Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άρης να γουστάρεις


Κάποιες στιγμές χρειάζεσαι ένα page turner. Ένα βιβλίο για να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να γυρίζεις τις σελίδες πιο γρήγορα και από την σκιά σου. Κανονικά δεν θα γύρναγα να το κοιτάξω. Θα προτιμούσα να δω την ταινία, ίσως ούτε καν αυτή. Απλώς έκανα το μοιραίο λάθος να το ξεφυλλίσω. Και κόλλησα. Ξεχάστηκα μόνος μου στον Άρη. Καλή φάση! Έχουν βρει και νερό!!

Συνωμοσιολόγοι όλου του κόσμου, ενωθείτε! Αυτό είναι το βιβλίο σας. Μήπως έχουν πάει ήδη στον Άρη και μας το κρατούν κρυφό για να μην πανικοβληθούμε; Υπάρχει άραγε ζωή εκεί έξω; Γιατί να αγοράσω το βιβλίο, για να χρηματοδοτήσω άθελά μου τα σατανικά προγράμματα της NASA; Οι πατάτες από τον Άρη παράγουν καλή βότκα; Ο πλανήτης βγαίνει και σε άλλα χρώματα ή μόνο σε κόκκινο; Ώπα, σταθείτε, αυτό το βιβλίο δεν είναι προπαγάνδα με ολίγη λογοτεχνία, αλλά λογοτεχνία με ολίγη προπαγάνδα, ο Λιακόπουλος ζει εκεί έξω και προς αυτόν να κινηθείτε αν θέλετε απαντήσεις στα φλέγοντα αυτά ζητήματα. Ο «Άνθρωπος στον Άρη» είναι λογοτεχνία, συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους μεν, εύκολα εκτιμητέα από τους σοβαρούς αναγνώστες δε. 

Είναι μια παρέα ετερόκλητων ανθρώπων και ένας απ' αυτούς ξεμένει σε μια κατάσταση άκρως επιβαρυντική για την επιβίωσή του. Είναι ο κυνικός. Αυτό θα τον βοηθήσει να επιβιώσει πιο εύκολα απ' ό,τι θα τα κατάφερνε οποιοσδήποτε από τους άλλους συναδέλφους του; Όχι, βέβαια! Όμως κρατάει ημερολόγιο, και παραδεχθείτε το, ποιος δε θα ήθελε να ξεφυλλίσει το ημερολόγιο ενός μελλοθάνατου κυνικού; Χάρις σε αυτό το εύρημα, ο συγγραφέας συνθέτει μια ελκυστικότατη λογοτεχνία που σε κάνει να πεθαίνεις στα γέλια! 

Τότε η στολή έκανε το μονο πράγμα που μπορούσε να κάνει για να με κρατήσει ζωντανό. Άρχισε να μου παρέχει καθαρό οξυγόνο. Τώρα πια κινδύνευα να πεθάνω από δηλητηρίαση οξυγόνου, μιας και θα καιγόταν το νευρικό μου σύστημα, οι πνεύμονες και τα μάτια μου. Πιο ειρωνικός θάνατος δεν υπάρχει! Να φοράς τρύπια στολή και να πεθαίνεις από υπερβολικό οξυγόνο... 

Στόχος του ήρωά μας είναι να επιβιώσει τέσσερα χρόνια στον Άρη μέχρι την επόμενη προγραμματισμένη αποστολή, με όσα εφόδια διαθέτει και όσα μπορεί να σκεφτεί το μυαλό του, συν ότι πρέπει με κάποιον τρόπο να επικοινωνήσει με την μελλοντική ομάδα που θα προσεδαφιστεί στου διαόλου τη μάνα. Καλά, δε θέλω να μου πεθάνετε από αγωνία για το αν θα έχει επιτυχή έκβαση το όλο εγχείρημα. Ησυχάστε, θα τα καταφέρει. Το ξέρουμε όλοι αυτό, χωρίς καν να διαβάσουμε το βιβλίο. Ούτε πρέπει να σας νοιάζουν τα πραγματολογικά στοιχεία. Φανταστείτε ότι διαβάζετε μια δυστοπία. Στο «Σολάρις» δε θα σας ένοιαζαν και τόσο τα πραγματολογικά στοιχεία γιατί αφορούσε έναν φαντασικό πλανήτη – το γεγονός ότι έχετε ακουστά τον Άρη, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αξιώνετε σαν θιγμένοι αναγνώστες και επιστημονικές αλήθειες! Ο συγγραφέας είναι βουτηγμένος στην πιο δύσκολη επιστήμη, κάτι που μας το κάνει φανερό με πολύ μεγάλη ευκολία και έτσι δεν υπάρχει κανένας λόγος να το παίζουμε έξυπνοι. Αν δεν διαθέτετε το υψηλό επίπεδο γνώσεων ενός αστροφυσικού ή το χαμηλό επίπεδο ενός τηλεθεατή των εκπομπών του Λιακόπουλου, δεν βρίσκω τον λόγο να επικεντρωθείτε στα πραγματολογικά στοιχεία. Εγώ που απέχω αρκετά από τα δύο αυτά άκρα, βρήκα τα πραγματολογικά στοιχεία επαρκέστατα και αληθοφανή. Επίσης, δεν χρειάζεται να επικεντρωθείτε στη σύγκριση αυτού του βιβλίου με άλλα μεγαθήρια του είδους – το «Σολάρις» ας πούμε είναι ιδιοφυές και αυθύπαρκτο (και η ταινία του Ταρκόφσκι του πρόσθεσε περισσότερη αίγλη), ο Φίλιπ Ντικ από την άλλη είναι κάτι σαν τον Τζέημς Τζους της ΕΦ, μην τα βάζουμε λοιπόν όλα στο ίδιο τσουβάλι. Και πού να επικεντρωθούμε, θα μου πείτε. 



Να επικεντρωθείτε στον γοητευτικό κυνικό αστροναύτη και στην αστείρευτη ευρηματικότητά του, στην εξαιρετική δομή του βιβλίου που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, στο χιούμορ που κόντρα σε όλα τα προβλήματα δεν χάνει ποτέ το χιούμορ του, στην μερική γνώση που αποκτάς για τις «σκοτεινές» δραστηριότητες της NASA, στην έξαψη που σου δημιουργεί μια περιπετειώδης αφήγηση. Ίσως να μην συναντούμε εδώ τα βαθυστόχαστα ερωτήματα που θα κατέκλυζαν ένα παντέρημο ανθρώπινο ον αναγκασμένο να πεθάνει, δεν είναι φιλοσοφικό δοκίμιο, ο χαρακτήρας δεν αυτοαναλύεται μέχρι εξαντλήσεως πάνω στην σπουδαιότητα ή/και ματαιότητα της ζωής. Όμως παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια ενός ανθρώπου να επιβιώσει κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, μπολιάζοντας αυτήν την προσπάθεια με αμέτρητες ανθρώπινες στιγμές που στερούνται της μεγαλοσύνης που θα επέβαλε αυτή η φρικτή και τελεσίδικη κατάσταση, αλλά δεν παύουν να συγκινούν με την απλότητα και την αλήθεια της διατύπωσής τους.

Το αγαπημένο μου e-mail είναι αυτό που μου 'στειλε η μαμά. Είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις από μια μαμά. Ευχαριστώ το Θεό που είσαι ζωντανός, βάστα γερά, μη πεθάνεις σε παρακαλώ, ο μπαμπάς στέλνει χαιρετίσματα και τα λοιπά.
Ε, το έχω διαβάσει πενήντα φορές. Μη με παρεξηγείτε – δεν είμαι μαμάκιας. Είμαι ένας κανονικός ενήλικας, που καμιά φορά φοράει και καμιά πάνα (επιβάλλεται όταν φοράς διαστημική στολή).

Οι εκδόσεις «Παπαδόπουλος» είναι ενας μικρός εκδοτικός οίκος και χαίρομαι που του κλήρωσε ένα μπεστ-σέλερ, ειδικά ένα από εκείνα τα σπάνια μπεστ-σέλερ που πουλάει χωρίς να πουλιέται! Με το καλό να χαρεί τα κέρδη του. Η έκδοση είναι μια χαρά, με εκείνο το ελαφρύ χαρτί που θυμίζει εκείνο της εφημερίδας αλλά καταλαβαίνεις αμέσως ότι είναι ποιοτικό (εμένα δε θα με χάλαγε όμως ούτε το χαρτί εφημερίδας). Το εξώφυλλο υποτάχθηκε στο χολυγουντιανό μάρκετινγκ και καλά έκανε εδώ που τα λέμε, γιατί ενώ δεν το περίμενα, τελικά ψήθηκα και θα δω και την ταινία (δεν ξέρω πώς θα είναι αλλά υποψιάζομαι ότι οι κυνικές σκέψεις του ήρωα που καταγράφονται στο ημερολόγιο της αποστολής, θα παραμεριστούν κάπως για χάρη της δράσης. Για μένα ωστόσο, οι κυνικές σκέψεις είναι η μισή απόλαυση του βιβλίου). Η μετάφραση είναι του Κώστα Χαρβάτη και θεωρώ ότι εναρμονίστηκε πλήρως με τα επιμέρους στοιχεία του βιβλίου, κοντολογίς ήταν εξαιρετική (ο μεταφραστής προσπαθώντας να προσαρμόσει τις κυνικές εκφράσεις του ήρωα στην ελληνική γλώσσα, έκανε κάποια γλωσσικά «πειράματα» που είχαν αρκετή επιτυχία. Ένα όμως κόντεψε να ανατινάξει το εργαστήριο στον αέρα, «Το καημένο το ρόβερ, έτσι που το φόρτωνα έμοιαζε με γύφτικο Ντάτσουν»!!!!!! Τι έγινε ρε παιδιά; Αμέσως μου ήρθαν στο μαυλό οι πατάτες που καλλιεργούσε ο ήρωας στον Άρη και σκέφτηκα ένα Ντάτσουν να βολοδέρνει στον κόκκινο πλανήτη φωνάζοντας με την ντουντούκα, «Πατάτες! Πατάτες! Εδώ οι καλές πατάτες!» – κύριε μεταφραστά, με κάθε σεβασμό, σε αυτό το σημείο νομίζω χάσατε επαφή με τον ασύρματο). Το σίγουρο είναι ότι αν πάρετε το βιβλίο στα χέρια σας και διαβάσετε μια τυχαία ημερολογιακή καταγραφή, θα κολλήσετε. Και αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σας συμβεί με ένα βιβλίο, οποιουδήποτε είδους, οποιουδήποτε θέματος. Το βιβλίο του Andy Weir δεν είναι από άλλον πλανήτη, ούτε ο συγγραφέας του είναι εξωγήινος – αντιθέτως, πρόκειται για εντελώς γήινο κατασκεύασμα που θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει τον τίτλο «Άνθρωπος στη Γη».
  
Έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα. Είμαι καθηλωμένος στον Άρη.
Δεν έχω τρόπο να επικοινωνήσω με το Hermes ούτε με τη Γη. Όλοι νομίζουν ότι είμαι νεκρός. Βρίσκομαι στο Hab, το οποίο έχει σχεδιαστεί για να φιλοξενήσει το πλήρωμα για τριάντα μία μέρες.
Αν χαλάσει ο οξυγονοποιητής, θα πεθάνω από ασφυξία. Αν χαλάσει ο ανακυκλωτής νερού, θα πεθάνω από δίψα. Αν το Hab παρουσιάσει ρήγμα, θα σκάσω σαν μπαλόνι. Αν δεν συμβεί τίποτα από αυτά, κάποια στιγμή θα μου τελειώσουν τα τρόφιμα και θα πεθάνω από ασιτία.
Οπότε, μάλλον ναι, την έχω γαμήσει. 




 Υ.Γ. 2666  Η ανάρτηση αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο μπλογκ «Διαβάζοντας». Τελικά την είδα την ταινία και έγινε ακριβώς αυτό που φοβόμουν πιο πάνω. Είναι από τις ελαχιστότατες φορές που έδωσα 15 ευρώ σε μια μπεστ-σελεριά (όχι πως δίνω συχνά λεφτά σε μπεστ-σελεριές, έχουμε και ένα ίματζ, μην τα ισοπεδώνουμε όλα) και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Αντιθέτως, το βιβλίο σε ξεμπλοκάρει πανεύκολα από οποιοδήποτε αναγνωστικό μπλοκ ενδεχομένως σε ταλαιπωρεί εκείνη την περίοδο και κυρίως, είναι ένα αντίδοτο στην δυσθυμία, ας μην υποτιμούμε αυτή την βασική λειτουργία ένος καλού βιβλίου. Φύγαμε για Άρτεμις!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.