Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αλλόκοτος φιλελληνισμός



 
Από τα μαθητικά τα χρόνια, που δεν τα άλλαζε με τίποτα η Απόλυτη Θεά, θυμάμαι να μου γίνεται ανυπόφορη η φιγούρα του Μπάιρον· κυρίως γιατί αποτελούσε μέρος κάποιας διδακτέας ύλης («Για τους Έλληνες ο Μπάιρον είναι πιο πολύ ένας δικός μας αγωνιστής παρά ένας Άγγλος ποιητής, έστω και ο πιο σπουδαίος της γενιάς του ή ο πιο δημοφιλής»), μια περίοδο που ήμουν εν γένει ανεπίδεκτος μαθήσεως. Από την άλλη, ο Γ. Χ. Ώντεν συνδέθηκε μυστηριωδώς με την ποίηση και τη φιγούρα του Καβάφη, του μοναδικού πραγματικά εξαγώγιμου καλλιτεχνικού προϊόντος που έβγαλε ετούτη η χώρα. «Σκέφτομαι ποιήματά [μου] που, αν δεν γνώριζα τον Καβάφη, θα τα είχα γράψει εντελώς διαφορετικά, ή δε θα τα είχα γράψει ίσως καθόλου». Επίσης, έγραψε και ένα μεγάλο ποίημα με τίτλο «Letter to Lord Byron» και έτσι σκέφτηκα να παρουσιάσω μαζί αυτά τα δύο βιβλία, μέσα από τα οποία φαίνεται αρκετά καθαρά ότι, παρόλο που είχαν διαφορετική καλλιτεχνική διαδρομή και πορεία ζωής, είχαν επίσης και μια μεγάλη μεταξύ τους αλλά ελαφρώς συγκλίνουσα παράλληλη και αλλόκοτη τροχιά.
 
Και τώρα που έχω τελειώσει πια με το σχολείο πάλι δεν ήθελα να διαβάσω οτιδήποτε για τον Μπάιρον ή τα έργα του. Συγγνώμη αλλά έχω χάσει τον… ρομαντισμό μου! Ωστόσο, το γεγονός ότι αυτή την μελέτη την έγραψε ο αγαπημένος συγγραφέας Τομάζι Ντι Λαμπεντούζα (ένας συγγραφέας σπάνιας κοπής που δεν ξαναβγαίνει, κατασπαράξτε άμεσα τον «Γατόπαρδό» του) με έκανε να αλλάξω γνώμη. Σε αυτό συνέβαλε και η μεταφράστριά του Δήμητρα Δότση, που κανονικά δεν θα έπρεπε να ασχολούμαι τόσο επισταμένα με τις μεταφράσεις της γιατί είναι δουλειά της και όχι δική μου δουλειά, αλλά για κάποιον παράξενο λόγο κάθε φορά που βλέπω το όνομά της κοντοστέκομαι να δω και το βιβλίο, πεπεισμένος ότι ενίοτε έχει βάλει το χεράκι της πέρα από την μετάφραση και στην ίδια την επιλογή του βιβλίου. 
 
