Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

RIP Mattia Pascal


Είθε το facebook να αναπαύσει τη ψυχούλα σου! Με εκατοντάδες συναισθηματικές και αναθηματικές αναρτήσεις και άλλα τόσα δακρυσμένα emoticons, όπως κάνει ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια. Η λίστα του θανάτου αυξάνεται ανάλογα με την λίστα των φίλων σου. Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε; Για πες, ποιος. Είμαι αυτός που έχει διαβάσει όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ, τον ξέρω τόσο καλά όσο αυτός το πέος του! Τι λε ρε, εσύ ξες ποιος είμαι εγώ; Χμ... για να μάθουμε; Ένα θα σου πω, έχω δει την Αρλέτα live, ναι, live!! Ωωωω, φίλε, τα παρατάω, συγγνώμη για το θράσος μου. Να ζήσεις να την θυμάσαι! Μέσα σε όλες αυτές τις αναθηματικές κονταρομαχίες λοιπόν, εγώ επιλέγω να μνημονεύσω τον Ματία Πασκάλ, ο οποίος στην τελική πέθανε δύο φορές. ΔΥΟ φορές, bitch. Πιάσε ξαπλώστρα και λάρωσε, ξεκινάω. Pirandello on the beach!
 
Ο Πιραντέλλο πέρα από τις δυσκολίες που ενέχει η γραφή του, διατηρεί ένα ακαταμάχητο πλεονέκτημα για τους Έλληνες αναγνώστες του, και το κατάλαβα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, ένα από τα πρώτα του. Είναι η allegria, το μεσογειακό ταμπεραμέντο που λένε, η Μόνικα Μπελούτσι που κρύβουμε μέσα μας και το σαβούριασμα στις ταβέρνες των ακρογιαλών που φανερώνουμε απ' έξω μας! Γιατί οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς να μην προσπαθούσαν να γράψουν έτσι; Σαν άνθρωποι του τόπου τους; Ο Πιραντέλλο γράφει για τα πιο καταθλιπτικά πράγματα του κόσμου, για όλη την τραγικότητα της ύπαρξης, με έναν ολόλαμπρο ήλιο όμως να φωτίζει διαρκώς μέσα από τις σελίδες του. Αυτό δεν φθονούν οι ξένοι; Τον ήλιο μας; Ο Πιραντέλλο λοιπόν δεν τους τον χαρίζει, ούτε τους χαρίζεται.
 
[...] Ω, Θεέ μου, τι με νοιάζουν αυτά; Είμαστε ή δεν είμαστε πάνω σε μια αόρατη σβούρα λουσμένη στο φως μιας ηλιαχτίδας, πάνω σε έναν τρελαμένο κόκκο άμμου που γυρίζει και γυρίζει και γυρίζει δίχως να ξέρει γιατί, σάμπως του κάνει κέφι να στριφογυρίζει έτσι, για να νιώθουμε άλλοτε λίγο παραπάνω ζέστη, άλλοτε λίγο παραπάνω κρύο, και να πεθαίνουμε – συχνά με την συναίσθηση πως κάναμε ένα σωρό χαζομάρες – μετά από πενήντα ή εξήντα γύρους; Ο Κοπέρνικος, ο Κοπέρνικος, δον Ελίτζιο, κατέστρεψε ανεπανόρθωτα την ανθρωπότητα.
 

 
Ο Πιραντέλλο ξεκινάει το πρώιμο βιβλίο του με μια πρέζα φιλοσοφία αλλά γρήγορα το αλλάζει, κρατώντας την βαριά φιλοσοφία για τα επόμενα σπουδαία βιβλία του (αλλά, εντέχνως, και για τα επόμενα κεφάλαια του ίδιου αυτού βιβλίου). Ο πρωταγωνιστής μας, Ματία Πασκάλ, ξεκινάει τους γύρους του με άνεση και χάρη, γρήγορα όμως τον παίρνει η κατρακύλα. Του στερούν την πατρική κληρονομιά, τον φορτώνουν χρέη, παντρεύεται, αποκτά παιδιά, αποκτά θανάσιμη πεθερά, δεν έχει λεφτά να ζήσει την οικογένειά του, δεν τον εμπιστεύεται κανείς για δουλειά λόγω πρότερου τεμπέλικου βίου και έτσι το μόνο που του μένει είναι να (ρίξει τα μούτρα του και να) δουλέψει ως βιβλιοθηκάριος στην βιβλιοθήκη που είχε δωρίσει ένας λόγιος του τόπου στον δήμο και πλέον φυλάσσεται σε ένα εκκλησάκι. Όπα, μια στάση εδώ... να σταματήσω θέλω την κυκλοφορία.
 
