Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αλλόκοτος φιλελληνισμός



 
Από τα μαθητικά τα χρόνια, που δεν τα άλλαζε με τίποτα η Απόλυτη Θεά, θυμάμαι να μου γίνεται ανυπόφορη η φιγούρα του Μπάιρον· κυρίως γιατί αποτελούσε μέρος κάποιας διδακτέας ύλης («Για τους Έλληνες ο Μπάιρον είναι πιο πολύ ένας δικός μας αγωνιστής παρά ένας Άγγλος ποιητής, έστω και ο πιο σπουδαίος της γενιάς του ή ο πιο δημοφιλής»), μια περίοδο που ήμουν εν γένει ανεπίδεκτος μαθήσεως. Από την άλλη, ο Γ. Χ. Ώντεν συνδέθηκε μυστηριωδώς με την ποίηση και τη φιγούρα του Καβάφη, του μοναδικού πραγματικά εξαγώγιμου καλλιτεχνικού προϊόντος που έβγαλε ετούτη η χώρα. «Σκέφτομαι ποιήματά [μου] που, αν δεν γνώριζα τον Καβάφη, θα τα είχα γράψει εντελώς διαφορετικά, ή δε θα τα είχα γράψει ίσως καθόλου». Επίσης, έγραψε και ένα μεγάλο ποίημα με τίτλο «Letter to Lord Byron» και έτσι σκέφτηκα να παρουσιάσω μαζί αυτά τα δύο βιβλία, μέσα από τα οποία φαίνεται αρκετά καθαρά ότι, παρόλο που είχαν διαφορετική καλλιτεχνική διαδρομή και πορεία ζωής, είχαν επίσης και μια μεγάλη μεταξύ τους αλλά ελαφρώς συγκλίνουσα παράλληλη και αλλόκοτη τροχιά.
 
Και τώρα που έχω τελειώσει πια με το σχολείο πάλι δεν ήθελα να διαβάσω οτιδήποτε για τον Μπάιρον ή τα έργα του. Συγγνώμη αλλά έχω χάσει τον… ρομαντισμό μου! Ωστόσο, το γεγονός ότι αυτή την μελέτη την έγραψε ο αγαπημένος συγγραφέας Τομάζι Ντι Λαμπεντούζα (ένας συγγραφέας σπάνιας κοπής που δεν ξαναβγαίνει, κατασπαράξτε άμεσα τον «Γατόπαρδό» του) με έκανε να αλλάξω γνώμη. Σε αυτό συνέβαλε και η μεταφράστριά του Δήμητρα Δότση, που κανονικά δεν θα έπρεπε να ασχολούμαι τόσο επισταμένα με τις μεταφράσεις της γιατί είναι δουλειά της και όχι δική μου δουλειά, αλλά για κάποιον παράξενο λόγο κάθε φορά που βλέπω το όνομά της κοντοστέκομαι να δω και το βιβλίο, πεπεισμένος ότι ενίοτε έχει βάλει το χεράκι της πέρα από την μετάφραση και στην ίδια την επιλογή του βιβλίου. 
 
