Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ένας κόμπος η χαρά μου


Στην «Βιογραφία του Τζέημς Τζόυς», ο βιογράφος του Ρίτσαρντ Έλμαν, παραθέτει ένα περιστατικό όπου η αγαπητή Μις Γουίβερ, φανατική αναγνώστριά του που πλήρωνε χοντρά (κυριολεκτικά) για να τα διαβάζει πρώτη, όταν έλαβε ένα απόσπασμα από τα αρχικά κεφάλαια του «Finnegans Wake», απάντησε στον Τζόυς προς απογοήτευση εκείνου, «δεν λαμβάνω καμία απόλαυση από τα προϊόντα ενός εργοστασίου παραγωγής λογοπαιγνίων»… (από μνήμης το συγκεκριμένο απόσπασμα). Μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση εκείνο το απόσπασμα, γιατί για πολλά χρόνια ονειρευόμουν ότι μπορώ να γίνω κάποτε ένας αξιοσέβαστος βιοτέχνης λογοπαιγνικής παραγωγής. Βέβαια, γρήγορα κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι αυτό και όπως εμείς γελάμε με το χιούμορ, αρκετά συχνά γελάει και κείνο μαζί μας! Το πείραμά μου θα αποδεικνυόταν επιεικώς «Ανεκδιήγημα: Λογοατεχνικό είδος»! Ευτυχώς, υπήρξε κάποιος, ύστερα από δύο αποτυχημένες εκδοχές προσωπικότητας, που πραγματοποίησε το όνειρό μου. Διαβάστε… κομπλεξάρες!
 
«Βιβλίθιος: (α) Άτομο που προσπαθεί να εντυπωσιάσει τους γύρω του επαναλαμβάνοντας με στόμφο αποσπάσματα και ρήσεις που έχει αποστηθίσει, αλλά όχι κατανοήσει, από το ένα και μοναδικό βιβλίο που έχει διαβάσει στη ζωή του. Συνήθως παραθέτει τα παραπάνω αποσπάσματα σε λάθος σημεία, γεμάτος υπερηφάνεια που συμμετέχει ενεργά σε μια συζήτηση, αξιοποιώντας – όπως πιστεύει – κάθε ευκαιρία να εντυπωσιάσει με τις γνώσεις του. (β) Αυτός που αποδέχεται ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες όλα όσα αναφέρονται στη Βίβλο».
 

 
Όσοι ανοίξετε το «Κομπλεξικό» από απλή περιέργεια, ενδεχομένως να βρείτε ότι τα περισσότερα λήμματα θυμίζουν έντονα εκείνα τα παλιά χαζά αινίγματα που λέγαμε μικροί, του τύπου: «Τι είναι κίτρινο και ζει στους βάλτους», αλλά θα έχετε υποπέσει σε τεράστιο σφάλμα. Φυσικά, το συγκεκριμένο λεξικό όπως και κάθε λεξικό, είναι ειδικού σκοπού και έτσι, όσοι το επιλέξετε για ανάγνωσμα θα έχετε τους… ει-δικούς σας λόγους (κόλλησα και εγώ!), αλλά από κει και πέρα οφείλω να αναδείξω κάποιες πτυχές του που αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα. Όταν κάποτε χάζευα μερικές σελίδες από την «Αγρύπνια των Φίννεγκαν» δεν μπορούσα να μην σταθώ στη «λεξερεύνηση: Η αναζήτηση νέων κατευθύνσεων για τη λογική και τη φαντασία με αφετηρία τη σύνθεση μιας νέας λέξης» που ανοιγόταν εμπρός μου και τα «λεξοκολατάκια: Μικρές λεκτικές απολαύσεις που λιώνουν στο στόμα και προφέρονται αργά» που μου πρόσφερε ο Ιρλανδός. Όμως, επειδή εμείς οι Έλληνες την έχουμε μεγαλύτερη την γλώσσα μας, όταν επιχειρούνταν να γίνει το μεταφραστικό ανάπτυγμα όλων των συμπυκνωμένων εννοιών που περιείχε το πρωτότυπο, κάπου εκεί χανόταν ένα μέρος της λεκτικής ομορφιάς, παρά την σπουδαία και αξιόλογη προσπάθεια του μεταφραστή Ελευθέριου Ανευλαβή.
 
