Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τι ειρωνεία!


Ο συγγραφέας είναι στρουκτουραλιστής και γω τον μόνο διασκεδαστικό στρουκτουραλισμό που γνώρισα στη ζωή μου είναι τα τουβλάκια της lego! Δεν μπορούσα με τίποτα όμως να αντισταθώ σ’ αυτόν τον πιασάρικο τίτλο. Ούτε και στο θέμα του που με απασχολεί συστηματικά και προοδευτικά εδώ και χρόνια. Στις μέρες μας η τραγικότητα στην ειρωνεία έχει μετατοπιστεί επιτυχώς στην τραγικότητα στην λογοτεχνία· αλλά αυτό είναι θέμα μιας κάποιας άλλης ανάρτησης. Για την ώρα ας επικεντρωθούμε στην ειρωνεία. Η ειρωνεία είναι κάπως σαν τους αρχάριους που κάθονται σε ένα τραπέζι πόκερ: «Αν μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά δεν μπορείς να ανακαλύψεις ποιο είναι το θύμα του τραπεζιού, τότε το θύμα είσαι εσύ»! Το ’πιασες το υπονοούμενο; «…Όπως στην ειρωνεία που ένα υπονοούμενο πρέπει πάντα να εντοπιστεί, να αναγνωριστεί και να ερμηνευτεί». Αν λοιπόν δεν μπορείς να ανακαλύψεις εγκαίρως ποιο είναι το θύμα της ειρωνείας τότε πιθανότατα είσαι εσύ το θύμα της. Είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο να περιγράψεις την περίπλοκη επικοινωνία που κομίζει η ειρωνεία και τα εργαλεία της. Όσοι ταυτίζουν ατυχώς την ειρωνεία με την αγένεια μένουν προσκολλημένοι μόνο σ’ ένα απειροελάχιστο ποσοστό της χρησιμότητάς της. Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με αυτό που λέγεται ότι συμβαίνει με τον ανθρώπινο εγκέφαλο, ότι δηλαδή χρησιμοποιούμε μόνο το 10% ή και λιγότερο των δυνατοτήτων του, αγνοώντας εν πολλοίς το υπόλοιπο. Το ίδιο συμβαίνει και με την ειρωνεία. Γιατί η ειρωνεία είναι πρωτίστως εγκεφαλική υπόθεση. Θέλει μυαλό.
 
[…] Πολύ συχνά, στην ειρωνεία συμβαίνει να αντιστρέφεις ή να αντιμεταθέτεις τις σχέσεις, να αμφισβητείς ή να αποκλείεις συνολικά τους τρόπους και τις δομές της επιχειρηματολογίας ή των συλλογισμών, περισσότερο παρά να παίρνεις απλώς το αντίθετο μιας λέξης. Η διατύπωση της ειρωνείας, θα το βλέπουμε διαρκώς, δεν είναι θέμα λέξεων (αλλά όρων, λεξιλογίου) και δεν θα μπορούσε να συμπέσει με μια σειρά από «ευφυολογήματα».
 
Εκατοντάδες χιλιάδες συνάνθρωποί μας αδυνατούν να αντιληφθούν τα σήματα της ειρωνείας, φανταστείτε τότε πόσο δύσκολο καθίσταται να κατανοήσει κανείς ένα δοκίμιο περί ειρωνείας. Μπορεί να είναι σχετικά εύκολο να ειρωνευόμαστε την κριτική (τέτοια που είναι, καλά της κάνουμε!) αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να κριτικάρουμε την ειρωνεία! Ακόμα και αν αποφύγουμε τους σκοπέλους των ορισμών, θα χαθούμε στην αχλή της όλης υπόθεσης. Δεν θα ήταν και τελείως αδόκιμο αν ισχυριζόμασταν ότι την ειρωνεία την διαισθάνεσαι παρά την αντιλαμβάνεσαι και την ξεχωρίζεις. Φυσικά, σε πολλές περιπτώσεις την ξεχωρίζεις με άνεση, αλλά είναι τόσες οι αποχρώσεις της (σίγουρα πάνω από πενήντα) που απαιτούνται πιο εκλεπτυσμένα αισθητι(ρια)κά όργανα για να την συλλάβεις. Και το δοκίμιο του Χάμον αποδεικνύεται πολύτιμος βοηθός. Σε αυτό εκλείπουν οι πολλοί ορισμοί της ειρωνείας (που υπήρχαν σε αφθονία στο δοκίμιο της Κωστίου) και φέρνει στο φως περισσότερο την γενική και καλοκουρδισμένη λειτουργία της γλώσσας και λιγότερο τους φανερούς (ή κρυφούς) μηχανισμούς της.
 