[...] «Πώς όχι! Αυτός που μένει εκεί πάνω στη βιβλιοθήκη Μποκαμάτσα; Είναι κουφός, σχεδόν τυφλός, ξεκούτης, και δεν τον κρατάνε τα πόδια του. Χτες βράδυ, την ώρα που τρώγαμε, ο πατέρας μου είπε ότι η βιβλιοθήκη είναι σε άθλια κατάσταση και πρέπει να την φροντίσουν το συντομότερο δυνατόν. Αυτή είναι θέση για σένα!»
«Βιβλιοθηκάριος;» αναφώνησα. «Μα εγώ...»
«Γιατί όχι», συνέχισε ο Πομίνο. «Εδώ το έκανε ο Ρομιτέλι...»
 
Το επιχείρημα αυτό με έπεισε.
 
Μια γρήγορη αναγωγή με το βιβλιοθηκονομικό παρόν της Ελλάδας. Ακόμα θεωρούν ότι ένα σάψαλο (αν όχι σωματικό, έστω διανοητικό) είναι κατάλληλο για θέση βιβλιοθηκονόμου. Δεν απαιτεί δα και σπουδαίες δεξιότητες, εδώ το έκανε ο τάδε... σου αντιτείνουν πάντα. Οι δήμοι και γενικά το αρμόδιο υπουργείο αδιαφορούν πλήρως για τις βιβλιοθήκες, ειδικά για εκείνες που είναι αποτέλεσμα δωρεάς. Επίσης, ο βιβλιοθηκονόμος, κατά κανόνα, αμείβεται με ψίχουλα (όπως και άλλες δουλειές) αλλά σε φορτώνουν και ενοχές από πάνω, σαν να σου λένε, για την απλή δουλειά που κάνεις, που θα μπορούσε να την κάνει ο οποιοσδήποτε (γκρρ!), και πολλά παίρνεις, μην μιλάς καθόλου. Αφού λοιπόν ο ήρωάς μας έπιασε πάτο δουλεύοντας ως βιβλιοθηκονόμος, ξαφνικά είχε την αναπάντεχη τύχη να πεθάνει. Αντίο ζωή, καλημέρα ζωή!
 
Τρόπον τινά αναγκασμένος αλλά και απροσδόκητα απελευθερωμένος, ενδύεται μια νέα ταυτότητα, μια νέα εμφάνιση, μια νέα φιλοσοφία. [...] Δεν υπήρχε μέση οδός: με τέτοια εμφάνιση, μόνο φιλόσοφος θα μπορούσα να είμαι. Υπομονή, λοιπόν: θα οπλιζόμουν με μια διακριτική εύθυμη φιλοσοφία για να περάσω μέσα από αυτή την φτωχή ανθρωπότητα, την οποία, όσο καλοπροαίρετος και αν ήμουν, δυσκολευόμουν να μην τη θεωρώ γελοία και αχρεία. Αυτή ακριβώς είναι και η φιλοσοφία του ίδιου του Πιραντέλλο που ξεδιπλώνεται θαυμαστά σε κάθε έργο του, μικρό ή μεγάλο, όλα μεγάλα!
 
«[...] δεν μπορούμε να δυσπιστούμε και για τον ίδιο μας τον εαυτό...»
«Και γιατί όχι; Κάθε άλλο!»
 
Η μετάφραση της Δήμητρας Δότση είναι κομψότατη και αλέγκρα. Η έκδοση από το «Μεταίχμιο» είναι από τις καλές, όχι τις b-editions· βαρύ ωραίο χαρτί, στιβαρή κατασκευή, άνετα τυπογραφικά, και ένα υπέροχο εξώφυλλο. Για την ακρίβεια ένα από τα ομορφότερα εξώφυλλα που έχω δει τα τελευταία 2-3 χρόνια – όχι μόνο στο «Μεταίχμιο» που είναι πασίγνωστο ότι μαζεύει συχνότατα καφάσια με τα Χρυσά Βατόμουρα Εξωφύλλων, αλλά γενικώς. Αυτή η ανακατεμένη κατακερματισμένη προσωπογραφία του εξωφύλλου είναι εξόχως πιραντελλική και ο συνδυασμός των χρωμάτων απολαυστικός. Ευχαρίστως θα την αγόραζα σε αφίσα! Η έκδοση συνοδεύεται από έναν αδιάφορο 3σέλιδο πρόλογο του Δημήτρη Στεφανάκη. Εφόσον το συγκεκριμένο βιβλίο εντάσσεται στην σειρά «Μεγάλες αφηγήσεις» με έργα-ορόσημα της παγκόσμιας πεζογραφίας, θα άξιζε (αν όχι, θα έπρεπε) να συνοδεύεται από έναν δυνατό και σημαντικό, δοκιμιακού ύφους, πρόλογο για το έργο και την τέχνη του Πιραντέλλο – δεν γίνεται η δική μου γελοία ανάρτηση να ξεπερνά σε λέξεις και ενδιαφέρον τον πρόλογο για έργο του Πιραντέλλο. Αν γινόταν διαφορετικά, η έκδοση θα άγγιζε την τελειότητα. 
 