«Ξεστραβανγκάρντ: Κίνημα που πρεσβεύει τη βίαιη ενημέρωση του κοινού επί θεμάτων πρωτοπορίας στην τέχνη».
 
Βέβαια ο Τζόυς δεν περιοριζόταν μόνο σε μεμονωμένες εμπνεύσεις λέξεων αλλά έκρυβε κάτι πολύ πιο μεγαλεπήβολο στο μυαλό του – και ίσως στο βιβλίο του, αν ποτέ διαβαστεί. Ο Αχιλλέας ΙΙΙ δεν νομίζω πως είχε τόσο μεγαλεπήβολα σχέδια σαν τον Τζόυς γιατί τότε δεν θα ήταν Αχιλλέας ο Τρίτος αλλά Αχιλλέας ο Μέγας! «Περιαυτολογοτέχνης: Αυτοαναφορικός συγγραφέας που με τα έργα του χτίζει τον θρύλο του ίδιου του του εαυτού». Aυτό όμως δεν σημαίνει ότι πέτυχε κάτι ήσσονος αξίας. Το γεγονός ότι είναι Έλληνας που δεν αναμασά άνοστες βελανιδέες αλλά σκέφτεται με κριτικό και δημιουργικό τρόπο, του επέτρεψε να φτιάξει ένα όμορφο σύνολο που ευχαριστεί τον αναγνώστη και επαναφέρει την πίστη σε μία τέχνη που έμοιαζε τα τελευταία χρόνια να εκλείπει· εκείνη της λογοτεχνίας.
 
«Κορακοσυλλέκτης: Μανιακός θαυμαστής του Edgar Allan Poe. Αναζητεί και αγοράζει κάθε έκδοση του Raven που μπορεί να βρει. Τις περισσότερες φορές δεν έχει διαβάσει κανένα άλλο ποίημα στη ζωή του».
 
Το 90% των λημμάτων είναι απολύτως ευφάνταστα και απαιτείται ένας κάποιος σεβαστός κόπος από μέρους του αναγνώστη για να ανακαλύψει σε όλο της το εύρος την ομορφιά τους. Η δεινότητα που έχει με την ελληνική γλώσσα τού επέτρεψε να φτιάξει λέξεις εύσχημες και εύηχες που μπορούν ακόμα και να στέκουν χωρίς την βοήθεια της επεξήγησης. Από την άλλη, το πηγαίο του χιούμορ και η κριτική ματιά που ρίχνει σε πολλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής, βοήθησαν τις λέξεις του να αποκτήσουν περισσότερο βάθος, και τους αναγνώστες να απολαύσουν εκατοντάδες χιουμοριστικά μπιλιέτα, αρκετά εξ αυτών έως και ξεκαρδιστικά.
 
«Μυρεικαστικός: Άτομο το οποίο, αναμασώντας θεωρίες και κλισέ που δεν είναι προϊόν δικής του σκέψης, ασχολείται με τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα τρίτων. Τις περισσότερες φορές περιορίζεται στο να ακολουθεί άλλους μυρεικαστικούς προσπαθώντας να σχηματίσει μαζί τους ένα ρεύμα (ή ένα κοπάδι), το οποίο θα περιφέρεται από γκαλερί σε γκαλερί, προσφέροντας πολύ λιγότερο σημαντικό έργο από αυτό που προσφέρουν οι μύγες που πετούν στριφογυρίζοντας πάνω από την κοπριά».
 

Αυτή η αλλόκοτη συναρμογή λέξης και επεξήγησης είναι το παράδοξο θαύμα που καταφέρνει αυτό το βιβλίο. Ενώ στην αρχή, σε αρκετές περιπτώσεις, χρειάζεσαι την επεξήγηση για να «ακτινογραφήσεις» καλύτερα το λήμμα, στην πορεία καταλαβαίνεις ότι οι επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις μιας επεξήγησης την αποδυναμώνουν – η αρχική λάμψη του χιούμορ ατονεί ελαφρώς – και χαρίζουν πλέον στο λήμμα μια αυτόφωτη λάμψη, έτσι που το βλέπεις και ξέρεις τι περίπου σημαίνει ή έστω, έχεις μάθει τον τρόπο και μπορείς να δώσεις εσύ μια επεξήγηση. Δεν είναι ανάγκη πάντα να ακολουθεί μια επεξήγηση. Ας πούμε όσοι διαβάσετε την ανάρτησή μου και την βρείτε κουραστική, μπορείτε απλώς να αναφωνήσετε, Διηγήμαρτον, και θα γίνετε απόλυτα σαφείς! Από την άλλη, μπορείτε να με χαρακτηρίσετε Πιπερβολικό και θα έχετε και δίκιο, ασχέτως αν αγνοείτε την επεξήγηση του λήμματος.
 
«Γαϊδαρατούστρα: Γυναίκα η οποία δε διαθέτει καθόλου τρόπους καλής συμπεριφοράς και θεωρεί τον εαυτό της ανώτερο και βαθυστόχαστο επειδή κάποια στιγμή της ζωής της, ενώ περίμενε τη σειρά της στο κομμωτήριο, διάβασε πέντε σελίδες από τον Αλχημιστή».
 
Οι επεξηγήσεις ωστόσο, τουλάχιστον στις πρώτες αναγνώσεις τους, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Ο συγγραφέας εξαπολύει τα καυστικά του βέλη από την Πλατεία Συντάγμ… εννοώ από τα βάθη του μυαλού του προς όλες τις κατευθύνσεις, πολιτικές, θρησκευτικές, οικονομικές, καλλιτεχνικές, σε σχέσεις ανθρώπων, κλπ. Στην παρούσα ανάρτηση, για ευνόητους λόγους, επέλεξα εκείνα τα λήμματα που είχαν καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Υπάρχουν όμως και κάποιες πολύ ξεκαρδιστικές επεξηγήσεις που ανήκουν σε άλλη θεματική ενότητα και θα τις ανακαλύψετε μόνοι σας. Βέβαια, όπως πολύ σωστά κάποιοι φαντάζεστε, όπου περιδιαβάζει το χιούμορ καραδοκεί και ο χαφιές της πολιτικής ορθότητας. Έτσι, κάποιους από εσάς θα σας ενοχλήσουν, θα τσινήσετε, θα ξεθάψετε αναφορές σε body shaming, κλπ. Το χιούμορ όμως δεν επιδιώκει να μας κάνει να δούμε τον εαυτό μας εκεί μέσα… κυριολεκτικά αλλά να τον δούμε… μεταφορικά – δεν ξέρω αν αντιλαμβάνεστε την λεπτή αλλά σημαντικότατη διαφορά. Και να θυμάστε, αν το παχύ έντερο ενοχλούνταν με τον χαρακτηρισμό που του αποδίδουμε θα έκανε όλους τους ανθρώπους... δυσκοίλιους! Δεν μας κάνει όμως, τουλάχιστον τους περισσότερους. Η έκδοση είναι των εκδόσεων «Νεφέλη» και είναι όπως συνήθως προσεγμένη και όμορφη. Το «Κομπλεξικό» είναι ένα βιβλίο που… φανερώνει το προφανές και πολλοί από εμάς ξεχνάμε: οι λέξεις μιας γλώσσας είναι ζωντανός οργανισμός, μετοχές σε ένα χρηματιστήριο που χάνουν την αξία τους ή εκτοξεύονται συν τω χρόνω, με ανέλπιστο τρόπο. Όσοι (και όσο) ξέρετε ελληνικά, κο(μ)πιάστε ελεύθερα!
 
«Ντεϊβιντλιντσάρισμα: Πρακτική κατά την οποία ένα πλήθος επιτίθεται σε κάποιον και τον αναγκάζει να εγκλωβιστεί σε μια ανεξήγητη κατάσταση γεμάτη παραισθήσεις, σουρεαλισμό και μυστήριο, υπό τους ήχους της μουσικής του Angelo Badalamenti».
 
Υ.Γ. 2666 Ο Τζόυς θεωρούσε την ημερομηνία της γέννησής του πολύ σημαντική (λίγο ψώνιο αλλά δεν κρίνω), γιατί εκείνη την ημέρα γεννήθηκε και ο «Οδυσσέας» του – και γενικά πάσχιζε πάντα να την συνδυάζει με σημαντικά πράγματα της ζωής του. Νομίζω ότι η σημερινή ημερομηνία, 02-02-2020, με την παράξενη συμμετρία της θα ικανοποιούσε πολύ τον προληπτικό Τζόυς! 
 
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.