Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Why so serious?


«Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι να πούνε» – στη μεγάλη λογοτεχνία, την επονομαζόμενη κλασική. Είχα καταλήξει ότι μάλλον δε θα διάβαζα ποτέ μου Βίκτορ Ουγκό. Λίγο οι βάναυσες παιδικές διασκευές των βιβλίων του (πώς εκφυλίζουν στα παιδικά/εφηβικά μας μάτια τέτοιους μεγαλειώδεις συγγραφείς, ποτέ δε θα μπορέσω να το χωνέψω), λίγο οι άθλιες εκδόσεις με τις άθλιες μεταφράσεις των «Αθλίων», λίγο η αβάσταχτη (για μένα) λυρικότητα της «Παναγίας των Παρισίων»… ε, δε θέλει και πολύ! Έλα όμως που ένα δοκίμιο για την ειρωνεία («Να είσαι εξωτερικά κωμικός και εσωτερικά τραγικός, δεν υπάρχει πιο ταπεινωτικός πόνος, δεν υπάρχει οργή πιο βαθιά», ορίστε και ένας περιεκτικότατος ορισμός της ειρωνείας δια χειρός του ίδιου του Ουγκό) έπλεκε το εγκώμιο για το συνολικό έργο του και ειδικότερα για το βιβλίο του, με τον απίστευτο τίτλο, «Ο άνθρωπος που γελά». Πόσο μάλλον όταν στην πορεία ανακάλυψα εντελώς τυχαία – That’s Lifo!* – ότι από αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο γεννήθηκε ο Joker που όλοι ξέρουμε και πλακωνόμαστε για αυτόν εδώ και μήνες τώρα! «Αν σκίσουμε το στόμα και τα αυτιά και αποκαλύψουμε τα ούλα και σπάσουμε τη μύτη, δημιουργούμε μια μάσκα που θα γελά για πάντα». Απομακρύνετε τα αφελή βλέμματα από τις οθόνες σας. Η ακόλουθη ανάρτηση είναι ακατάλληλη για «ανηλίκους» – θα γίνει hardcore.
 
Πριν προχωρήσω στη ραχοκοκαλιά του βιβλίου – υπάρχει ραχοκοκαλιά και ήταν αυτή που με έπεισε να το αγοράσω – θέλω να σταθώ λίγο στη σάρκα και τις λογοτεχνικές αρτηρίες που τρέφουν το σώμα του. Έχω κατενθουσιαστεί με το βιβλίο του Ουγκό. Και δύο στοιχεία της γραφής του με κέρδισαν ήδη από την αρχή. Το πρώτο είναι οι λεγόμενες «σελίδες ανθολογίας», ετερόκλιτα κομμάτια γραφής που φαίνεται να συνομιλούν με το παρελθόν αλλά και, παραδόξως, με το μέλλον της λογοτεχνίας. Συνήθως την φράση «σελίδες ανθολογίας» την χρησιμοποιούμε εκφυλιστικά, όπως και την λέξη «αριστούργημα», για πράγματα που δεν είναι κάτι παραπάνω από απλώς καλά, αλλά στα μάτια πολλών αναγνωστών μοιάζουν υπέρτατο θαύμα – τουλάχιστον μέχρι όντως να φτάσει η στιγμή που θα το συναντήσουν πραγματικά. Στο βιβλίο του Ουγκό συνωθούνται γραφές που δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν δυσαρεστημένο. Υπάρχει μέσα του κάτι από τις καλύτερες σελίδες του Πόε, από τις ταραχώδεις ψυχογραφίες του Μέλβιλ, από τις μοντερνίστικες πινελιές του Εστερχάζυ (η αριστοκρατία και οι λόρδοι στον φέρνουν μοιραία στο μυαλό) ή ακόμα και κάποιες από τις αρχειονομικές καινοτομίες του Περέκ (η καταγραφή πάμπολλων αντικειμένων σε ένα σημείο της πλοκής, το αποδεικνύει). Για χάρη της ανάρτησης, ωστόσο, επέλεξα να φέρω στο φως κάτι από τον κοσμικό τρόμο ενός Λάβκραφτ. «[…] Ακόμα και αυτός που δεν κοιμάται νιώθει να βαραίνει πάνω του αυτός ο κόσμος ο γεμάτος από μια αποτρόπαιη ζωή. Η χίμαιρα που τον περιβάλλει, μια πραγματικότητα που τη μαντεύει, τον ενοχλεί. Ο ξυπνητός άνθρωπος, που βαδίζει μέσα στα φαντάσματα του ύπνου των άλλων, σπρώχνει ταραγμένος κάποιες περαστικές μορφές και έχει, ή νομίζει πως έχει, τον αόριστο τρόμο των εχθρικών επαφών του αόρατου, και νιώθει την κάθε στιγμή την σκοτεινή αίσθηση μιας ανομολόγητης συνάντησης που εξανεμίζεται. Θυμίζει περιπλάνηση σε δάσος αυτή η πορεία μέσα στην νυχτερινή διασπορά των ονείρων. Είναι αυτό που λένε να φοβάσαι χωρίς να ξέρεις το γιατί».
 
Το δεύτερο στοιχείο που με ξετρέλανε είναι οι αποφθεγματικές φράσεις που συμπύκνωναν ένα μέρος της πλοκής που προηγήθηκε ή τις σκέψεις των ηρώων. «Υπάρχει πάντα κάποιος που λέει τη λέξη στην οποία εμπεριέχεται όλο το νόημα της στιγμής» – της φράσης, αντί της λέξης, εν προκειμένω. Και ποιος καλύτερος από τον ίδιο τον συγγραφέα! Ο τρόπος που διαχειρίζεται τις μεταφορές του λόγου είναι εξωπραγματικός. Γι’ αυτό τον διάβαζα ουγκιά-ουγκιά – πωω τι είπα πάλι, πάγωσαν τα ακροδάχτυλά μου και μόνο που το πληκτρολόγησα! Δεν το είχα ξανασυναντήσει σε τέτοιο εύρος. Όλη η σοφία και ο στοχασμός ενός ανθρώπου περικλειόταν σε κομψότατες και αιχμηρές φράσεις μιας καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας. Φράσεις που εξυπηρετούσαν την εκάστοτε πλοκή αλλά και άλλες που έμεναν μετέωρες, άχρονες, αθάνατες. Θα μπορούσα να αντιγράψω τουλάχιστον 50 κορυφαίες αλλά επέλεξα με κόπο την ακόλουθη (παρμένη από τα αποσπάσματα που αφορούσαν έναν αγαπητό… μισητό χαρακτήρα του βιβλίου, τον Μπαρκιλφέντρο):
 
«Η προϋπόθεση γι’ αυτή την ισχύ είναι η ασημαντότητα. Αν θέλεις να παραμείνεις ισχυρός, να παραμείνεις ασήμαντος. Να είσαι ένα τίποτα. Το φίδι που ξεκουράζεται κουλουριασμένο απεικονίζει το άπειρο και το μηδέν μαζί».
 
Μια γρήγορη προσπέλαση κριτικών αναγνωστών στο «Goodreads» φανέρωσε τα γνωστά: «Ωραία ιστορία αλλά θα ήταν καλύτερα αν έλειπαν 200 σελίδες από το βιβλίο» (εννοώντας τις σελίδες ανθολογίας!!!) ή «Ώρες ώρες γινόταν λίγο στοχαστικό για τα γούστα μου» (εννοώντας τα αποφθέγματα ανθολογίας), κλπ. Απόψεις για γέλια, κλασικά – ειδικά όταν μιλάμε για ένα βιβλίο σαν αυτό του Ουγκό. Παραβλέποντας αυτά τα φαιδρά, όμως, πρέπει να παραδεχτώ ότι όντως ο Ουγκό έγραψε μια εξαίσια ιστορία που είχα χρόνια να πετύχω συγγραφέα να την ξεδιπλώνει τόσο αριστοτεχνικά.
 