Ο Λαμπεντούζα δίνει μια διάλεξη για τον Μπάιρον το 1954 και εδώ βλέπουμε το γραπτό της αποτύπωμα. Δεν σημαίνει ότι είναι η πιο ολοκληρωμένη ή εμπεριστατωμένη μελέτη αλλά δίνει το ακριβές στίγμα της συγγραφικής ιδιοφυΐας του Λαμπεντούζα και μαζί με αυτό σκιαγραφεί και έναν υπέροχο ήρωα, τον ίδιο τον Μπάιρον. Μπορεί όντως ο Μπάιρον να έζησε μια ζωή σαν μυθιστόρημα, αλλά όπου βλέπετε αυτή την φράση να κρατάτε μικρό καλάθι, γιατί σχεδόν πάντα το μυθιστόρημα βγαίνει μάπα! Στα χέρια του Λαμπεντούζα όμως το αποτέλεσμα είναι εντελώς διαφορετικό. Ο συγγραφέας χωρίζει την διάλεξή του σε τρία μέρη: το πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό περιβάλλον που γέννησε τον ποιητή· την πολυτάραχη ζωή του· την κριτική αποτίμηση του έργου του. Όλα διαβάζονται με ενδιαφέρον, με το μεσαίο μέρος να έχει αναπόφευκτα την πιο λογοτεχνική μορφή. Μου άρεσε πολύ η κριτική αποτίμηση που του επιφυλάσσει ο Λαμπεντούζα γιατί παρόλο που αναγνωρίζει ότι ήταν μεταχμιακή αλλά εξαιρετικά αμφιλεγόμενη μορφή της εποχής του, τα έργα του δεν διαβάζονται πλέον με την ίδια λάμψη που είχαν τότε. Εντούτοις διασώζει τρία εξ αυτών που τα θεωρεί σημαντικά: Τον «Κάιν», τον «Δον Ζουάν» και την σάτιρα για την αγγλική αυλή «Το όραμα της κρίσης», το οποίο πείστηκα να αγοράσω και εγώ και ύστερα να ζήσω ελεύθερος, μακριά από την πολιορκία της επαναστατικής φιγούρας του που με καταδιώκει από παιδί. «Για τους παππούδες μας ο Μπάιρον ήταν ο δημιουργός του Λάρα και του Μάνφρεντ. Για εμάς είναι κυρίως ο δημιουργός του Δον Ζουάν».
 
Η ωραία έκδοση της «Αιώρας», πέρα από την άψογη μετάφραση της Δήμητρας Δότση, συμπληρώνεται με μία καλή εισαγωγή της Θεοδώρας Πασαχίδου, ένα εκτενές χρονολόγιο στο τέλος και μια εκπληκτική ξυλογραφία στο εξώφυλλο έργο του Χρήστου Δαγκλή. Στη διάλεξη του Λαμπεντούζα, ο Μπάιρον δεν έχει αφήσει θηλυκιά γάτα σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο και σε κάποιες φάσεις θα λέγαμε ότι το παράκανε κιόλας. Ο Λαμπεντούζα παρότι είναι τολμηρός στην παρουσίαση του Μπάιρον αποκρύπτει τις πληροφορίες που αφορούν την ομοφυλοφιλία του, λόγω κοινωνικών (και άλλων) περιορισμών της δικής του εποχής, όπως διευκρινίζει στην εισαγωγή της η Πασαχίδου. «Και όντως, οι πρώτες βιογραφίες δεν έχουν σχέση με τις πιο πρόσφατες, νέα στοιχεία και αρχεία έχουν έρθει στο φως, η ματιά και η τόλμη των βιογράφων είναι πλέον διαφορετική, το ίδιο και η ανεκτικότητα ή η περιέργεια των αναγνωστών και των επίσημων φορέων». Αυτό όμως που πρέπει σίγουρα να κρατήσουμε από αυτό το υπέροχο βιβλιαράκι, είναι η τόλμη του ίδιου του Μπάιρον και η λεπτή ειρωνεία του Λαμπεντούζα που μας πρόσφεραν αποσπάσματα σαν αυτό:
 
[…] «Και τώρα που η ποίηση εγκατέλειψε ένα από τα πιο ισχυρά της όπλα, είμαστε αναγκασμένοι να πούμε ότι το 1954, αυτό που θα χρειαζόταν η κοινωνία μας θα ήταν ένας… Μπάιρον, ένας ποιητής δηλαδή που δεν θα ήταν σκλάβος του αναγνωστικού κοινού ή των εκδοτών, ένας ποιητής με είκοσι εκατομμύρια εισόδημα, που θα τολμούσε να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Και τώρα που πλησιάζει το 2021, το ίδιο χρειαζόμαστε· μαζί με ένα καλά στελεχωμένο εμβόλιο. 
 


 
Στον αντίποδα (κυριολεκτικά) έχουμε τον σπουδαίο Ώντεν, μεγάλο ανανεωτή της ποιητικής γλώσσας που με άφησε άφωνο με τα ποιήματά του. Δεν μπορώ να πω πολλά για την ποίησή του, γιατί εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στοιχειό, αλλά σας προκαλώ να αναζητήσετε την συγκεκριμένη συλλογή. «Δεν μπορώ να καταλάβω, από μια καθαρά ηδονιστική άποψη, πώς γίνεται ν’ απολαμβάνεις το γράψιμο όταν δεν υπάρχει καμία φόρμα. Όταν παίζεις ένα παιχνίδι, χρειάζεσαι κανόνες, αλλιώς δεν υπάρχει απόλαυση. Ο έμμετρος στίχος μάς απελευθερώνει από τα δεσμά του εγώ […]». Πες τα ρε Ώντεν γιατί μας έχουν φλομώσει οι ποιητές μας με τις μπούρδες τους σε ελεύθερο στίχο! Έτσι ένιωσε ο ποιητής, λένε – αχ, να ξέρατε πώς νιώθει ο αναγνώστης…
 
Η έκδοση των «Αντιπόδων» είναι καταπληκτική. Ο μελετητής του Ώντεν, Ερρίκος Σοφράς που ανέλαβε την εισαγωγή, την μετάφραση και τον σχολιασμό των ποιημάτων, έκανε θαυμάσια δουλειά. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν και κάποιες ενδεικτικές φωτογραφίες από όλη την πορεία της ζωής του ποιητή. Πολύ μου άρεσε ο Ώντεν, θα το ψάξω περισσότερο. Θα αρέσει και σε σας. «Ο Ώντεν είναι ο ποιητής του δυτικού κόσμου που ανέδειξε σε νέο πλαίσιο το ιδεώδες της αρχαιοελληνικής πολιτείας μέσα από τη θεματολογία των ποιημάτων και τον κλασικισμό του, από το λεπτό τρόπο με τον οποίο εντοπίζει την παρουσία των ελληνικών προτύπων στο σύγχρονο μητροπολιτικό περιβάλλον». Το αναφέρω αυτό εδώ για να ενισχύσω κάπως τον αυθαίρετο ισχυρισμό μου περί φιλελληνισμού, που προσπαθεί να καλύψει τους φτωχούς και περιορισμένους σκοπούς τούτης της ανάρτησης. Τέλος, θα μπορούσα να αντιγράψω ένα ποίημα του και θα το έκανα αν το μάτι μου φευγαλέα δεν απομόνωνε ένα δίστιχο παράξενα ταιριαστό στο δύστυχο ετούτο έτος που ευτυχώς σύντομα τελειώνει.  
 
«Καραδοκεί απ’ τη σκιά ο Χρόνος
και ξεροβήχει στο κάθε μας φιλί».
 
Υ.Γ. 2666 Ο τίτλος της ανάρτησης παραπέμπει ξεκάθαρα και ξεδιάντροπα στο υπέροχο βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου «Αλλόκοτος Ελληνισμός»
 

Σχόλια

  1. Και επειδή μία ποιητική συλλογή αξιώνει (και σωστά) ένα ολόκληρο ποίημα και όχι ένα δίστιχο, αφήνω εδώ ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα της συλλογής:



    ΟΙ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ

    Στους κρύους δρόμους τριγυρνάς ένα κουβάρι,
    Τα συντριβάνια πάγωσαν μες στο χιονιά,
    Σου ξεγλιστρά η μορφή της πόλης και το χνάρι,
    Κ' η υπόστασή της σβήνεται στη χειμωνιά.

    Οι γέροι, οι νηστικοί κι οι καταφρονεμένοι
    Μονάχα αυτοί νιώθουν το μέρος ακριβώς,
    Στη δυστυχία τους είναι συγκεντρωμένοι·
    Τους κρύβει όπως η Όπερα ο ψυχρός καιρός.

    Πλουσιόσπιτα στου σκοταδιού την ερημία,
    Παράθυρα μοναχικά. Σα φορτηγό,
    Με σημασία φορτωμένη, πάει μια φράση.

    Σε μια ματιά χωρά η ανθρώπινη ιστορία.
    Πενήντα φράγκα στον ξένο επιτρέπουν
    Την πολιτεία που τρέμει τώρα ν' αγκαλιάσει.

    Δεκέμβριος 1938

    -- Γ.Χ. Ώντεν, «Η ασπίδα του Αχιλλέα», μετ. Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Αντίποδες

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».