Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

RIP Mattia Pascal


Είθε το facebook να αναπαύσει τη ψυχούλα σου! Με εκατοντάδες συναισθηματικές και αναθηματικές αναρτήσεις και άλλα τόσα δακρυσμένα emoticons, όπως κάνει ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια. Η λίστα του θανάτου αυξάνεται ανάλογα με την λίστα των φίλων σου. Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε; Για πες, ποιος. Είμαι αυτός που έχει διαβάσει όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ, τον ξέρω τόσο καλά όσο αυτός το πέος του! Τι λε ρε, εσύ ξες ποιος είμαι εγώ; Χμ... για να μάθουμε; Ένα θα σου πω, έχω δει την Αρλέτα live, ναι, live!! Ωωωω, φίλε, τα παρατάω, συγγνώμη για το θράσος μου. Να ζήσεις να την θυμάσαι! Μέσα σε όλες αυτές τις αναθηματικές κονταρομαχίες λοιπόν, εγώ επιλέγω να μνημονεύσω τον Ματία Πασκάλ, ο οποίος στην τελική πέθανε δύο φορές. ΔΥΟ φορές, bitch. Πιάσε ξαπλώστρα και λάρωσε, ξεκινάω. Pirandello on the beach!
 
Ο Πιραντέλλο πέρα από τις δυσκολίες που ενέχει η γραφή του, διατηρεί ένα ακαταμάχητο πλεονέκτημα για τους Έλληνες αναγνώστες του, και το κατάλαβα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, ένα από τα πρώτα του. Είναι η allegria, το μεσογειακό ταμπεραμέντο που λένε, η Μόνικα Μπελούτσι που κρύβουμε μέσα μας και το σαβούριασμα στις ταβέρνες των ακρογιαλών που φανερώνουμε απ' έξω μας! Γιατί οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς να μην προσπαθούσαν να γράψουν έτσι; Σαν άνθρωποι του τόπου τους; Ο Πιραντέλλο γράφει για τα πιο καταθλιπτικά πράγματα του κόσμου, για όλη την τραγικότητα της ύπαρξης, με έναν ολόλαμπρο ήλιο όμως να φωτίζει διαρκώς μέσα από τις σελίδες του. Αυτό δεν φθονούν οι ξένοι; Τον ήλιο μας; Ο Πιραντέλλο λοιπόν δεν τους τον χαρίζει, ούτε τους χαρίζεται.
 
[...] Ω, Θεέ μου, τι με νοιάζουν αυτά; Είμαστε ή δεν είμαστε πάνω σε μια αόρατη σβούρα λουσμένη στο φως μιας ηλιαχτίδας, πάνω σε έναν τρελαμένο κόκκο άμμου που γυρίζει και γυρίζει και γυρίζει δίχως να ξέρει γιατί, σάμπως του κάνει κέφι να στριφογυρίζει έτσι, για να νιώθουμε άλλοτε λίγο παραπάνω ζέστη, άλλοτε λίγο παραπάνω κρύο, και να πεθαίνουμε – συχνά με την συναίσθηση πως κάναμε ένα σωρό χαζομάρες – μετά από πενήντα ή εξήντα γύρους; Ο Κοπέρνικος, ο Κοπέρνικος, δον Ελίτζιο, κατέστρεψε ανεπανόρθωτα την ανθρωπότητα.
 

 
Ο Πιραντέλλο ξεκινάει το πρώιμο βιβλίο του με μια πρέζα φιλοσοφία αλλά γρήγορα το αλλάζει, κρατώντας την βαριά φιλοσοφία για τα επόμενα σπουδαία βιβλία του (αλλά, εντέχνως, και για τα επόμενα κεφάλαια του ίδιου αυτού βιβλίου). Ο πρωταγωνιστής μας, Ματία Πασκάλ, ξεκινάει τους γύρους του με άνεση και χάρη, γρήγορα όμως τον παίρνει η κατρακύλα. Του στερούν την πατρική κληρονομιά, τον φορτώνουν χρέη, παντρεύεται, αποκτά παιδιά, αποκτά θανάσιμη πεθερά, δεν έχει λεφτά να ζήσει την οικογένειά του, δεν τον εμπιστεύεται κανείς για δουλειά λόγω πρότερου τεμπέλικου βίου και έτσι το μόνο που του μένει είναι να (ρίξει τα μούτρα του και να) δουλέψει ως βιβλιοθηκάριος στην βιβλιοθήκη που είχε δωρίσει ένας λόγιος του τόπου στον δήμο και πλέον φυλάσσεται σε ένα εκκλησάκι. Όπα, μια στάση εδώ... να σταματήσω θέλω την κυκλοφορία.
 
[...] «Πώς όχι! Αυτός που μένει εκεί πάνω στη βιβλιοθήκη Μποκαμάτσα; Είναι κουφός, σχεδόν τυφλός, ξεκούτης, και δεν τον κρατάνε τα πόδια του. Χτες βράδυ, την ώρα που τρώγαμε, ο πατέρας μου είπε ότι η βιβλιοθήκη είναι σε άθλια κατάσταση και πρέπει να την φροντίσουν το συντομότερο δυνατόν. Αυτή είναι θέση για σένα!»
«Βιβλιοθηκάριος;» αναφώνησα. «Μα εγώ...»
«Γιατί όχι», συνέχισε ο Πομίνο. «Εδώ το έκανε ο Ρομιτέλι...»
 
Το επιχείρημα αυτό με έπεισε.
 
Μια γρήγορη αναγωγή με το βιβλιοθηκονομικό παρόν της Ελλάδας. Ακόμα θεωρούν ότι ένα σάψαλο (αν όχι σωματικό, έστω διανοητικό) είναι κατάλληλο για θέση βιβλιοθηκονόμου. Δεν απαιτεί δα και σπουδαίες δεξιότητες, εδώ το έκανε ο τάδε... σου αντιτείνουν πάντα. Οι δήμοι και γενικά το αρμόδιο υπουργείο αδιαφορούν πλήρως για τις βιβλιοθήκες, ειδικά για εκείνες που είναι αποτέλεσμα δωρεάς. Επίσης, ο βιβλιοθηκονόμος, κατά κανόνα, αμείβεται με ψίχουλα (όπως και άλλες δουλειές) αλλά σε φορτώνουν και ενοχές από πάνω, σαν να σου λένε, για την απλή δουλειά που κάνεις, που θα μπορούσε να την κάνει ο οποιοσδήποτε (γκρρ!), και πολλά παίρνεις, μην μιλάς καθόλου. Αφού λοιπόν ο ήρωάς μας έπιασε πάτο δουλεύοντας ως βιβλιοθηκονόμος, ξαφνικά είχε την αναπάντεχη τύχη να πεθάνει. Αντίο ζωή, καλημέρα ζωή!
 
Τρόπον τινά αναγκασμένος αλλά και απροσδόκητα απελευθερωμένος, ενδύεται μια νέα ταυτότητα, μια νέα εμφάνιση, μια νέα φιλοσοφία. [...] Δεν υπήρχε μέση οδός: με τέτοια εμφάνιση, μόνο φιλόσοφος θα μπορούσα να είμαι. Υπομονή, λοιπόν: θα οπλιζόμουν με μια διακριτική εύθυμη φιλοσοφία για να περάσω μέσα από αυτή την φτωχή ανθρωπότητα, την οποία, όσο καλοπροαίρετος και αν ήμουν, δυσκολευόμουν να μην τη θεωρώ γελοία και αχρεία. Αυτή ακριβώς είναι και η φιλοσοφία του ίδιου του Πιραντέλλο που ξεδιπλώνεται θαυμαστά σε κάθε έργο του, μικρό ή μεγάλο, όλα μεγάλα!
 
«[...] δεν μπορούμε να δυσπιστούμε και για τον ίδιο μας τον εαυτό...»
«Και γιατί όχι; Κάθε άλλο!»
 
Η μετάφραση της Δήμητρας Δότση είναι κομψότατη και αλέγκρα. Η έκδοση από το «Μεταίχμιο» είναι από τις καλές, όχι τις b-editions· βαρύ ωραίο χαρτί, στιβαρή κατασκευή, άνετα τυπογραφικά, και ένα υπέροχο εξώφυλλο. Για την ακρίβεια ένα από τα ομορφότερα εξώφυλλα που έχω δει τα τελευταία 2-3 χρόνια – όχι μόνο στο «Μεταίχμιο» που είναι πασίγνωστο ότι μαζεύει συχνότατα καφάσια με τα Χρυσά Βατόμουρα Εξωφύλλων, αλλά γενικώς. Αυτή η ανακατεμένη κατακερματισμένη προσωπογραφία του εξωφύλλου είναι εξόχως πιραντελλική και ο συνδυασμός των χρωμάτων απολαυστικός. Ευχαρίστως θα την αγόραζα σε αφίσα! Η έκδοση συνοδεύεται από έναν αδιάφορο 3σέλιδο πρόλογο του Δημήτρη Στεφανάκη. Εφόσον το συγκεκριμένο βιβλίο εντάσσεται στην σειρά «Μεγάλες αφηγήσεις» με έργα-ορόσημα της παγκόσμιας πεζογραφίας, θα άξιζε (αν όχι, θα έπρεπε) να συνοδεύεται από έναν δυνατό και σημαντικό, δοκιμιακού ύφους, πρόλογο για το έργο και την τέχνη του Πιραντέλλο – δεν γίνεται η δική μου γελοία ανάρτηση να ξεπερνά σε λέξεις και ενδιαφέρον τον πρόλογο για έργο του Πιραντέλλο. Αν γινόταν διαφορετικά, η έκδοση θα άγγιζε την τελειότητα. 
 
Το μοναδικό ελάττωμα του Πιραντέλλο που εντοπίζω είναι η ηλίθια ιδέα που είχε να αρχίσει να γράφει θεατρικά – και δεν σταμάταγε άλλο, ρε γαμώτο! Πώς του ήρθε τέτοια αλλόκοτη ιδέα; Στη θέση τους θα μπορούσε να είχε γράψει άλλα πέντε μεγάλα θαυμάσια μυθιστορήματα. Τέλος πάντων, για να δείξω καλή διαγωγή, μετά τα εννιάμερα του Ματία, θα ξεκινήσω ένα μικρό εξαντλημένο βιβλιαράκι με δύο θεατρικά κείμενα, από τις εκδόσεις «Εξάντας», που έφτασε αναπάντεχα στα χέρια μου. Της παρηγοριάς, που λένε!
 
Ο Πιραντέλλο είναι δάσκαλος της μεθυσμένης φιλοσοφίας και του μεθυστικού λόγου. Όταν τελειώνεις ένα οποιοδήποτε βιβλίο του δεν (ξέρεις αν) είσαι ο ίδιος που το άρχισε. Και αυτό, παρά την δύναμη του κλισέ, δεν μπορεί να ειπωθεί και να ισχύσει για κανένα άλλο βιβλίο και κανέναν άλλο συγγραφέα. Τα βιβλία του Πιραντέλλο σε πονάνε με την ομορφιά της αλήθειας τους και την αληθινή ομορφιά τους, και όπως είναι ευρέως γνωστό, δεν είσαι ο εαυτός σου όταν πονάς!
 
[...] Εσύ δεν τα ξέρεις αυτά τα πράγματα, φουκαρά μεθυσμένε φιλόσοφε· ούτε καν σου περνάνε από το μυαλό. Ξέρεις όμως ποια είναι η πραγματική αιτία όλων των δεινών μας, της δυστυχίας μας; Η δημοκρατία, αγαπητέ μου, η κυβέρνηση δηλαδή της πλειονότητας. Γιατί όταν η εξουσία βρίσκεται στα χέρια ενός και μόνο, αυτός ο ένας ξέρει πως είναι ένας και πως πρέπει να ευχαριστήσει τους πολλούς· μα όταν κυβερνούν οι πολλοί, το μόνο που σκέφτονται είναι πώς θα ευχαριστήσουν τον εαυτό τους και τότε έχουμε την πιο ανίκανη, την πιο ειδεχθή τυραννία: την τυραννία μασκαρεμένη σε ελευθερία. Μα και βέβαια! Ω, γιατί νομίζεις πως υποφέρω εγώ; Υποφέρω από αυτήν την τυραννία μασκαρεμένη σε ελευθερία... Ας γυρίσουμε σπίτια μας τώρα!
 

 
Όλοι τον αγαπήσαμε τον μακαρίτη. Ζωή σε λόγου μας!
 
Υ.Γ. 2666 Αφήστε δυο-τρία σχόλια αγάπης και ζέσης στην μνήμη του. Να θυμάστε όμως αυτό, ότι, ο μακαρίτης σιχαινόταν το κουτσομπολιό!

Σχόλια

  1. Δεν έχω κανένα σχόλιο, τώρα διαβάζω τον "μακαρίτη". Γράφω μόνο για να πω ότι τα κείμενά σου δεν έκαναν ποτέ "αρμένικη" ή άλλου είδους βίζιτα στο δωδεκάχρονο blog μου, και τα περιμένω. Χαιρετώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχα, anagnostria, οι αρμένικες βίζιτες τελείωσαν από την στιγμή που έφτιαξα ετούτο το μπλογκ. Αν ήξερα ότι ενδιαφέρεσαι για τα κείμενά μου ίσως να σου έστελνα. Μπορεί ξανά όταν σταματήσω από δω, γιατί παρόλο που είμαι ακόμα τρίχρονο δεν το κόβω να φτάνω την ηλικία σου! Μακάρι να διαψευστώ όμως.

      Τα σχόλιά μου από την άλλη είναι διαρκώς ετοιμοπαράδοτα σε ό,τι μπορεί να με κάνει... να μην μπορώ να του αντισταθώ! Καλό απόγευμα :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.