Υπάρχουν πολλές αναφορές σε γνωστά λογοτεχνικά κείμενα, όπως η «Γεροντοκόρη» του Μπαλζάκ – σύμφωνα με τους μελετητές του ένα από τα πλέον ειρωνικά έργα του. Θα φροντίσω να το αγοράσω σύντομα. Βέβαια, είναι λυπηρό που δεν το είχα τόσα χρόνια στη βιβλιοθήκη μου γιατί ειδάλλως θα μπορούσα να πω «Έφτασε η ώρα, η Γεροντοκόρη να κατέβει από το ράφι»! Όπου και να ταξιδέψω, η ειρωνεία με πληγώνει. Εκτός από τον Μπαλζάκ, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και άλλους ειρωνικούς συγγραφείς όπως ο Ουγκώ και ο Φλωμπέρ, στους οποίους η ειρωνεία είναι σχετικά δύσκολα ανιχνεύσιμη αλλά δομικό υλικό των έργων τους (σας μιλάει ο στρουκτουραλιστής μέσα μου, τώρα). 
 
Το βιβλίο του Χάμον σποραδικά περιείχε κάποια σημεία αρκετά «στρουκτουραλιστικά» αλλά σε γενικές γραμμές ήταν πολύ ενδιαφέρον και ψυχωφελές ανάγνωσμα. Το απόλαυσα όσο δεν πάει. Βρήκα αποσπάσματα που μίλησαν ακριβώς στην καρδιά… του μυαλού μου! Το προτείνω με χίλια στο μέσο αναγνώστη που θα ήθελε να μάθει περισσότερα για την ειρωνεία και την εκτεταμένη χρήση της μέσα στην λογοτεχνία, χωρίς να μπλέξει στις φιλοσοφικές σκέψεις ενός Γιανκέλεβιτς ή στους τεχνικούς ορισμούς μιας Κωστίου. Διαβάστε μια φορά και το memoir ενός… μορφωμένου, φτάνει πια με τον σεξισμό! Απολύτως ευφρόσυνο και γοητευτικό ανάγνωσμα.
 
