Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χωριό που φαίνεται


Μπετόν στην Ακρόπολη; Στο λίκνο του πολιτισμού; Αν είναι δυνατόν! Τον Μπέρνχαρντ δεν θα τον ένοιαζε ακόμα και αν την έκαναν πισίνα – που την έκαναν. Φαινομενικά αδιάφορος για τα πάντα αλλά βαθιά αγαπησιάρης, αγκάλιαζε με θέρμη όλη την ανθρωπότητα για να την τραβήξει αργότερα κάτω στα σκατά μαζί του (plot twist!). Απόλυτα απολαυστικός γιατί ποιος αναγνώστης δεν τρελαίνεται να διαβάζει για μοχθηρότητες που αφορούν άλλους; Τουλάχιστον μέχρι την στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι αφορούν τον ίδιο. Γιατί αυτό καταφέρνει ο Μπέρνχαρντ σε όλο του το έργο: οικοδομεί μια άρρωστη κοινωνία με αρρωστημένους ανθρώπους όπου ο καθένας έχει το προνόμιο να αντιλαμβάνεται υγιή μόνο τον εαυτό του και στην προσπάθειά του να γιατρέψει όσους (νομίζει ότι) αγαπά, (τους) μολύνει ακόμα περισσότερο(υς). «Μια και σχεδόν όλη η ανθρωπότητα είναι άρρωστη στις μέρες μας, και μια και χρησιμοποιεί του κόσμου τα φάρμακα, ας παραδεχτεί τουλάχιστον, πως υπάρχει κατά ένα μεγάλο ποσοστό χάριν της χημείας». Σεσημασμένος υπερ-μεταδότης ο Τόμας.
 
Παρόλο που το συγκεκριμένο βιβλίο του ξεκίνησε λίγο χλιαρά και άτονα κατά την γνώμη μου, γρήγορα βρήκε την χαρακτηριστική ορμή του (με κάποιες ενοχλητικές διαλείψεις, ωστόσο) και μου πρόσφερε την δυνατότητα να κάνω μεγαλόπνοες και μίζερες συγχρόνως σκέψεις αλλά πάντα λυτρωτικές – όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε μέσω της ιδιοφυούς λογοτεχνίας του. Έκανε πάλι τρελό χαμό αλλά δεν τον νοιάζει γιατί είναι νεκρός και πλέον αδιαφορεί για το τι θα πουν για αυτόν στο ιντερνετ· «Εγώ ποτέ μου δεν έδωσα σημασία στην κοινή γνώμη, γιατί πάντοτε ασχολιόμουν μέχρι εξαντλήσεως με τη δική μου γνώμη κι έτσι δεν είχα καιρό για τις γνώμες των άλλων που ποτέ δεν έλαβα υπ’ όψη ούτε πρόκειται να λάβω υπ’ όψη στο μέλλον. Με ενδιαφέρει τι λένε οι άλλοι, αλλά ποτέ δεν παίρνω στα σοβαρά τα λόγια τους». Αλίμονο σε μας! Η μετάφραση του Αλέξανδρου Ίσαρη είναι πολύ καλή (παρόλο που δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά σε «αμβλύνοες» όπως κάνει χαρακτηριστικά ο Βασίλης Τομανάς στις δικές του – προσοχή! δεν συγκρίνω τις μεταφράσεις, γιατί έτσι όπως το έγραψα μπορεί κάποιος να το εκλάβει ως μομφή, απλώς μου έλειψε η αναφορά της λέξης, τίποτα άλλο) και η έκδοση της «Εστίας» όμορφη. Συμπληρώνεται με έναν πρόλογο της Hannelore Ochs και έναν συγκλονιστικό πίνακα του Jasper Johnes που κρίνεται ισάξιος με τις σκέψεις του ίδιου του συγγραφέα.
 
