Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χωριό που φαίνεται


Μπετόν στην Ακρόπολη; Στο λίκνο του πολιτισμού; Αν είναι δυνατόν! Τον Μπέρνχαρντ δεν θα τον ένοιαζε ακόμα και αν την έκαναν πισίνα – που την έκαναν. Φαινομενικά αδιάφορος για τα πάντα αλλά βαθιά αγαπησιάρης, αγκάλιαζε με θέρμη όλη την ανθρωπότητα για να την τραβήξει αργότερα κάτω στα σκατά μαζί του (plot twist!). Απόλυτα απολαυστικός γιατί ποιος αναγνώστης δεν τρελαίνεται να διαβάζει για μοχθηρότητες που αφορούν άλλους; Τουλάχιστον μέχρι την στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι αφορούν τον ίδιο. Γιατί αυτό καταφέρνει ο Μπέρνχαρντ σε όλο του το έργο: οικοδομεί μια άρρωστη κοινωνία με αρρωστημένους ανθρώπους όπου ο καθένας έχει το προνόμιο να αντιλαμβάνεται υγιή μόνο τον εαυτό του και στην προσπάθειά του να γιατρέψει όσους (νομίζει ότι) αγαπά, (τους) μολύνει ακόμα περισσότερο(υς). «Μια και σχεδόν όλη η ανθρωπότητα είναι άρρωστη στις μέρες μας, και μια και χρησιμοποιεί του κόσμου τα φάρμακα, ας παραδεχτεί τουλάχιστον, πως υπάρχει κατά ένα μεγάλο ποσοστό χάριν της χημείας». Σεσημασμένος υπερ-μεταδότης ο Τόμας.
 
Παρόλο που το συγκεκριμένο βιβλίο του ξεκίνησε λίγο χλιαρά και άτονα κατά την γνώμη μου, γρήγορα βρήκε την χαρακτηριστική ορμή του (με κάποιες ενοχλητικές διαλείψεις, ωστόσο) και μου πρόσφερε την δυνατότητα να κάνω μεγαλόπνοες και μίζερες συγχρόνως σκέψεις αλλά πάντα λυτρωτικές – όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε μέσω της ιδιοφυούς λογοτεχνίας του. Έκανε πάλι τρελό χαμό αλλά δεν τον νοιάζει γιατί είναι νεκρός και πλέον αδιαφορεί για το τι θα πουν για αυτόν στο ιντερνετ· «Εγώ ποτέ μου δεν έδωσα σημασία στην κοινή γνώμη, γιατί πάντοτε ασχολιόμουν μέχρι εξαντλήσεως με τη δική μου γνώμη κι έτσι δεν είχα καιρό για τις γνώμες των άλλων που ποτέ δεν έλαβα υπ’ όψη ούτε πρόκειται να λάβω υπ’ όψη στο μέλλον. Με ενδιαφέρει τι λένε οι άλλοι, αλλά ποτέ δεν παίρνω στα σοβαρά τα λόγια τους». Αλίμονο σε μας! Η μετάφραση του Αλέξανδρου Ίσαρη είναι πολύ καλή (παρόλο που δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά σε «αμβλύνοες» όπως κάνει χαρακτηριστικά ο Βασίλης Τομανάς στις δικές του – προσοχή! δεν συγκρίνω τις μεταφράσεις, γιατί έτσι όπως το έγραψα μπορεί κάποιος να το εκλάβει ως μομφή, απλώς μου έλειψε η αναφορά της λέξης, τίποτα άλλο) και η έκδοση της «Εστίας» όμορφη. Συμπληρώνεται με έναν πρόλογο της Hannelore Ochs και έναν συγκλονιστικό πίνακα του Jasper Johnes που κρίνεται ισάξιος με τις σκέψεις του ίδιου του συγγραφέα.
 
