Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χωριό που φαίνεται


Μπετόν στην Ακρόπολη; Στο λίκνο του πολιτισμού; Αν είναι δυνατόν! Τον Μπέρνχαρντ δεν θα τον ένοιαζε ακόμα και αν την έκαναν πισίνα – που την έκαναν. Φαινομενικά αδιάφορος για τα πάντα αλλά βαθιά αγαπησιάρης, αγκάλιαζε με θέρμη όλη την ανθρωπότητα για να την τραβήξει αργότερα κάτω στα σκατά μαζί του (plot twist!). Απόλυτα απολαυστικός γιατί ποιος αναγνώστης δεν τρελαίνεται να διαβάζει για μοχθηρότητες που αφορούν άλλους; Τουλάχιστον μέχρι την στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι αφορούν τον ίδιο. Γιατί αυτό καταφέρνει ο Μπέρνχαρντ σε όλο του το έργο: οικοδομεί μια άρρωστη κοινωνία με αρρωστημένους ανθρώπους όπου ο καθένας έχει το προνόμιο να αντιλαμβάνεται υγιή μόνο τον εαυτό του και στην προσπάθειά του να γιατρέψει όσους (νομίζει ότι) αγαπά, (τους) μολύνει ακόμα περισσότερο(υς). «Μια και σχεδόν όλη η ανθρωπότητα είναι άρρωστη στις μέρες μας, και μια και χρησιμοποιεί του κόσμου τα φάρμακα, ας παραδεχτεί τουλάχιστον, πως υπάρχει κατά ένα μεγάλο ποσοστό χάριν της χημείας». Σεσημασμένος υπερ-μεταδότης ο Τόμας.
 
Παρόλο που το συγκεκριμένο βιβλίο του ξεκίνησε λίγο χλιαρά και άτονα κατά την γνώμη μου, γρήγορα βρήκε την χαρακτηριστική ορμή του (με κάποιες ενοχλητικές διαλείψεις, ωστόσο) και μου πρόσφερε την δυνατότητα να κάνω μεγαλόπνοες και μίζερες συγχρόνως σκέψεις αλλά πάντα λυτρωτικές – όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε μέσω της ιδιοφυούς λογοτεχνίας του. Έκανε πάλι τρελό χαμό αλλά δεν τον νοιάζει γιατί είναι νεκρός και πλέον αδιαφορεί για το τι θα πουν για αυτόν στο ιντερνετ· «Εγώ ποτέ μου δεν έδωσα σημασία στην κοινή γνώμη, γιατί πάντοτε ασχολιόμουν μέχρι εξαντλήσεως με τη δική μου γνώμη κι έτσι δεν είχα καιρό για τις γνώμες των άλλων που ποτέ δεν έλαβα υπ’ όψη ούτε πρόκειται να λάβω υπ’ όψη στο μέλλον. Με ενδιαφέρει τι λένε οι άλλοι, αλλά ποτέ δεν παίρνω στα σοβαρά τα λόγια τους». Αλίμονο σε μας! Η μετάφραση του Αλέξανδρου Ίσαρη είναι πολύ καλή (παρόλο που δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά σε «αμβλύνοες» όπως κάνει χαρακτηριστικά ο Βασίλης Τομανάς στις δικές του – προσοχή! δεν συγκρίνω τις μεταφράσεις, γιατί έτσι όπως το έγραψα μπορεί κάποιος να το εκλάβει ως μομφή, απλώς μου έλειψε η αναφορά της λέξης, τίποτα άλλο) και η έκδοση της «Εστίας» όμορφη. Συμπληρώνεται με έναν πρόλογο της Hannelore Ochs και έναν συγκλονιστικό πίνακα του Jasper Johnes που κρίνεται ισάξιος με τις σκέψεις του ίδιου του συγγραφέα.
 