Ο Λαμπεντούζα δίνει μια διάλεξη για τον Μπάιρον το 1954 και εδώ βλέπουμε το γραπτό της αποτύπωμα. Δεν σημαίνει ότι είναι η πιο ολοκληρωμένη ή εμπεριστατωμένη μελέτη αλλά δίνει το ακριβές στίγμα της συγγραφικής ιδιοφυΐας του Λαμπεντούζα και μαζί με αυτό σκιαγραφεί και έναν υπέροχο ήρωα, τον ίδιο τον Μπάιρον. Μπορεί όντως ο Μπάιρον να έζησε μια ζωή σαν μυθιστόρημα, αλλά όπου βλέπετε αυτή την φράση να κρατάτε μικρό καλάθι, γιατί σχεδόν πάντα το μυθιστόρημα βγαίνει μάπα! Στα χέρια του Λαμπεντούζα όμως το αποτέλεσμα είναι εντελώς διαφορετικό. Ο συγγραφέας χωρίζει την διάλεξή του σε τρία μέρη: το πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό περιβάλλον που γέννησε τον ποιητή· την πολυτάραχη ζωή του· την κριτική αποτίμηση του έργου του. Όλα διαβάζονται με ενδιαφέρον, με το μεσαίο μέρος να έχει αναπόφευκτα την πιο λογοτεχνική μορφή. Μου άρεσε πολύ η κριτική αποτίμηση που του επιφυλάσσει ο Λαμπεντούζα γιατί παρόλο που αναγνωρίζει ότι ήταν μεταχμιακή αλλά εξαιρετικά αμφιλεγόμενη μορφή της εποχής του, τα έργα του δεν διαβάζονται πλέον με την ίδια λάμψη που είχαν τότε. Εντούτοις διασώζει τρία εξ αυτών που τα θεωρεί σημαντικά: Τον «Κάιν», τον «Δον Ζουάν» και την σάτιρα για την αγγλική αυλή «Το όραμα της κρίσης», το οποίο πείστηκα να αγοράσω και εγώ και ύστερα να ζήσω ελεύθερος, μακριά από την πολιορκία της επαναστατικής φιγούρας του που με καταδιώκει από παιδί. «Για τους παππούδες μας ο Μπάιρον ήταν ο δημιουργός του Λάρα και του Μάνφρεντ. Για εμάς είναι κυρίως ο δημιουργός του Δον Ζουάν».
 
Η ωραία έκδοση της «Αιώρας», πέρα από την άψογη μετάφραση της Δήμητρας Δότση, συμπληρώνεται με μία καλή εισαγωγή της Θεοδώρας Πασαχίδου, ένα εκτενές χρονολόγιο στο τέλος και μια εκπληκτική ξυλογραφία στο εξώφυλλο έργο του Χρήστου Δαγκλή. Στη διάλεξη του Λαμπεντούζα, ο Μπάιρον δεν έχει αφήσει θηλυκιά γάτα σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο και σε κάποιες φάσεις θα λέγαμε ότι το παράκανε κιόλας. Ο Λαμπεντούζα παρότι είναι τολμηρός στην παρουσίαση του Μπάιρον αποκρύπτει τις πληροφορίες που αφορούν την ομοφυλοφιλία του, λόγω κοινωνικών (και άλλων) περιορισμών της δικής του εποχής, όπως διευκρινίζει στην εισαγωγή της η Πασαχίδου. «Και όντως, οι πρώτες βιογραφίες δεν έχουν σχέση με τις πιο πρόσφατες, νέα στοιχεία και αρχεία έχουν έρθει στο φως, η ματιά και η τόλμη των βιογράφων είναι πλέον διαφορετική, το ίδιο και η ανεκτικότητα ή η περιέργεια των αναγνωστών και των επίσημων φορέων». Αυτό όμως που πρέπει σίγουρα να κρατήσουμε από αυτό το υπέροχο βιβλιαράκι, είναι η τόλμη του ίδιου του Μπάιρον και η λεπτή ειρωνεία του Λαμπεντούζα που μας πρόσφεραν αποσπάσματα σαν αυτό:
 
[…] «Και τώρα που η ποίηση εγκατέλειψε ένα από τα πιο ισχυρά της όπλα, είμαστε αναγκασμένοι να πούμε ότι το 1954, αυτό που θα χρειαζόταν η κοινωνία μας θα ήταν ένας… Μπάιρον, ένας ποιητής δηλαδή που δεν θα ήταν σκλάβος του αναγνωστικού κοινού ή των εκδοτών, ένας ποιητής με είκοσι εκατομμύρια εισόδημα, που θα τολμούσε να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Και τώρα που πλησιάζει το 2021, το ίδιο χρειαζόμαστε· μαζί με ένα καλά στελεχωμένο εμβόλιο. 
 


 
Στον αντίποδα (κυριολεκτικά) έχουμε τον σπουδαίο Ώντεν, μεγάλο ανανεωτή της ποιητικής γλώσσας που με άφησε άφωνο με τα ποιήματά του. Δεν μπορώ να πω πολλά για την ποίησή του, γιατί εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στοιχειό, αλλά σας προκαλώ να αναζητήσετε την συγκεκριμένη συλλογή. «Δεν μπορώ να καταλάβω, από μια καθαρά ηδονιστική άποψη, πώς γίνεται ν’ απολαμβάνεις το γράψιμο όταν δεν υπάρχει καμία φόρμα. Όταν παίζεις ένα παιχνίδι, χρειάζεσαι κανόνες, αλλιώς δεν υπάρχει απόλαυση. Ο έμμετρος στίχος μάς απελευθερώνει από τα δεσμά του εγώ […]». Πες τα ρε Ώντεν γιατί μας έχουν φλομώσει οι ποιητές μας με τις μπούρδες τους σε ελεύθερο στίχο! Έτσι ένιωσε ο ποιητής, λένε – αχ, να ξέρατε πώς νιώθει ο αναγνώστης…
 
Η έκδοση των «Αντιπόδων» είναι καταπληκτική. Ο μελετητής του Ώντεν, Ερρίκος Σοφράς που ανέλαβε την εισαγωγή, την μετάφραση και τον σχολιασμό των ποιημάτων, έκανε θαυμάσια δουλειά. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν και κάποιες ενδεικτικές φωτογραφίες από όλη την πορεία της ζωής του ποιητή. Πολύ μου άρεσε ο Ώντεν, θα το ψάξω περισσότερο. Θα αρέσει και σε σας. «Ο Ώντεν είναι ο ποιητής του δυτικού κόσμου που ανέδειξε σε νέο πλαίσιο το ιδεώδες της αρχαιοελληνικής πολιτείας μέσα από τη θεματολογία των ποιημάτων και τον κλασικισμό του, από το λεπτό τρόπο με τον οποίο εντοπίζει την παρουσία των ελληνικών προτύπων στο σύγχρονο μητροπολιτικό περιβάλλον». Το αναφέρω αυτό εδώ για να ενισχύσω κάπως τον αυθαίρετο ισχυρισμό μου περί φιλελληνισμού, που προσπαθεί να καλύψει τους φτωχούς και περιορισμένους σκοπούς τούτης της ανάρτησης. Τέλος, θα μπορούσα να αντιγράψω ένα ποίημα του και θα το έκανα αν το μάτι μου φευγαλέα δεν απομόνωνε ένα δίστιχο παράξενα ταιριαστό στο δύστυχο ετούτο έτος που ευτυχώς σύντομα τελειώνει.  
 
«Καραδοκεί απ’ τη σκιά ο Χρόνος
και ξεροβήχει στο κάθε μας φιλί».
 
Υ.Γ. 2666 Ο τίτλος της ανάρτησης παραπέμπει ξεκάθαρα και ξεδιάντροπα στο υπέροχο βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου «Αλλόκοτος Ελληνισμός»
 

Σχόλια

  1. Και επειδή μία ποιητική συλλογή αξιώνει (και σωστά) ένα ολόκληρο ποίημα και όχι ένα δίστιχο, αφήνω εδώ ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα της συλλογής:



    ΟΙ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ

    Στους κρύους δρόμους τριγυρνάς ένα κουβάρι,
    Τα συντριβάνια πάγωσαν μες στο χιονιά,
    Σου ξεγλιστρά η μορφή της πόλης και το χνάρι,
    Κ' η υπόστασή της σβήνεται στη χειμωνιά.

    Οι γέροι, οι νηστικοί κι οι καταφρονεμένοι
    Μονάχα αυτοί νιώθουν το μέρος ακριβώς,
    Στη δυστυχία τους είναι συγκεντρωμένοι·
    Τους κρύβει όπως η Όπερα ο ψυχρός καιρός.

    Πλουσιόσπιτα στου σκοταδιού την ερημία,
    Παράθυρα μοναχικά. Σα φορτηγό,
    Με σημασία φορτωμένη, πάει μια φράση.

    Σε μια ματιά χωρά η ανθρώπινη ιστορία.
    Πενήντα φράγκα στον ξένο επιτρέπουν
    Την πολιτεία που τρέμει τώρα ν' αγκαλιάσει.

    Δεκέμβριος 1938

    -- Γ.Χ. Ώντεν, «Η ασπίδα του Αχιλλέα», μετ. Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Αντίποδες

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !