Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τι ειρωνεία!


Ο συγγραφέας είναι στρουκτουραλιστής και γω τον μόνο διασκεδαστικό στρουκτουραλισμό που γνώρισα στη ζωή μου είναι τα τουβλάκια της lego! Δεν μπορούσα με τίποτα όμως να αντισταθώ σ’ αυτόν τον πιασάρικο τίτλο. Ούτε και στο θέμα του που με απασχολεί συστηματικά και προοδευτικά εδώ και χρόνια. Στις μέρες μας η τραγικότητα στην ειρωνεία έχει μετατοπιστεί επιτυχώς στην τραγικότητα στην λογοτεχνία· αλλά αυτό είναι θέμα μιας κάποιας άλλης ανάρτησης. Για την ώρα ας επικεντρωθούμε στην ειρωνεία. Η ειρωνεία είναι κάπως σαν τους αρχάριους που κάθονται σε ένα τραπέζι πόκερ: «Αν μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά δεν μπορείς να ανακαλύψεις ποιο είναι το θύμα του τραπεζιού, τότε το θύμα είσαι εσύ»! Το ’πιασες το υπονοούμενο; «…Όπως στην ειρωνεία που ένα υπονοούμενο πρέπει πάντα να εντοπιστεί, να αναγνωριστεί και να ερμηνευτεί». Αν λοιπόν δεν μπορείς να ανακαλύψεις εγκαίρως ποιο είναι το θύμα της ειρωνείας τότε πιθανότατα είσαι εσύ το θύμα της. Είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο να περιγράψεις την περίπλοκη επικοινωνία που κομίζει η ειρωνεία και τα εργαλεία της. Όσοι ταυτίζουν ατυχώς την ειρωνεία με την αγένεια μένουν προσκολλημένοι μόνο σ’ ένα απειροελάχιστο ποσοστό της χρησιμότητάς της. Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με αυτό που λέγεται ότι συμβαίνει με τον ανθρώπινο εγκέφαλο, ότι δηλαδή χρησιμοποιούμε μόνο το 10% ή και λιγότερο των δυνατοτήτων του, αγνοώντας εν πολλοίς το υπόλοιπο. Το ίδιο συμβαίνει και με την ειρωνεία. Γιατί η ειρωνεία είναι πρωτίστως εγκεφαλική υπόθεση. Θέλει μυαλό.
 
[…] Πολύ συχνά, στην ειρωνεία συμβαίνει να αντιστρέφεις ή να αντιμεταθέτεις τις σχέσεις, να αμφισβητείς ή να αποκλείεις συνολικά τους τρόπους και τις δομές της επιχειρηματολογίας ή των συλλογισμών, περισσότερο παρά να παίρνεις απλώς το αντίθετο μιας λέξης. Η διατύπωση της ειρωνείας, θα το βλέπουμε διαρκώς, δεν είναι θέμα λέξεων (αλλά όρων, λεξιλογίου) και δεν θα μπορούσε να συμπέσει με μια σειρά από «ευφυολογήματα».
 
Εκατοντάδες χιλιάδες συνάνθρωποί μας αδυνατούν να αντιληφθούν τα σήματα της ειρωνείας, φανταστείτε τότε πόσο δύσκολο καθίσταται να κατανοήσει κανείς ένα δοκίμιο περί ειρωνείας. Μπορεί να είναι σχετικά εύκολο να ειρωνευόμαστε την κριτική (τέτοια που είναι, καλά της κάνουμε!) αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να κριτικάρουμε την ειρωνεία! Ακόμα και αν αποφύγουμε τους σκοπέλους των ορισμών, θα χαθούμε στην αχλή της όλης υπόθεσης. Δεν θα ήταν και τελείως αδόκιμο αν ισχυριζόμασταν ότι την ειρωνεία την διαισθάνεσαι παρά την αντιλαμβάνεσαι και την ξεχωρίζεις. Φυσικά, σε πολλές περιπτώσεις την ξεχωρίζεις με άνεση, αλλά είναι τόσες οι αποχρώσεις της (σίγουρα πάνω από πενήντα) που απαιτούνται πιο εκλεπτυσμένα αισθητι(ρια)κά όργανα για να την συλλάβεις. Και το δοκίμιο του Χάμον αποδεικνύεται πολύτιμος βοηθός. Σε αυτό εκλείπουν οι πολλοί ορισμοί της ειρωνείας (που υπήρχαν σε αφθονία στο δοκίμιο της Κωστίου) και φέρνει στο φως περισσότερο την γενική και καλοκουρδισμένη λειτουργία της γλώσσας και λιγότερο τους φανερούς (ή κρυφούς) μηχανισμούς της.
 
Υπάρχουν πολλές αναφορές σε γνωστά λογοτεχνικά κείμενα, όπως η «Γεροντοκόρη» του Μπαλζάκ – σύμφωνα με τους μελετητές του ένα από τα πλέον ειρωνικά έργα του. Θα φροντίσω να το αγοράσω σύντομα. Βέβαια, είναι λυπηρό που δεν το είχα τόσα χρόνια στη βιβλιοθήκη μου γιατί ειδάλλως θα μπορούσα να πω «Έφτασε η ώρα, η Γεροντοκόρη να κατέβει από το ράφι»! Όπου και να ταξιδέψω, η ειρωνεία με πληγώνει. Εκτός από τον Μπαλζάκ, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και άλλους ειρωνικούς συγγραφείς όπως ο Ουγκώ και ο Φλωμπέρ, στους οποίους η ειρωνεία είναι σχετικά δύσκολα ανιχνεύσιμη αλλά δομικό υλικό των έργων τους (σας μιλάει ο στρουκτουραλιστής μέσα μου, τώρα). 
 
Το βιβλίο του Χάμον σποραδικά περιείχε κάποια σημεία αρκετά «στρουκτουραλιστικά» αλλά σε γενικές γραμμές ήταν πολύ ενδιαφέρον και ψυχωφελές ανάγνωσμα. Το απόλαυσα όσο δεν πάει. Βρήκα αποσπάσματα που μίλησαν ακριβώς στην καρδιά… του μυαλού μου! Το προτείνω με χίλια στο μέσο αναγνώστη που θα ήθελε να μάθει περισσότερα για την ειρωνεία και την εκτεταμένη χρήση της μέσα στην λογοτεχνία, χωρίς να μπλέξει στις φιλοσοφικές σκέψεις ενός Γιανκέλεβιτς ή στους τεχνικούς ορισμούς μιας Κωστίου. Διαβάστε μια φορά και το memoir ενός… μορφωμένου, φτάνει πια με τον σεξισμό! Απολύτως ευφρόσυνο και γοητευτικό ανάγνωσμα.
 
Η γενικότερη έκδοση είναι μια Oasis (ξέρω, κάκιστο λογοπαίγνιο, ακόμα και για τα δικά μου μέτρα) αλλά τι να κάνω, αφού έτσι είναι; Απίστευτα προσεγμένο δοκίμιο χωρίς κανένα ψεγάδι. Πολύ καλή μετάφραση της Βασιλείας Γούλα, υπέροχο εξώφυλλο της Ισμήνης Κορωνίδη, με τις υποσημειώσεις του, την βιβλιογραφία του, με την εξαιρετική ποιότητα χαρτιού, με τα όλα του. Το μόνο «αρνητικό»… είναι η γραφή των κύριων ονομάτων και τίτλων έργων στην πρωτότυπη γραφή. Εδώ θα γίνω λίγο πικρόχολος, δεν πειράζει, εξάλλου ανάρτηση για την ειρωνεία είναι. Το έχω συναντήσει και σε άλλα δοκίμια και είναι εξόχως εκνευριστικό. Μία από τις απολαύσεις της ανάγνωσης βιβλίων είναι να σημειώνω συγγραφείς και τίτλους για μελλοντικούς αναγνωστικούς σκοπούς. Τι να το κάνω αν δεν καταλαβαίνω τα ονόματα; Θα μου πείτε, ψάξτα στο google. Αυτό ποτέ δεν γίνεται γιατί σχεδόν κανένας αναγνώστης δεν αφήνει το βιβλίο για να τρέχει κάθε τρεις και λίγο σε μηχανές αναζήτησης. Επίσης, όταν ένα όνομα αναφέρεται στην αρχή ενός βιβλίου και ακολουθεί σε πολλά σημεία, επιθυμείς κάπως να «συνδεθείς» μαζί του, για να θυμάσαι στην πορεία τι έλεγε, ποιος ήταν, κλπ. Ακόμα, σχεδόν ασυνείδητα όταν συναντάς ένα ξένο όνομα, μοιραία το μεταγράφεις νοερά, οπτικά ή φωνητικά στην μητρική σου γλώσσα. Ειλικρινά, θα ήθελα να ήμουν από μια μεριά όταν ένας άπειρος αναγνώστης πρωτοσυνάντησε το όνομα του Νίτσε γραμμένο ως… Nietzsche! Σε ανάλογες περιπτώσεις, πρέπει τα ονόματα να μεταφράζονται ή ιδανικά να συμπεριλαμβάνεται σε παρένθεση ή υποσημείωση το πρωτότυπο όνομα. Δεν με ενδιέφερε διόλου να δω γραμμένα στην πρωτότυπη γλώσσα τα ονόματα των Φλωμπέρ, Μπωντλαιρ, Ρεμπώ και Μπαλζάκ· αυτά τα έχω δει πολλάκις και τα έχω πλέον μάθει. Ήθελα να μάθω για άλλους άγνωστους συγγραφείς, που για μένα δυστυχώς παρέμειναν άγνωστοι, και μοιραία εντελώς αδιάφοροι. Quel dommage! 
 

 
[…] «Μια τελευταία παρατήρηση: η μεταφορά (ή οι πιο «εκτεταμένες» παραλλαγές της, η αναλογία ή η σύγκριση) είναι σίγουρα το σήμα, ο τόπος, και το πιο συχνό όχημα της ειρωνείας. Σχήμα «διπλό» («ο πιο διπλός κώδικας της αναλογίας» για τον οποίο μιλάει ο Char), «που φέρνει απουσία και παρουσία, ευαρέσκεια και δυσαρέσκεια» (Pascal), εστιάζοντας την προσοχή του πιο αφηρημένου αναγνώστη, σχήμα ιδιαίτερα κατάλληλο στο να χρησιμεύσει ως μικρό μοντέλο, με άλλα λόγια, ως τοπική «μακέτα», για μια γενικότερη διατύπωση της ειρωνείας (λόγος διπλός) που θα παίξει μέσα στην κλίμακα του κάθε κειμένου».
 
Σε ετούτο το μπλογκ εκτελούνται μεταφοραί· μην το ξεχνάτε αυτό. Είμαι για τα μπάζα!
 
Υ.Γ. 2666 Ειρωνεία και στην κριτική, όχι μόνο στην λογοτεχνία. «Η ειρωνεία αποβαίνει ένας τρόπος σκέψης περισσότερο παρά ένας τρόπος λόγου, μια φιλοσοφική στάση περισσότερο παρά μια ηθική και το «οξύμωρο-ύφος» γίνεται, στην πένα των συγγραφέων, όπως και σε αυτή των κριτικών και των θεωρητικών που την περιγράφουν, απ’ ό,τι φαίνεται ο μόνος κατάλληλος τρόπος, για να αναφερθούμε σ’ αυτήν: «μελαγχολική ευθυμία», «σοβαρή ελαφρότητα», «τρυφερή σκληρότητα», «γελοία σοβαρότητα», «σοβαρή ευθυμία», «Madame de Stael», κλπ.». Σας το ξαναλέω, δεν μπορεί να υπάρξει υψηλή λογοτεχνία χωρίς βασικότατο όχημά της την ειρωνεία – όσοι πιστεύετε το αντίθετο, ξεκαβαλάτε από τις προκαταλήψεις σας! Ποσώς με ενδιαφέρει αλλά σαν να ακούω αχνά την απαξιωτική σας απάντηση που τρόπον τινά επαληθεύει το παραπάνω αξίωμα: Σιγά μαντάμ!!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!