Το μοναδικό ελάττωμα του Πιραντέλλο που εντοπίζω είναι η ηλίθια ιδέα που είχε να αρχίσει να γράφει θεατρικά – και δεν σταμάταγε άλλο, ρε γαμώτο! Πώς του ήρθε τέτοια αλλόκοτη ιδέα; Στη θέση τους θα μπορούσε να είχε γράψει άλλα πέντε μεγάλα θαυμάσια μυθιστορήματα. Τέλος πάντων, για να δείξω καλή διαγωγή, μετά τα εννιάμερα του Ματία, θα ξεκινήσω ένα μικρό εξαντλημένο βιβλιαράκι με δύο θεατρικά κείμενα, από τις εκδόσεις «Εξάντας», που έφτασε αναπάντεχα στα χέρια μου. Της παρηγοριάς, που λένε!
 
Ο Πιραντέλλο είναι δάσκαλος της μεθυσμένης φιλοσοφίας και του μεθυστικού λόγου. Όταν τελειώνεις ένα οποιοδήποτε βιβλίο του δεν (ξέρεις αν) είσαι ο ίδιος που το άρχισε. Και αυτό, παρά την δύναμη του κλισέ, δεν μπορεί να ειπωθεί και να ισχύσει για κανένα άλλο βιβλίο και κανέναν άλλο συγγραφέα. Τα βιβλία του Πιραντέλλο σε πονάνε με την ομορφιά της αλήθειας τους και την αληθινή ομορφιά τους, και όπως είναι ευρέως γνωστό, δεν είσαι ο εαυτός σου όταν πονάς!
 
[...] Εσύ δεν τα ξέρεις αυτά τα πράγματα, φουκαρά μεθυσμένε φιλόσοφε· ούτε καν σου περνάνε από το μυαλό. Ξέρεις όμως ποια είναι η πραγματική αιτία όλων των δεινών μας, της δυστυχίας μας; Η δημοκρατία, αγαπητέ μου, η κυβέρνηση δηλαδή της πλειονότητας. Γιατί όταν η εξουσία βρίσκεται στα χέρια ενός και μόνο, αυτός ο ένας ξέρει πως είναι ένας και πως πρέπει να ευχαριστήσει τους πολλούς· μα όταν κυβερνούν οι πολλοί, το μόνο που σκέφτονται είναι πώς θα ευχαριστήσουν τον εαυτό τους και τότε έχουμε την πιο ανίκανη, την πιο ειδεχθή τυραννία: την τυραννία μασκαρεμένη σε ελευθερία. Μα και βέβαια! Ω, γιατί νομίζεις πως υποφέρω εγώ; Υποφέρω από αυτήν την τυραννία μασκαρεμένη σε ελευθερία... Ας γυρίσουμε σπίτια μας τώρα!
 

 
Όλοι τον αγαπήσαμε τον μακαρίτη. Ζωή σε λόγου μας!
 
Υ.Γ. 2666 Αφήστε δυο-τρία σχόλια αγάπης και ζέσης στην μνήμη του. Να θυμάστε όμως αυτό, ότι, ο μακαρίτης σιχαινόταν το κουτσομπολιό!

Σχόλια

  1. Δεν έχω κανένα σχόλιο, τώρα διαβάζω τον "μακαρίτη". Γράφω μόνο για να πω ότι τα κείμενά σου δεν έκαναν ποτέ "αρμένικη" ή άλλου είδους βίζιτα στο δωδεκάχρονο blog μου, και τα περιμένω. Χαιρετώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχα, anagnostria, οι αρμένικες βίζιτες τελείωσαν από την στιγμή που έφτιαξα ετούτο το μπλογκ. Αν ήξερα ότι ενδιαφέρεσαι για τα κείμενά μου ίσως να σου έστελνα. Μπορεί ξανά όταν σταματήσω από δω, γιατί παρόλο που είμαι ακόμα τρίχρονο δεν το κόβω να φτάνω την ηλικία σου! Μακάρι να διαψευστώ όμως.

      Τα σχόλιά μου από την άλλη είναι διαρκώς ετοιμοπαράδοτα σε ό,τι μπορεί να με κάνει... να μην μπορώ να του αντισταθώ! Καλό απόγευμα :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».