«Είσαι ντυμένος σαν άρχοντας. Γιατί όχι; Είσαι σαλτιμπάγκος. Ένας λόγος παραπάνω. Ένας γελωτοποιός αξίζει όσο ένας λόρδος. Άλλωστε, τι είναι οι λόρδοι; Κλόουν». It’s the same my dear
 

 
Κινητήριος δύναμη του Ουγκό είναι η ειρωνεία, μια αληθινά καλή ειρωνεία, που απλώνεται σε όλο το εύρος των θεμάτων του, με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Χωρίς να ξεχνάμε όμως ότι διαβάζουμε μια μεστή ιστορία με αρχή, μέση και τέλος· με λυρικές εξάρσεις· με ανελέητη κοινωνική κριτική· με κότσια, στην τελική. Κάτι που σπανίζει στις μέρες μας, παρά το μοντερνίστικο και τάχαμου προοδευτικό συγγραφικά περίβλημα που ενδύονται οι σύγχρονοι συγγραφείς. Δεν υπάρχει λόγος να περιγράψω την πλοκή, θα ήταν τέλειο να την ανακαλύψετε μόνοι σας. Αρκεί να προσθέσω, αν δεν σας έχω πείσει ήδη, ότι ο Ουγκό κάνει και απίστευτες ψυχογραφήσεις στους αξιομνημόνευτους χαρακτήρες του. Γκουινπλέιν, Ούρσους, Ντέα, Χοσιάνα (που θυμίζει κάπως την «Ευνοούμενη» του Λάνθιμου), Μπαρκιλφέντρο, Χόμο – ναι, ακόμα και για αυτόν, όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο, καταλαβαίνετε γιατί το αναφέρω. Και μια συμβουλή: όσοι τραβάτε τα βυζιά σας από ενθουσιασμό για τα βιβλία της Χίλαρι Μάντελ, διαβάστε πρώτα τον Ουγκό για να δείτε πώς γίνεται πραγματικά. Προσοχή στις απομιμήσεις!
 
«Ο Γκουινπλέιν ζούσε μέσα σ’ ένα είδος αποκεφαλισμού, είχε ένα πρόσωπο που δεν ήταν δικό του. Αυτό το πρόσωπο ήταν τρομακτικό, τόσο τρομακτικό, που διασκέδαζε τους άλλους. Προκαλούσε τόσο πολύ το φόβο, ώστε να φέρνει το γέλιο. Ήταν κάτι κολασμένα κωμικό».
 
Η έκδοση του βιβλίου είναι από την «Σύγχρονη Εποχή»· ξέρω τι σκέφτεστε, τα ίδια και χειρότερα σκεφτόμουν και εγώ όταν πήγα να το αγοράσω. Αλλά αφήστε τις προκαταλήψεις κατά μέρος – θα βρείτε άλλες να γεμίσουν το κενό σας. Η έκδοση είναι ανέλπιστα όμορφη, με πυκνογραμμένη αλλά καλαίσθητη γραμματοσειρά, ωραίο χαρτί και τα σχετικά. Η μετάφραση της Ντορέτας Πέππα είναι άψογη (για μένα), θα το διαπιστώσετε γρήγορα και εσείς μόλις έρθετε σε επαφή με τον εκρηκτικό πολυποικιλιακό στοχασμό του Ουγκό. Δεν είχα εντοπίσει κανένα απολύτως ψεγάδι, μέχρι που έφτασα λίγο πριν το τέλος, και για 20 περίπου σελίδες, ήρθα αντιμέτωπος με το δίλημμα (ακόμα και εντός της ίδιας σελίδας!) αν γράφεται «μυλόρδος» ή «μιλόρδος». Έχει και η αριστοκρατία του πνεύματος τα προβλήματά της! 
 
