Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γλυκοχαράζει λογοτεχνία


 
 
 
Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε με το «Κομπλεξικό», ένα λεξικό που θα έκανε ακόμη και τον Μπαμπινιώτη να αναφωνήσει OMG! Μετά από αυτό το πρώτο βήμα λογικό είναι να ακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ξέρεις πλέον πώς λειτουργεί ένα λεξικό, ξεκινάς να το χρησιμοποιείς σωστά – μην κρίνετε από την πλειονότητα των Ελλήνων συγγραφέων που πρωτίστως λειτουργούν… ανελέξεγκτοι! «Ο Καραβάγγος, πρώην τσομπανόσκυλο σε στάνη των Γρεβενών, δεν κατάλαβε ποτέ πώς είχε καταφέρει να μπλέξει τόσο άσχημα… Η μία μικρή υποχώρηση είχε φέρει την άλλη, και εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε γελοίες πόζες, που καθόλου δεν ταίριαζαν με την ιδιοσυγκρασία του». Wanna be on top! Και δεν ξέρω τόσο για τον Καραβάγγο, αλλά ο Αχιλλέας ΙΙΙ σίγουρα στοχεύει ψηλά με την λογοτεχνία του και αυτό είναι πολύ καλό – κυρίως για την λογοτεχνία που πασχίζει με αξιοπρέπεια να γίνει μόδα, και όχι τόσο για την μόδα που νομίζει εδώ και χρόνια ότι έγινε λογοτεχνία.
 
Λέγεται ότι είναι πιο εύκολο να γράφεις πρώτα την μουσική και μετά τους στίχους· ή και το αντίστροφο, θα σας γελάσω. Δεν ξέρω από μουσική, εγώ είμαι κριτικός λογοτεχνίας, και αυτό που μπορώ να συνεισφέρω στην άσκοπη συζήτηση είναι ότι θεωρείται σαφώς ευκολότερο να γράφεις πρώτα την κριτική και μετά (αν θες, αν όχι, κλάην) να διαβάζεις το βιβλίο. Συμφωνείτε; Ο Αχιλλέας ΙΙΙ όμως είναι (και) μουσικός και μου ερχόταν αυτή η σκέψη στο μυαλό καθ’ όλη την διάρκεια της ανάγνωσης. Οι εικόνες που συνοδεύουν τα διηγήματα, και εν μέρει τα ίδια τα διηγήματα, είναι αυτό που σε ελληνικά που θα ζήλευε και ο Μπαμπινιώτης, θα χαρακτηρίζαμε awkward. Και αυτή η συνθήκη είναι το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου. Ο συγγραφέας ξεκινά από αυτή την συσχέτιση, χωρίς να κάνει εντελώς σαφές στον αναγνώστη αν η εικόνα υπαγόρευσε το διήγημα ή το διήγημα φιλοτέχνησε την εικόνα. Σε πολλές στιγμές μού θύμισαν (και πολύ χάρηκα γι’ αυτό) το βιτριολικό χιούμορ του αγαπημένου μου Αμβρόσιου Μπηρς, και άλλων χολερικών του είδους, χωρίς όμως να χάνουν λεπτό την προσωπική σφραγίδα του συγγραφέα τους. Οι περισσότερες ιστορίες του μοιάζουν αλλόκοτες το λιγότερο, αλλά μέσα εκεί υπάρχουν τα περισσότερα που αφορούν την ανθρώπινη συνθήκη, κάνοντάς τες προσιτές σε όλους, κρύβοντας ταυτόχρονα πάντα ένα πικρό κεντρί εντός τους (όπως μας εξηγεί και το εναρκτήριο διήγημα «Εντωμότητες τύπου Ε»), βουίζοντας ωστόσο διαρκώς από ένα καθόλα επικονιαστικό και λυτρωτικό χιούμορ. 
 
[…] «Όταν, προς το μεσημέρι, έκλεινε το βιβλίο που διάβαζε, μπορεί να χρειαζόταν μέχρι και μισή ώρα έως ότου να ξεμπλέξει τον εαυτό της από όσα είχε ζήσει μέσα σε κάθε σελίδα και, ισιώνοντας το σώμα της, να επανέλθει στην πρότερή της μορφή, προκειμένου να καταφέρει να χωρέσει στο καλούπι που σχημάτιζαν οι καθημερινές της υποχρεώσεις και οι ανάγκες των οικείων της.
Ένα μεσημέρι ο σύζυγός της επέστρεψε στο σπίτι νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως και τη βρήκε δεμένη σε έναν κόμπο που έμοιαζε ναυτικός. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις», του είπε η Τασούλα και άρχισε κατακόκκινη από ντροπή να ξεδιπλώνεται, αφήνοντας συγχρόνως στο πλάι το βιβλίο που μέχρι τότε κρατούσε στο χέρι της. Εκείνος, με γουρλωμένα μάτια, διάβασε στο εξώφυλλο: Μόμπι Ντικ».
 
Ένα άλλο θελκτικό στοιχείο του βιβλίου είναι η χρήση της γλώσσας που τεντώνεται στις αμέτρητα ευφάνταστες δυνατότητές της βγάζοντας γλώσσα σε όλες τις αρτηριοσκληρωτικές πένες αυτού του ταλαίπωρου κόσμου. Βάζω ένα υπέροχο και ολίγον φορτωμένο απόσπασμα – επειδή εδώ το απαιτεί το ίδιο το διήγημα, που φέρει τον τίτλο «Σε γνωρίζω από την κόψη» (!) – για να πάρετε μια γεύση. Είναι και ένας τρόπος να σας δείξω και την δύναμη της γλώσσας επειδή εδώ τυχαίνει να είναι συμπυκνωμένη. Στο μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων όμως αυτή η δύναμη βρίσκεται ναρκοθετημένη σε καίρια σημεία της αφήγησης προσφέροντάς μας εκρηκτικά αποτελέσματα. 
 
[…] «Η Κατερινούλα είχε δείξει από νωρίς ότι διέθετε έμφυτη την ικανότητα να κόβει πράγματα, καθώς το πρώτο που έκανε μόλις γεννήθηκε ήταν να κόψει μόνη της τον ομφάλιο λώρο που τη συνέδεε με τη μητέρα της. Αργότερα, οι δικοί της την άφηναν πάντα να κόβει τη γαλοπούλα και τη βασιλόπιτα στο τραπέζι, αλλά και τα ξύλα για το τζάκι, αν και εκείνη προτιμούσε να τους κόβει τη χολή κυκλοφορώντας με οτιδήποτε κοφτερό έπεφτε στα χέρια της. Μεγαλώνοντας, θα έκοβε την ανάσα σε όσους την γνώριζαν, τον αέρα σε εκείνους που προσπαθούσαν να της επιβάλλουν κάτι που η ίδια δεν το ήθελε, την καλημέρα σε αυτούς που δεν συμπαθούσε και τις μαλακίες σε όσους τολμούσαν να ξεπεράσουν τα όρια – παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιους συνήθιζε να τους κόβει από την πρώτη στιγμή και να μην τους επιτρέπει να πολυπλησιάσουν».
 
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νεφέλη» σε μια όμορφη και λιτή έκδοση, χωρίς περιττές εισαγωγές και επίμετρα, γιατί σε αυτή την περίπτωση κάθε εικόνα είναι (περίπου) 1000 λέξεις, το υπέροχο και αξέχαστο διήγημα δηλαδή που ακολουθεί κάθε φορά. Όπως και κάθε συγγραφέας που είναι μπροστά από την εποχή του, έτσι και εδώ (μεταξύ πολλών άλλων), ο Αχιλλέας ΙΙΙ δίνει εύστοχα και το στίγμα της περιόδου που πλησιάζει και δεν θυμίζει τόσο Χριστούγεννα όσο… Αχρηστούγεννα – ένα διαρκές ατύχημα! Θα τον ακολουθήσω σίγουρα και στα επόμενα βήματά του. Το βιβλίο, όπως λέει και το Βικάκι «υπακούοντας στις προσταγές μίας εσωτερικής, βραχνής από το κάπνισμα φωνής, την οποία άλλες φορές απέδιδε στον Θεό, άλλες στον Διάβολο και κάποιες άλλες φορές στον ίδιο της τον εαυτό», είναι mind blowing και δεν βρίσκω τον λόγο κάποιος να μην κάνει πασαρέλα στα βιβλιοπωλεία όταν ξανανοίξουν, για να το πάρει. Συγκλό, all the way!
 

Σχόλια

  1. Βρίσκομαι στην παράδοξη θέση να συμφωνώ με όλα, ενώ το βιβλίο δεν έχει φτάσει ακόμα στα χέρια μου (το περιμένω) . Επίσης, ο Αχιλλέας ΙΙΙ είναι και καλός μουσικός!
    Περαιτέρω ενημέρωση, συντόμως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Φωτεινή,

      χαχα, όλα όσα αφορούν τον Αχιλλέα ΙΙΙ είναι παράδοξα, αυτή είναι η γοητεία του! Το ξέρω ότι θα σου αρέσει πολύ, περιμένω ολοκληρωμένη (και πάλι, παράδοξη) άποψη στο τέλος. Γνωρίζω για την μουσική του ενασχόληση, αλλά δεν έχω ακούσει ακόμα, η μουσική γενικότερα δεν είναι το φόρτε μου, το παραδέχομαι.

      Διαγραφή
    2. Καλημέρα κι από μένα! Υπόσχομαι ολοκληρωμένη και εννοείται λοξή άποψη. Καλά να περνάς!

      Διαγραφή
  2. Καλησπέρα!

    Έγραψα σχόλιο-απάντηση πριν λίγο και πάει, εξαφανίστηκε. Τέλος πάντων, αν το βρεις πουθενά, μη του φερθείς άσχημα, έβαλα όλη μου την τέχνη.
    Υποσχέθηκα ολοκληρωμένη και λοξή άποψη για το βιβλίο, κι επειδή, ως κλασική ενοχική, η υπόσχεση μου έχει γίνει βραχνάς επειδή το έχω διαβάσει εδώ και είκοσι μέρες, καταθέτω πάραυτα ότι ήταν όπως το περίμενα.
    Ανατρεπτικό, πρωτότυπο, λοξάτο και επιτέλους κάτι διαφορετικό από το κόπι παστέ της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, το διάβασα και το απόλαυσα.
    Του οφείλω, βέβαια, μια δεύτερη ανάγνωση, γιατί νιώθω ότι σε σημεία έχασα νοήματα.
    Για να μην πολυλογώ, συμφωνώ με την κριτική σου για το συγκεκριμένο βιβλίο σχεδόν εξ ολοκλήρου (το ότι απορρίπτεις τη Λισπέκτορ, με πληγώνει βαθύτατα) και δεν έχω πολλά να προσθέσω.
    Η μόνη παρατήρηση που θα είχα είναι ότι σε κάποιες ιστορίες, το τέλος μου φάνηκε αμήχανο ή η ανάπτυξη της πρωτότυπης ιδέας σαν να παρέπαιε.
    Αυτό δεν μειώνει την αξία του βιβλίου σε καμία περίπτωση. Τον Αχιλλέα τον πιστεύω και τον παρακολουθώ, είναι από τις φωνές που ξεχωρίζω.
    Ήδη ο Παραχαράκτης μπήκε στη λίστα δώρων για φίλους.
    Επειδή όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν και τόσο "ολοκληρωμένη" άποψη, καθώς με περιμένουν άλλα δύο χιλιάδες οχτακόσια είκοσι δύο πράγματα που πρέπει να κάνω, θα αναπτύξω αυτοστιγμή τη θεωρία "ό,τι ημιτελές είναι πιο γοητευτικό".
    Μπορείς να την ασπαστείς κι εσύ, δεν θα διεκδικήσω τη μητρότητα.

    Καλό Σαββατόβραδο, όπως εσύ το επιθυμείς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι δεν βρήκα κάποιο άλλο σχόλιο σου -- τυχαία βρήκα και αυτό, καθώς χάζευα στο υπέροχο μπλογκ μου!! ;) Πάντως πρέπει να σου πω ότι είναι πολύ άσχημο να χάνονται σχόλια ή κείμενα, να σβήνονται κατά λάθος ή ό,τι άλλο. Το έχω πάθει κάποιες φορές και είναι εκνευριστικότατο, πλέον πάντα μα πάντα κάνω αντιγραφή πριν το ποστάρω ή ακόμα και όταν έχει γίνει ήδη μεγάλο σε έκταση και μια απροσεξία μπορεί να το εξαφανίσει.

      Τέλος πάντων, μια χαρά τα είπες και στο δεύτερο, αναπόφευκτα πιο ελλειπτικό σε σύγκριση με το αρχικό, σχόλιο. Και εγώ ένιωθα ότι κάποιες ιστορίες ήθελαν δεύτερη ανάγνωση (μερικές τις ξαναδιάβασα) όχι όμως γιατί χανόταν κάποιο νόημα αλλά επειδή η ιστορία κουβαλούσε πολλαπλά νοήματα που έπρεπε να αναδειχθούν σε επανειλημμένες αναγνώσεις, όπως άλλωστε αξιώνει κάθε καλό βιβλίο. Σχετικά με την όποια αμηχανία θεωρώ ότι αποτελούσε μέρος της παραδοξότητας των ιστοριών και όχι μιας τεχνικής ανεπάρκειας από μέρους του συγγραφέα. Εμένα δεν με ενόχλησε, αντιθέτως το βρήκα γοητευτικό.

      Να το δωρίσεις σε φίλους, ναι. Δώρισε και την Λισπέκτορ. Για να δεις πόσο μεγαλόψυχος γίνομαι στις γιορτές! Καλά να περνάς.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !