Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γλυκοχαράζει λογοτεχνία


 
 
 
Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε με το «Κομπλεξικό», ένα λεξικό που θα έκανε ακόμη και τον Μπαμπινιώτη να αναφωνήσει OMG! Μετά από αυτό το πρώτο βήμα λογικό είναι να ακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ξέρεις πλέον πώς λειτουργεί ένα λεξικό, ξεκινάς να το χρησιμοποιείς σωστά – μην κρίνετε από την πλειονότητα των Ελλήνων συγγραφέων που πρωτίστως λειτουργούν… ανελέξεγκτοι! «Ο Καραβάγγος, πρώην τσομπανόσκυλο σε στάνη των Γρεβενών, δεν κατάλαβε ποτέ πώς είχε καταφέρει να μπλέξει τόσο άσχημα… Η μία μικρή υποχώρηση είχε φέρει την άλλη, και εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε γελοίες πόζες, που καθόλου δεν ταίριαζαν με την ιδιοσυγκρασία του». Wanna be on top! Και δεν ξέρω τόσο για τον Καραβάγγο, αλλά ο Αχιλλέας ΙΙΙ σίγουρα στοχεύει ψηλά με την λογοτεχνία του και αυτό είναι πολύ καλό – κυρίως για την λογοτεχνία που πασχίζει με αξιοπρέπεια να γίνει μόδα, και όχι τόσο για την μόδα που νομίζει εδώ και χρόνια ότι έγινε λογοτεχνία.
 
Λέγεται ότι είναι πιο εύκολο να γράφεις πρώτα την μουσική και μετά τους στίχους· ή και το αντίστροφο, θα σας γελάσω. Δεν ξέρω από μουσική, εγώ είμαι κριτικός λογοτεχνίας, και αυτό που μπορώ να συνεισφέρω στην άσκοπη συζήτηση είναι ότι θεωρείται σαφώς ευκολότερο να γράφεις πρώτα την κριτική και μετά (αν θες, αν όχι, κλάην) να διαβάζεις το βιβλίο. Συμφωνείτε; Ο Αχιλλέας ΙΙΙ όμως είναι (και) μουσικός και μου ερχόταν αυτή η σκέψη στο μυαλό καθ’ όλη την διάρκεια της ανάγνωσης. Οι εικόνες που συνοδεύουν τα διηγήματα, και εν μέρει τα ίδια τα διηγήματα, είναι αυτό που σε ελληνικά που θα ζήλευε και ο Μπαμπινιώτης, θα χαρακτηρίζαμε awkward. Και αυτή η συνθήκη είναι το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου. Ο συγγραφέας ξεκινά από αυτή την συσχέτιση, χωρίς να κάνει εντελώς σαφές στον αναγνώστη αν η εικόνα υπαγόρευσε το διήγημα ή το διήγημα φιλοτέχνησε την εικόνα. Σε πολλές στιγμές μού θύμισαν (και πολύ χάρηκα γι’ αυτό) το βιτριολικό χιούμορ του αγαπημένου μου Αμβρόσιου Μπηρς, και άλλων χολερικών του είδους, χωρίς όμως να χάνουν λεπτό την προσωπική σφραγίδα του συγγραφέα τους. Οι περισσότερες ιστορίες του μοιάζουν αλλόκοτες το λιγότερο, αλλά μέσα εκεί υπάρχουν τα περισσότερα που αφορούν την ανθρώπινη συνθήκη, κάνοντάς τες προσιτές σε όλους, κρύβοντας ταυτόχρονα πάντα ένα πικρό κεντρί εντός τους (όπως μας εξηγεί και το εναρκτήριο διήγημα «Εντωμότητες τύπου Ε»), βουίζοντας ωστόσο διαρκώς από ένα καθόλα επικονιαστικό και λυτρωτικό χιούμορ. 
 
[…] «Όταν, προς το μεσημέρι, έκλεινε το βιβλίο που διάβαζε, μπορεί να χρειαζόταν μέχρι και μισή ώρα έως ότου να ξεμπλέξει τον εαυτό της από όσα είχε ζήσει μέσα σε κάθε σελίδα και, ισιώνοντας το σώμα της, να επανέλθει στην πρότερή της μορφή, προκειμένου να καταφέρει να χωρέσει στο καλούπι που σχημάτιζαν οι καθημερινές της υποχρεώσεις και οι ανάγκες των οικείων της.
Ένα μεσημέρι ο σύζυγός της επέστρεψε στο σπίτι νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως και τη βρήκε δεμένη σε έναν κόμπο που έμοιαζε ναυτικός. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις», του είπε η Τασούλα και άρχισε κατακόκκινη από ντροπή να ξεδιπλώνεται, αφήνοντας συγχρόνως στο πλάι το βιβλίο που μέχρι τότε κρατούσε στο χέρι της. Εκείνος, με γουρλωμένα μάτια, διάβασε στο εξώφυλλο: Μόμπι Ντικ».
 
Ένα άλλο θελκτικό στοιχείο του βιβλίου είναι η χρήση της γλώσσας που τεντώνεται στις αμέτρητα ευφάνταστες δυνατότητές της βγάζοντας γλώσσα σε όλες τις αρτηριοσκληρωτικές πένες αυτού του ταλαίπωρου κόσμου. Βάζω ένα υπέροχο και ολίγον φορτωμένο απόσπασμα – επειδή εδώ το απαιτεί το ίδιο το διήγημα, που φέρει τον τίτλο «Σε γνωρίζω από την κόψη» (!) – για να πάρετε μια γεύση. Είναι και ένας τρόπος να σας δείξω και την δύναμη της γλώσσας επειδή εδώ τυχαίνει να είναι συμπυκνωμένη. Στο μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων όμως αυτή η δύναμη βρίσκεται ναρκοθετημένη σε καίρια σημεία της αφήγησης προσφέροντάς μας εκρηκτικά αποτελέσματα. 
 
[…] «Η Κατερινούλα είχε δείξει από νωρίς ότι διέθετε έμφυτη την ικανότητα να κόβει πράγματα, καθώς το πρώτο που έκανε μόλις γεννήθηκε ήταν να κόψει μόνη της τον ομφάλιο λώρο που τη συνέδεε με τη μητέρα της. Αργότερα, οι δικοί της την άφηναν πάντα να κόβει τη γαλοπούλα και τη βασιλόπιτα στο τραπέζι, αλλά και τα ξύλα για το τζάκι, αν και εκείνη προτιμούσε να τους κόβει τη χολή κυκλοφορώντας με οτιδήποτε κοφτερό έπεφτε στα χέρια της. Μεγαλώνοντας, θα έκοβε την ανάσα σε όσους την γνώριζαν, τον αέρα σε εκείνους που προσπαθούσαν να της επιβάλλουν κάτι που η ίδια δεν το ήθελε, την καλημέρα σε αυτούς που δεν συμπαθούσε και τις μαλακίες σε όσους τολμούσαν να ξεπεράσουν τα όρια – παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιους συνήθιζε να τους κόβει από την πρώτη στιγμή και να μην τους επιτρέπει να πολυπλησιάσουν».
 
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νεφέλη» σε μια όμορφη και λιτή έκδοση, χωρίς περιττές εισαγωγές και επίμετρα, γιατί σε αυτή την περίπτωση κάθε εικόνα είναι (περίπου) 1000 λέξεις, το υπέροχο και αξέχαστο διήγημα δηλαδή που ακολουθεί κάθε φορά. Όπως και κάθε συγγραφέας που είναι μπροστά από την εποχή του, έτσι και εδώ (μεταξύ πολλών άλλων), ο Αχιλλέας ΙΙΙ δίνει εύστοχα και το στίγμα της περιόδου που πλησιάζει και δεν θυμίζει τόσο Χριστούγεννα όσο… Αχρηστούγεννα – ένα διαρκές ατύχημα! Θα τον ακολουθήσω σίγουρα και στα επόμενα βήματά του. Το βιβλίο, όπως λέει και το Βικάκι «υπακούοντας στις προσταγές μίας εσωτερικής, βραχνής από το κάπνισμα φωνής, την οποία άλλες φορές απέδιδε στον Θεό, άλλες στον Διάβολο και κάποιες άλλες φορές στον ίδιο της τον εαυτό», είναι mind blowing και δεν βρίσκω τον λόγο κάποιος να μην κάνει πασαρέλα στα βιβλιοπωλεία όταν ξανανοίξουν, για να το πάρει. Συγκλό, all the way!
 

Σχόλια

  1. Βρίσκομαι στην παράδοξη θέση να συμφωνώ με όλα, ενώ το βιβλίο δεν έχει φτάσει ακόμα στα χέρια μου (το περιμένω) . Επίσης, ο Αχιλλέας ΙΙΙ είναι και καλός μουσικός!
    Περαιτέρω ενημέρωση, συντόμως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Φωτεινή,

      χαχα, όλα όσα αφορούν τον Αχιλλέα ΙΙΙ είναι παράδοξα, αυτή είναι η γοητεία του! Το ξέρω ότι θα σου αρέσει πολύ, περιμένω ολοκληρωμένη (και πάλι, παράδοξη) άποψη στο τέλος. Γνωρίζω για την μουσική του ενασχόληση, αλλά δεν έχω ακούσει ακόμα, η μουσική γενικότερα δεν είναι το φόρτε μου, το παραδέχομαι.

      Διαγραφή
    2. Καλημέρα κι από μένα! Υπόσχομαι ολοκληρωμένη και εννοείται λοξή άποψη. Καλά να περνάς!

      Διαγραφή
  2. Καλησπέρα!

    Έγραψα σχόλιο-απάντηση πριν λίγο και πάει, εξαφανίστηκε. Τέλος πάντων, αν το βρεις πουθενά, μη του φερθείς άσχημα, έβαλα όλη μου την τέχνη.
    Υποσχέθηκα ολοκληρωμένη και λοξή άποψη για το βιβλίο, κι επειδή, ως κλασική ενοχική, η υπόσχεση μου έχει γίνει βραχνάς επειδή το έχω διαβάσει εδώ και είκοσι μέρες, καταθέτω πάραυτα ότι ήταν όπως το περίμενα.
    Ανατρεπτικό, πρωτότυπο, λοξάτο και επιτέλους κάτι διαφορετικό από το κόπι παστέ της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, το διάβασα και το απόλαυσα.
    Του οφείλω, βέβαια, μια δεύτερη ανάγνωση, γιατί νιώθω ότι σε σημεία έχασα νοήματα.
    Για να μην πολυλογώ, συμφωνώ με την κριτική σου για το συγκεκριμένο βιβλίο σχεδόν εξ ολοκλήρου (το ότι απορρίπτεις τη Λισπέκτορ, με πληγώνει βαθύτατα) και δεν έχω πολλά να προσθέσω.
    Η μόνη παρατήρηση που θα είχα είναι ότι σε κάποιες ιστορίες, το τέλος μου φάνηκε αμήχανο ή η ανάπτυξη της πρωτότυπης ιδέας σαν να παρέπαιε.
    Αυτό δεν μειώνει την αξία του βιβλίου σε καμία περίπτωση. Τον Αχιλλέα τον πιστεύω και τον παρακολουθώ, είναι από τις φωνές που ξεχωρίζω.
    Ήδη ο Παραχαράκτης μπήκε στη λίστα δώρων για φίλους.
    Επειδή όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν και τόσο "ολοκληρωμένη" άποψη, καθώς με περιμένουν άλλα δύο χιλιάδες οχτακόσια είκοσι δύο πράγματα που πρέπει να κάνω, θα αναπτύξω αυτοστιγμή τη θεωρία "ό,τι ημιτελές είναι πιο γοητευτικό".
    Μπορείς να την ασπαστείς κι εσύ, δεν θα διεκδικήσω τη μητρότητα.

    Καλό Σαββατόβραδο, όπως εσύ το επιθυμείς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι δεν βρήκα κάποιο άλλο σχόλιο σου -- τυχαία βρήκα και αυτό, καθώς χάζευα στο υπέροχο μπλογκ μου!! ;) Πάντως πρέπει να σου πω ότι είναι πολύ άσχημο να χάνονται σχόλια ή κείμενα, να σβήνονται κατά λάθος ή ό,τι άλλο. Το έχω πάθει κάποιες φορές και είναι εκνευριστικότατο, πλέον πάντα μα πάντα κάνω αντιγραφή πριν το ποστάρω ή ακόμα και όταν έχει γίνει ήδη μεγάλο σε έκταση και μια απροσεξία μπορεί να το εξαφανίσει.

      Τέλος πάντων, μια χαρά τα είπες και στο δεύτερο, αναπόφευκτα πιο ελλειπτικό σε σύγκριση με το αρχικό, σχόλιο. Και εγώ ένιωθα ότι κάποιες ιστορίες ήθελαν δεύτερη ανάγνωση (μερικές τις ξαναδιάβασα) όχι όμως γιατί χανόταν κάποιο νόημα αλλά επειδή η ιστορία κουβαλούσε πολλαπλά νοήματα που έπρεπε να αναδειχθούν σε επανειλημμένες αναγνώσεις, όπως άλλωστε αξιώνει κάθε καλό βιβλίο. Σχετικά με την όποια αμηχανία θεωρώ ότι αποτελούσε μέρος της παραδοξότητας των ιστοριών και όχι μιας τεχνικής ανεπάρκειας από μέρους του συγγραφέα. Εμένα δεν με ενόχλησε, αντιθέτως το βρήκα γοητευτικό.

      Να το δωρίσεις σε φίλους, ναι. Δώρισε και την Λισπέκτορ. Για να δεις πόσο μεγαλόψυχος γίνομαι στις γιορτές! Καλά να περνάς.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!