Επιτρέψτε μου να κάνω μια ξεχωριστή αναφορά στο εξώφυλλο. Όσοι με ξέρετε έστω και λίγο, θα γνωρίζετε ότι συχνά βρίζω εξώφυλλα που βρίσκω άσχημα ή αδιάφορα στην καλύτερη. [Εδώ βρίζω νεκρούς, στα εξώφυλλα θα κολλήσω]! Παρόλα αυτά είμαι δεκτικός σε κάποιες παρακινδυνευμένες ενέργειες εκ μέρους των εκδοτών που σκοπό έχουν να προκαλέσουν τους αναγνώστες ώστε να καταπιαστούν με ένα σημαντικό κείμενο που σε άλλη περίπτωση θα προσπερνούσαν αδιάφοροι (π.χ. μου άρεσε το εξώφυλλο του «Μεταίχμιου» με το κορίτσι με το τατουάζ στην «Πάπισσα Ιωάννα»· αρκετά ακραία επιλογή για κάποιους, με ενδεχόμενα οφέλη όμως· που μάλλον δεν τους έκατσε, υποψιάζομαι. Τέλος πάντων, το πόιντ μου στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι αντί για το παλιακό εξώφυλλο του «Ανθρώπου που γελά» θα μπορούσε να χρησιμοποιεί μια σύγχρονη επεξεργασμένη αφίσα της φιγούρας του Joker, έτσι ώστε να γίνει η σύνδεση με πολλαπλές κουλτούρες και είδη, τραβώντας και διαφορετικούς αποδέκτες. Όπως και να’ χει, η ταινία «Joker» και η ερμηνεία του Χόακιν Φοίνιξ ήταν εξαιρετικές και το βιβλίο του Ουγκό ένα από τα 20 (ίσως και μέσα στα 15, 14, 13…) καλύτερα που έχω διαβάσει. Και ξέρετε και κάτι ακόμα, δεν με νοιάζει διόλου αν η κριτική μου είναι για γέλια. «Όταν θέλει, η πραγματικότητα φτιάχνει αριστουργήματα». Το ίδιο κάνει, όταν θέλει και μπορεί, και η λογοτεχνία! Hugo (Big) Boss! «Είχε το ύφος ενός σχολαστικού του χάους». Δεν μπορεί να περιγραφεί πιο εύστοχα.
 
Υ.Γ. 2666 Εναλλακτικός τίτλος ανάρτησης: «The Parasite». Άλλη μία εξαιρετική ταινία που ταιριάζει γάντι με τους κοινωνικούς προβληματισμούς που θέτει ο Ουγκό στα βιβλία του. «Ζούμε σε μια εποχή όπου τίποτα δεν ισοδυναμεί με τον κυνισμό της μάσας. Πάχυνε με δικά μου έξοδα, παράσιτο». Αλλά κέρδισε ο Joker στο φώτο-φίνις. Έτσι είναι. Κι αν σου κάτσει!
 
Υ.Γ. 49 Αφήστε σε σχόλιο ποιο πιστεύετε ότι θα γίνει κάποια στιγμή το μεγάλο σας Ναι ή ποιο θα παραμείνει για πάντα το μεγάλο Όχι! «Κάθε ύπαρξη μοιάζει με μια επιστολή, που την αναιρεί το υστερόγραφο»! Για τον Θεό, Ουγκό, σταμάτα, δεν αντέχω άλλο.
 
Υ.Γ. 1793 Σαν σήμερα, στις 26 Φεβρουαρίου 1802, γεννήθηκε ο Βίκτορ Ουγκό. Μόνο έτσι θα ορί-ζουμε τις ζωές μας πλέον – με τις γεννήσεις και τους θανάτους διασημοτήτων! Δεν πιστεύω να είστε τίποτα φυσιολογικοί!! «Ο θάνατος είναι η αποφυλάκιση μέσα στο άπειρο». Θρηνείστε γιατί χανόμαστε.
 
«Κι εσύ που τόσο επόθησες μια μέρα
Να σβηστούν όλες οι χλευαστικές αηδίες,
Θα έχεις έναν θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
Και μία μνεία σαν τις πολλές του facebook τις μνείες»



* Δεν πίστευα ποτέ μου ότι θα βρω έστω και μια ελάχιστα ενδιαφέρουσα πληροφορία σε ένα τόσο αδιάφορο και εκνευριστικά ψωνίστικο σάιτ όπως είναι η Lifo. Τι να πεις! Την επόμενη δεκαετία, ξανά! 
 
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.