Η γενικότερη έκδοση είναι μια Oasis (ξέρω, κάκιστο λογοπαίγνιο, ακόμα και για τα δικά μου μέτρα) αλλά τι να κάνω, αφού έτσι είναι; Απίστευτα προσεγμένο δοκίμιο χωρίς κανένα ψεγάδι. Πολύ καλή μετάφραση της Βασιλείας Γούλα, υπέροχο εξώφυλλο της Ισμήνης Κορωνίδη, με τις υποσημειώσεις του, την βιβλιογραφία του, με την εξαιρετική ποιότητα χαρτιού, με τα όλα του. Το μόνο «αρνητικό»… είναι η γραφή των κύριων ονομάτων και τίτλων έργων στην πρωτότυπη γραφή. Εδώ θα γίνω λίγο πικρόχολος, δεν πειράζει, εξάλλου ανάρτηση για την ειρωνεία είναι. Το έχω συναντήσει και σε άλλα δοκίμια και είναι εξόχως εκνευριστικό. Μία από τις απολαύσεις της ανάγνωσης βιβλίων είναι να σημειώνω συγγραφείς και τίτλους για μελλοντικούς αναγνωστικούς σκοπούς. Τι να το κάνω αν δεν καταλαβαίνω τα ονόματα; Θα μου πείτε, ψάξτα στο google. Αυτό ποτέ δεν γίνεται γιατί σχεδόν κανένας αναγνώστης δεν αφήνει το βιβλίο για να τρέχει κάθε τρεις και λίγο σε μηχανές αναζήτησης. Επίσης, όταν ένα όνομα αναφέρεται στην αρχή ενός βιβλίου και ακολουθεί σε πολλά σημεία, επιθυμείς κάπως να «συνδεθείς» μαζί του, για να θυμάσαι στην πορεία τι έλεγε, ποιος ήταν, κλπ. Ακόμα, σχεδόν ασυνείδητα όταν συναντάς ένα ξένο όνομα, μοιραία το μεταγράφεις νοερά, οπτικά ή φωνητικά στην μητρική σου γλώσσα. Ειλικρινά, θα ήθελα να ήμουν από μια μεριά όταν ένας άπειρος αναγνώστης πρωτοσυνάντησε το όνομα του Νίτσε γραμμένο ως… Nietzsche! Σε ανάλογες περιπτώσεις, πρέπει τα ονόματα να μεταφράζονται ή ιδανικά να συμπεριλαμβάνεται σε παρένθεση ή υποσημείωση το πρωτότυπο όνομα. Δεν με ενδιέφερε διόλου να δω γραμμένα στην πρωτότυπη γλώσσα τα ονόματα των Φλωμπέρ, Μπωντλαιρ, Ρεμπώ και Μπαλζάκ· αυτά τα έχω δει πολλάκις και τα έχω πλέον μάθει. Ήθελα να μάθω για άλλους άγνωστους συγγραφείς, που για μένα δυστυχώς παρέμειναν άγνωστοι, και μοιραία εντελώς αδιάφοροι. Quel dommage! 
 

 
[…] «Μια τελευταία παρατήρηση: η μεταφορά (ή οι πιο «εκτεταμένες» παραλλαγές της, η αναλογία ή η σύγκριση) είναι σίγουρα το σήμα, ο τόπος, και το πιο συχνό όχημα της ειρωνείας. Σχήμα «διπλό» («ο πιο διπλός κώδικας της αναλογίας» για τον οποίο μιλάει ο Char), «που φέρνει απουσία και παρουσία, ευαρέσκεια και δυσαρέσκεια» (Pascal), εστιάζοντας την προσοχή του πιο αφηρημένου αναγνώστη, σχήμα ιδιαίτερα κατάλληλο στο να χρησιμεύσει ως μικρό μοντέλο, με άλλα λόγια, ως τοπική «μακέτα», για μια γενικότερη διατύπωση της ειρωνείας (λόγος διπλός) που θα παίξει μέσα στην κλίμακα του κάθε κειμένου».
 
Σε ετούτο το μπλογκ εκτελούνται μεταφοραί· μην το ξεχνάτε αυτό. Είμαι για τα μπάζα!
 
Υ.Γ. 2666 Ειρωνεία και στην κριτική, όχι μόνο στην λογοτεχνία. «Η ειρωνεία αποβαίνει ένας τρόπος σκέψης περισσότερο παρά ένας τρόπος λόγου, μια φιλοσοφική στάση περισσότερο παρά μια ηθική και το «οξύμωρο-ύφος» γίνεται, στην πένα των συγγραφέων, όπως και σε αυτή των κριτικών και των θεωρητικών που την περιγράφουν, απ’ ό,τι φαίνεται ο μόνος κατάλληλος τρόπος, για να αναφερθούμε σ’ αυτήν: «μελαγχολική ευθυμία», «σοβαρή ελαφρότητα», «τρυφερή σκληρότητα», «γελοία σοβαρότητα», «σοβαρή ευθυμία», «Madame de Stael», κλπ.». Σας το ξαναλέω, δεν μπορεί να υπάρξει υψηλή λογοτεχνία χωρίς βασικότατο όχημά της την ειρωνεία – όσοι πιστεύετε το αντίθετο, ξεκαβαλάτε από τις προκαταλήψεις σας! Ποσώς με ενδιαφέρει αλλά σαν να ακούω αχνά την απαξιωτική σας απάντηση που τρόπον τινά επαληθεύει το παραπάνω αξίωμα: Σιγά μαντάμ!!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.