[…] «Το άκουσα τόσο συχνά να το λένε, που δεν αντέχω να το ξανακούσω: οι άνθρωποι μιλούν συνέχεια γι’ αυτό με τη γνωστή ευτέλεια που χαρακτηρίζει τα κίβδηλα αισθήματα, ότι πρέπει δηλαδή ν’ αγαπάμε τους άλλους, ενώ το πρόβλημα είναι ν’ αγαπήσουμε κυρίως τον εαυτό μας· ο καθένας οφείλει να πλησιάσει πρώτα τον εαυτό του, κι επειδή κάτι τέτοιο δεν συνέβη σχεδόν ποτέ, είναι αδιανόητο το γεγονός ότι κάποιος από τα δισεκατομμύρια των δυστυχισμένων αγάπησε ποτέ κάποιον άλλον ή όπως λένε πολλοί μουσκεύοντας τα υποκριτικά τους μάτια, τον πλησίον του». 
 
Ανάμεσα σε όλα τα γνωστά θέματα των βιβλίων του, ο Τόμας Μπέρνχαρντ καταπιάνεται και με την επαρχία· ο τρόπος που χειρίζεται και αυτήν είναι εκπληκτικός και μου έδωσε την αφορμή («Και η φράση που μισούσε περισσότερο απ' όλες ήταν η φράση αφορμή για σκέψη») να μιλήσω για κάτι που με ενοχλούσε καιρό. Επιτρέψτε μου λοιπόν και μένα λίγη γκρίνια, ο γκρινιάρης των Χριστουγέννων του 2020 οφείλει να είναι πολλαπλά μισάνθρωπος. «Εμένα μου έρχεται να ξεράσω μ’ όλες αυτές τις εκατοντάδες, τις χιλιάδες δημοσιεύσεις των άλλων, πόσο μάλλον με τις δικές μου». Ας μην δίνατε θάρρος στον χωριάτη!
 
Όταν το χωριό (λογοτεχνία) φαίνεται δεν χρειάζεται καθοδήγηση, συμφωνώ· όπου φαίνεται χωριό (σκέτο) όμως – κυρίως στην επαρχιώτικη σύγχρονή μας εγχώρια λογοτεχνία – μια καθοδήγηση την χρειάζεσαι ομολογουμένως, ώστε να μην χάνεις τον χρόνο σου με τέτοια βιβλία και να ψάξεις κάτι καλύτερο. Ο βασικός λόγος που δεν διαβάζω σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι η εμμονή με την επαρχία και τις φαντασιώσεις της. Σταθερά και επίμονα, τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια εξάγουμε επαρχιω… πολιτισμό και αυτό βγαίνει προς τα μέσα· μπορεί οι ξένοι να έρχονται και να σας παίρνουν τις δουλειές, αλλά αν νομίζετε ότι θα έρθουν να πάρουν και τα βιβλία σας, είστε πολύ γελασμένοι! Η επαρχία κατάντησε η Σμύρνη του σήμερα, η χαμένη πατρίδα, την οποία όλοι νοσταλγούν αλλά κανείς δεν θέλει να πάει. Από παγανιστικές δοξασίες του θεσσαλικού κάμπου μέχρι την μαύρη μόρα που ρουφά την ψυχή της λογοτεχνίας – μαύρη σας μοίρα, βαριόμοιροι! Γουστάρουμε επαρχία σαν τρελοί γιατί όπως λέει και ο σοφός λαός, μπορείς να βγάλεις τον λογοτέχνη από το χωριό του αλλά όχι το χωριό από την λογοτεχνία του.
 
Οι περισσότεροι από εμάς πάμε στην επαρχία 2-3 σαββατοκύριακα τον χρόνο, 5 μέρες το Πάσχα και ίσως 1 βδομάδα το καλοκαίρι αν έχει θάλασσα κοντά, αλλά όταν γράφουμε τα βιβλία μας ζούμε τον μύθο μας… στην Ελλάδα, που αντιστέκεται, που επιβιώνει, που ελπίζει. Αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι σε πολλούς συγγραφείς φαίνεται πολύ γρήγορα ότι δεν έχουν καμία σχέση με την επαρχία, ενώ κάποιοι «δημιουργικότεροι» την μεταπλάθουν σε ξεχαρβαλωμένο σκηνικό Μαντ Μαξ με ούγκανους που τρώνε σάρκες και ψάχνουν πετρέλαιο· απλώς, δεν καταλαβαίνω προς τι αυτή η εμμονή και η μόδα. Το μόνο που πετυχαίνει, είναι να αναδίδει μικροαστικό… επαρχιωτισμό η γραφή τους. 
 
Jasper Johnes, «Watchman», 1964


 
[…] «Με μελαγχολούσαν από πάντα τα μέρη αυτά, κυρίως το Γκρατς, γιατί πρόκειται για τελείως παρακατιανές επαρχίες, αν και η κάθε μία θεωρεί τον εαυτό της τον ομφαλό της γης και πιστεύει ότι έχει νοικιάσει το Πνεύμα, μόνο που πρόκειται για εντελώς πρωτόγονο και μικροαστικό πνεύμα. Εκεί γνώρισα την ηλιθιότητα όλων εκείνων των λούστρων που διδάσκουν φιλοσοφία και ασχολούνται με τη λογοτεχνία, καθώς και την απαίσια μυρωδιά της στενοκέφαλης χυδαιότητας που ξεχύνεται από τους αυστριακούς οχετούς, που μου αφαιρούσε κάθε διάθεση, όχι να θέλω να μείνω για μεγάλο διάστημα εκεί, αλλά ούτε και για το πιο σύντομο».
 
Έτσι λοιπόν η πονηρή συνταγή είναι μία και τόσο πετυχημένη όσο τα οικογενειακά χριστουγεννιάτικα τραπέζια: κότες, γριές, γέροι, τσοπανόσκυλα, τζάκι, κυνήγι αγριογούρουνου, αλκοολικοί θαμώνες καφενείου, πρέφα, κλέφτικο, μάζεμα ελιάς, φέτα, θυμαρορίγανη, γιαούρτι με την πέτσα, γιδοβοσκοί, τραχανοπλαγιάδες, πανηγύρια, χορός ελεύθερος, νάυλον ντέφια, προπάντων η παράδοση, στραβά το καβουράκι, μαγκιές, κλανιές, εξατμίσεις κωλοφτιαγμένων, αερικά του βουνού, στοιχειά του λόγγου, σκιάχτρα του κάμπου, όλα αυτά συνθέτουν μία λογοτεχνία που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αριστουργηματικές Άγριες Μέλισσες – έτσι είναι, άμα είσαι κηφήνας της λογοτεχνίας, εντυπωσιάζεσαι από τις άγριες μέλισσες, δεν αντιλέγω!
 
Προτείνω λοιπόν, έτσι όπως επιθυμούσαμε διακαώς να φύγουμε για σπουδές σε κάποια πόλη ρίχνοντας μαύρη πέτρα στην επαρχία, το ίδιο να κάνουν και οι συγγραφείς μας. Και αν μετά από πολλά πολλά βιβλία εμπειρίας, την νοσταλγήσουν, ας ξαναγυρίσουν συνειδητοποιημένα. Όσοι πάλι την τίμησαν μένοντάς της πιστοί, ας συνεχίσουν να το κάνουν, με κάθε επισημότητα και (τουλάχιστον) με κάθε σοβαρότητα. Τα είπα και ξεθύμανα. Ας επιστρέψω τώρα στη φύση να κάνω τον ψόφιο κοριό.
 
«Δεν αγαπώ τη φύση, ουδέποτε την αγαπούσα, και ουδέποτε πίεσα τον εαυτό μου να την αγαπήσει».
 
Εγώ ειμί η Θανάσης...! (Δεν αντελήφθην τι συνέβη)
  

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν