πανάθα στην Ευρωλίγκα. Τι δίλημμα! Ταυτόχρονα να καίγομαι γιατί έχω ποντάρει και τρία ευρώ στην υπουργοποίηση της Λυδίας Κονιόρδου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Πολιτισμός ή αθλητισμός; Δεν ήξερα σε ποιο γήπεδο να παίξω μπάλα. Τελικά επέλεξα την παρουσίαση – αν ήταν τόσο βαρετή όσο οφείλουν να είναι όλες οι παρουσιάσεις βιβλίου, σκέφτηκα, θα προλάβω το ημίχρονο του Πανάθα. Για στάσου, τι βιβλίο παρουσιάζεται; Νεανική λογοτεχνία; Καλά, παίζει να προλάβω και το δεύτερο δεκάλεπτο! Δυο παρατάσεις αργότερα δεν σκεφτόμουν καθόλου τον Πανάθα (που έχασε γαμώ την τρέλα μου, τώρα το συνειδητοποιώ!) και είχα κολλήσει σε όσα θαυμαστά άκουσα στην πιο ενδιαφέρουσα παρουσίαση βιβλίου που έγινε ποτέ.

Εσύ αποφασίζεις

  Ρε φίλε, όχι πες και συ γιατί θα τρελαθώ. Έχεις δει καλύτερη εφαρμογή της φράσης «Η ζωή μιμείται την τέχνη» ; Με το χέρι στην (ματωμένη σου) καρδιά, πες. Έλληνας είσαι, με πρωθυπουργό τον Αλέξη ζεις, κάτι θα έχεις καταλάβει. Παραβαίνει τον χρυσό κανόνα της επιμέλειας όταν αλλάζει ένα «ναι» με ένα «όχι» σε μια Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας. Απλώς ο Αλέξης το έκανε ανάποδα – γι' αυτό και οι πολιτικές δηλώσεις ότι «Εμείς δεν είμαστε Πορτογαλία» και τέτοια. Ο Ζοζέ πήρε το Νόμπελ, ο Αλέξης παράταση και μεις μια τόνωση αυτοπεποίθησης πριν από την επικείμενη αυτοκτονία. Λογοτεχνία μέχρι να σβήσει ο ήλιος!

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

0 + ∞

Μαθηματικά σύμβολα ενός προβλήματος που ψάχνει τις πιθανές του λύσεις. Κάποτε οραματίστηκαν την μία και μοναδική του λύση, τώρα εξετάζουν και το ενδεχόμενο να είναι άλυτο. Από τον άκρατο καπιταλισμό της προηγούμενης ανάρτησης ας περάσουμε σε κάτι πιο “ανθρώπινο”. Όσο διάβαζα το βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ (Καίστλερ, στην έκδοση που έχω, προτίμησα όμως το πιο διαδεδομένο) δύο βιβλία τριγύριζαν συνεχώς στο μυαλό μου – “Το βιβλίο της Εξουσίας” του Κάφκα (εκείνο το θεσπέσιο πολύτομο έργο που περιλαμβάνει όλες τις εκφάνσεις και διακυμάνσεις της εξουσίας σε κεφάλαια με τίτλους όπως “Δίκη”, “Ο Πύργος”, “Μεταμόρφωση”, “Αμερική” κ.α. !!) και το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, την βαθιά πολιτική αλληγορία που καταδεικνύει πως κάποιος είναι ικανός να θυσιάσει την ζωή του για μια κούφια ιδεολογία.

Marabout Hero

Μετά το βαθυστόχαστο άρθρο της Κατερίνας Μαλακατέ , γεννήθηκαν στο μυαλό μου πολλά ερωτήματα. Γιατί έφτιαξα ετούτο το μπλογκ; Σίγουρα ήταν μια παρορμητική σκέψη που συνέπεσε χρονικά με την επέτειο θανάτου του Νίκου Καββαδία. Αν ο Καββαδίας είχε πεθάνει τρεις μήνες αργότερα, μάλλον δεν θα είχα το φτιάξει!

Son of a Beach

Δεν είναι βρισιά, είναι καταξίωση. Το πιο άξιο μέλος (και ο πιο κάφρος) υπήρξε σίγουρα ο Τζέημς Τζόυς. «Τότε η Σίλβια κάνει την εξής πρόταση: να εκδώσει αυτή το βιβλίο, στα αγγλικά βέβαια, αλλά στη Γαλλία! Μα φυσικά, ποια θα μπορούσε να είναι πιο λογική πρόταση; Μια επιεικώς άσχετη βιβλιοπώλισσα, που δεν ξέρει καλά καλά να κρατάει ούτε τα κατάστιχα της δανειστικής βιβλιοθήκης του μαγαζιού της, που δεν έχει τις παραμικρές γνώσεις από εκδόσεις, αποφασίζει να εκδώσει ένα βιβλίο τερατώδες σε όλα τα επίπεδα. Αλήθεια, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;» Αλλά και ο Χεμινγούει∙ και διάφοροι πολλοί άλλοι επωφελήθηκαν από την αγάπη της∙ ήταν όλοι τους παιδιά της.