[…] «Το άκουσα τόσο συχνά να το λένε, που δεν αντέχω να το ξανακούσω: οι άνθρωποι μιλούν συνέχεια γι’ αυτό με τη γνωστή ευτέλεια που χαρακτηρίζει τα κίβδηλα αισθήματα, ότι πρέπει δηλαδή ν’ αγαπάμε τους άλλους, ενώ το πρόβλημα είναι ν’ αγαπήσουμε κυρίως τον εαυτό μας· ο καθένας οφείλει να πλησιάσει πρώτα τον εαυτό του, κι επειδή κάτι τέτοιο δεν συνέβη σχεδόν ποτέ, είναι αδιανόητο το γεγονός ότι κάποιος από τα δισεκατομμύρια των δυστυχισμένων αγάπησε ποτέ κάποιον άλλον ή όπως λένε πολλοί μουσκεύοντας τα υποκριτικά τους μάτια, τον πλησίον του». 
 
Ανάμεσα σε όλα τα γνωστά θέματα των βιβλίων του, ο Τόμας Μπέρνχαρντ καταπιάνεται και με την επαρχία· ο τρόπος που χειρίζεται και αυτήν είναι εκπληκτικός και μου έδωσε την αφορμή («Και η φράση που μισούσε περισσότερο απ' όλες ήταν η φράση αφορμή για σκέψη») να μιλήσω για κάτι που με ενοχλούσε καιρό. Επιτρέψτε μου λοιπόν και μένα λίγη γκρίνια, ο γκρινιάρης των Χριστουγέννων του 2020 οφείλει να είναι πολλαπλά μισάνθρωπος. «Εμένα μου έρχεται να ξεράσω μ’ όλες αυτές τις εκατοντάδες, τις χιλιάδες δημοσιεύσεις των άλλων, πόσο μάλλον με τις δικές μου». Ας μην δίνατε θάρρος στον χωριάτη!
 
Όταν το χωριό (λογοτεχνία) φαίνεται δεν χρειάζεται καθοδήγηση, συμφωνώ· όπου φαίνεται χωριό (σκέτο) όμως – κυρίως στην επαρχιώτικη σύγχρονή μας εγχώρια λογοτεχνία – μια καθοδήγηση την χρειάζεσαι ομολογουμένως, ώστε να μην χάνεις τον χρόνο σου με τέτοια βιβλία και να ψάξεις κάτι καλύτερο. Ο βασικός λόγος που δεν διαβάζω σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι η εμμονή με την επαρχία και τις φαντασιώσεις της. Σταθερά και επίμονα, τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια εξάγουμε επαρχιω… πολιτισμό και αυτό βγαίνει προς τα μέσα· μπορεί οι ξένοι να έρχονται και να σας παίρνουν τις δουλειές, αλλά αν νομίζετε ότι θα έρθουν να πάρουν και τα βιβλία σας, είστε πολύ γελασμένοι! Η επαρχία κατάντησε η Σμύρνη του σήμερα, η χαμένη πατρίδα, την οποία όλοι νοσταλγούν αλλά κανείς δεν θέλει να πάει. Από παγανιστικές δοξασίες του θεσσαλικού κάμπου μέχρι την μαύρη μόρα που ρουφά την ψυχή της λογοτεχνίας – μαύρη σας μοίρα, βαριόμοιροι! Γουστάρουμε επαρχία σαν τρελοί γιατί όπως λέει και ο σοφός λαός, μπορείς να βγάλεις τον λογοτέχνη από το χωριό του αλλά όχι το χωριό από την λογοτεχνία του.
 
Οι περισσότεροι από εμάς πάμε στην επαρχία 2-3 σαββατοκύριακα τον χρόνο, 5 μέρες το Πάσχα και ίσως 1 βδομάδα το καλοκαίρι αν έχει θάλασσα κοντά, αλλά όταν γράφουμε τα βιβλία μας ζούμε τον μύθο μας… στην Ελλάδα, που αντιστέκεται, που επιβιώνει, που ελπίζει. Αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι σε πολλούς συγγραφείς φαίνεται πολύ γρήγορα ότι δεν έχουν καμία σχέση με την επαρχία, ενώ κάποιοι «δημιουργικότεροι» την μεταπλάθουν σε ξεχαρβαλωμένο σκηνικό Μαντ Μαξ με ούγκανους που τρώνε σάρκες και ψάχνουν πετρέλαιο· απλώς, δεν καταλαβαίνω προς τι αυτή η εμμονή και η μόδα. Το μόνο που πετυχαίνει, είναι να αναδίδει μικροαστικό… επαρχιωτισμό η γραφή τους. 
 
Jasper Johnes, «Watchman», 1964


 
[…] «Με μελαγχολούσαν από πάντα τα μέρη αυτά, κυρίως το Γκρατς, γιατί πρόκειται για τελείως παρακατιανές επαρχίες, αν και η κάθε μία θεωρεί τον εαυτό της τον ομφαλό της γης και πιστεύει ότι έχει νοικιάσει το Πνεύμα, μόνο που πρόκειται για εντελώς πρωτόγονο και μικροαστικό πνεύμα. Εκεί γνώρισα την ηλιθιότητα όλων εκείνων των λούστρων που διδάσκουν φιλοσοφία και ασχολούνται με τη λογοτεχνία, καθώς και την απαίσια μυρωδιά της στενοκέφαλης χυδαιότητας που ξεχύνεται από τους αυστριακούς οχετούς, που μου αφαιρούσε κάθε διάθεση, όχι να θέλω να μείνω για μεγάλο διάστημα εκεί, αλλά ούτε και για το πιο σύντομο».
 
Έτσι λοιπόν η πονηρή συνταγή είναι μία και τόσο πετυχημένη όσο τα οικογενειακά χριστουγεννιάτικα τραπέζια: κότες, γριές, γέροι, τσοπανόσκυλα, τζάκι, κυνήγι αγριογούρουνου, αλκοολικοί θαμώνες καφενείου, πρέφα, κλέφτικο, μάζεμα ελιάς, φέτα, θυμαρορίγανη, γιαούρτι με την πέτσα, γιδοβοσκοί, τραχανοπλαγιάδες, πανηγύρια, χορός ελεύθερος, νάυλον ντέφια, προπάντων η παράδοση, στραβά το καβουράκι, μαγκιές, κλανιές, εξατμίσεις κωλοφτιαγμένων, αερικά του βουνού, στοιχειά του λόγγου, σκιάχτρα του κάμπου, όλα αυτά συνθέτουν μία λογοτεχνία που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αριστουργηματικές Άγριες Μέλισσες – έτσι είναι, άμα είσαι κηφήνας της λογοτεχνίας, εντυπωσιάζεσαι από τις άγριες μέλισσες, δεν αντιλέγω!
 
Προτείνω λοιπόν, έτσι όπως επιθυμούσαμε διακαώς να φύγουμε για σπουδές σε κάποια πόλη ρίχνοντας μαύρη πέτρα στην επαρχία, το ίδιο να κάνουν και οι συγγραφείς μας. Και αν μετά από πολλά πολλά βιβλία εμπειρίας, την νοσταλγήσουν, ας ξαναγυρίσουν συνειδητοποιημένα. Όσοι πάλι την τίμησαν μένοντάς της πιστοί, ας συνεχίσουν να το κάνουν, με κάθε επισημότητα και (τουλάχιστον) με κάθε σοβαρότητα. Τα είπα και ξεθύμανα. Ας επιστρέψω τώρα στη φύση να κάνω τον ψόφιο κοριό.
 
«Δεν αγαπώ τη φύση, ουδέποτε την αγαπούσα, και ουδέποτε πίεσα τον εαυτό μου να την αγαπήσει».
 
Εγώ ειμί η Θανάσης...! (Δεν αντελήφθην τι συνέβη)
  

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».