[…] «Το άκουσα τόσο συχνά να το λένε, που δεν αντέχω να το ξανακούσω: οι άνθρωποι μιλούν συνέχεια γι’ αυτό με τη γνωστή ευτέλεια που χαρακτηρίζει τα κίβδηλα αισθήματα, ότι πρέπει δηλαδή ν’ αγαπάμε τους άλλους, ενώ το πρόβλημα είναι ν’ αγαπήσουμε κυρίως τον εαυτό μας· ο καθένας οφείλει να πλησιάσει πρώτα τον εαυτό του, κι επειδή κάτι τέτοιο δεν συνέβη σχεδόν ποτέ, είναι αδιανόητο το γεγονός ότι κάποιος από τα δισεκατομμύρια των δυστυχισμένων αγάπησε ποτέ κάποιον άλλον ή όπως λένε πολλοί μουσκεύοντας τα υποκριτικά τους μάτια, τον πλησίον του». 
 
Ανάμεσα σε όλα τα γνωστά θέματα των βιβλίων του, ο Τόμας Μπέρνχαρντ καταπιάνεται και με την επαρχία· ο τρόπος που χειρίζεται και αυτήν είναι εκπληκτικός και μου έδωσε την αφορμή («Και η φράση που μισούσε περισσότερο απ' όλες ήταν η φράση αφορμή για σκέψη») να μιλήσω για κάτι που με ενοχλούσε καιρό. Επιτρέψτε μου λοιπόν και μένα λίγη γκρίνια, ο γκρινιάρης των Χριστουγέννων του 2020 οφείλει να είναι πολλαπλά μισάνθρωπος. «Εμένα μου έρχεται να ξεράσω μ’ όλες αυτές τις εκατοντάδες, τις χιλιάδες δημοσιεύσεις των άλλων, πόσο μάλλον με τις δικές μου». Ας μην δίνατε θάρρος στον χωριάτη!
 
Όταν το χωριό (λογοτεχνία) φαίνεται δεν χρειάζεται καθοδήγηση, συμφωνώ· όπου φαίνεται χωριό (σκέτο) όμως – κυρίως στην επαρχιώτικη σύγχρονή μας εγχώρια λογοτεχνία – μια καθοδήγηση την χρειάζεσαι ομολογουμένως, ώστε να μην χάνεις τον χρόνο σου με τέτοια βιβλία και να ψάξεις κάτι καλύτερο. Ο βασικός λόγος που δεν διαβάζω σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι η εμμονή με την επαρχία και τις φαντασιώσεις της. Σταθερά και επίμονα, τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια εξάγουμε επαρχιω… πολιτισμό και αυτό βγαίνει προς τα μέσα· μπορεί οι ξένοι να έρχονται και να σας παίρνουν τις δουλειές, αλλά αν νομίζετε ότι θα έρθουν να πάρουν και τα βιβλία σας, είστε πολύ γελασμένοι! Η επαρχία κατάντησε η Σμύρνη του σήμερα, η χαμένη πατρίδα, την οποία όλοι νοσταλγούν αλλά κανείς δεν θέλει να πάει. Από παγανιστικές δοξασίες του θεσσαλικού κάμπου μέχρι την μαύρη μόρα που ρουφά την ψυχή της λογοτεχνίας – μαύρη σας μοίρα, βαριόμοιροι! Γουστάρουμε επαρχία σαν τρελοί γιατί όπως λέει και ο σοφός λαός, μπορείς να βγάλεις τον λογοτέχνη από το χωριό του αλλά όχι το χωριό από την λογοτεχνία του.
 
Οι περισσότεροι από εμάς πάμε στην επαρχία 2-3 σαββατοκύριακα τον χρόνο, 5 μέρες το Πάσχα και ίσως 1 βδομάδα το καλοκαίρι αν έχει θάλασσα κοντά, αλλά όταν γράφουμε τα βιβλία μας ζούμε τον μύθο μας… στην Ελλάδα, που αντιστέκεται, που επιβιώνει, που ελπίζει. Αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι σε πολλούς συγγραφείς φαίνεται πολύ γρήγορα ότι δεν έχουν καμία σχέση με την επαρχία, ενώ κάποιοι «δημιουργικότεροι» την μεταπλάθουν σε ξεχαρβαλωμένο σκηνικό Μαντ Μαξ με ούγκανους που τρώνε σάρκες και ψάχνουν πετρέλαιο· απλώς, δεν καταλαβαίνω προς τι αυτή η εμμονή και η μόδα. Το μόνο που πετυχαίνει, είναι να αναδίδει μικροαστικό… επαρχιωτισμό η γραφή τους. 
 
Jasper Johnes, «Watchman», 1964


 
[…] «Με μελαγχολούσαν από πάντα τα μέρη αυτά, κυρίως το Γκρατς, γιατί πρόκειται για τελείως παρακατιανές επαρχίες, αν και η κάθε μία θεωρεί τον εαυτό της τον ομφαλό της γης και πιστεύει ότι έχει νοικιάσει το Πνεύμα, μόνο που πρόκειται για εντελώς πρωτόγονο και μικροαστικό πνεύμα. Εκεί γνώρισα την ηλιθιότητα όλων εκείνων των λούστρων που διδάσκουν φιλοσοφία και ασχολούνται με τη λογοτεχνία, καθώς και την απαίσια μυρωδιά της στενοκέφαλης χυδαιότητας που ξεχύνεται από τους αυστριακούς οχετούς, που μου αφαιρούσε κάθε διάθεση, όχι να θέλω να μείνω για μεγάλο διάστημα εκεί, αλλά ούτε και για το πιο σύντομο».
 
Έτσι λοιπόν η πονηρή συνταγή είναι μία και τόσο πετυχημένη όσο τα οικογενειακά χριστουγεννιάτικα τραπέζια: κότες, γριές, γέροι, τσοπανόσκυλα, τζάκι, κυνήγι αγριογούρουνου, αλκοολικοί θαμώνες καφενείου, πρέφα, κλέφτικο, μάζεμα ελιάς, φέτα, θυμαρορίγανη, γιαούρτι με την πέτσα, γιδοβοσκοί, τραχανοπλαγιάδες, πανηγύρια, χορός ελεύθερος, νάυλον ντέφια, προπάντων η παράδοση, στραβά το καβουράκι, μαγκιές, κλανιές, εξατμίσεις κωλοφτιαγμένων, αερικά του βουνού, στοιχειά του λόγγου, σκιάχτρα του κάμπου, όλα αυτά συνθέτουν μία λογοτεχνία που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αριστουργηματικές Άγριες Μέλισσες – έτσι είναι, άμα είσαι κηφήνας της λογοτεχνίας, εντυπωσιάζεσαι από τις άγριες μέλισσες, δεν αντιλέγω!
 
Προτείνω λοιπόν, έτσι όπως επιθυμούσαμε διακαώς να φύγουμε για σπουδές σε κάποια πόλη ρίχνοντας μαύρη πέτρα στην επαρχία, το ίδιο να κάνουν και οι συγγραφείς μας. Και αν μετά από πολλά πολλά βιβλία εμπειρίας, την νοσταλγήσουν, ας ξαναγυρίσουν συνειδητοποιημένα. Όσοι πάλι την τίμησαν μένοντάς της πιστοί, ας συνεχίσουν να το κάνουν, με κάθε επισημότητα και (τουλάχιστον) με κάθε σοβαρότητα. Τα είπα και ξεθύμανα. Ας επιστρέψω τώρα στη φύση να κάνω τον ψόφιο κοριό.
 
«Δεν αγαπώ τη φύση, ουδέποτε την αγαπούσα, και ουδέποτε πίεσα τον εαυτό μου να την αγαπήσει».
 
Εγώ ειμί η Θανάσης...! (Δεν αντελήφθην τι συνέβη)
  

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !