Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πατέρα, κάτσε φρόνιμα

 
Πολλές φορές, κατηγορούν εμάς τους βιβλιόφιλους ότι είμαστε ελιτιστές. Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με αυτό, αρκεί οι κατήγοροί μας να είναι και οι ίδιοι ελιτιστές. Με την πλέμπα, ευτυχώς, δεν ασχολούμαστε εδώ. Προλετάριοι όλου του (αναγνωστικού) κόσμου ενωθείτε... και πάτε κάπου άλλου! Αφού λοιπόν ξεκαθαρίσαμε την απαλεψιά των τάξεων, ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με ένα πραγματικά αριστοκρατικό βιβλίο – το οποίο ξετρύπωσα σε τιμή ευκαιρίας από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο! Αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ, καληνύχτα Κεμάλ.
 
Είχα πειστεί ότι δε θα έγραφα ποτέ τη λέξη «σάγκα» σε κείμενό μου. Δε ξέρω τι σημαίνει και επιπλέον μου θυμίζει κάτι γλοιώδες, σαν υβρίδιο μαλάκιου και παρουσιαστή πρωινάδικου. Όμως, εδώ, ο συγγραφέας πράγματι έγραψε με μαεστρία μία σάγκα-όνειρο (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) και πρέπει να του το αναγνωρίσουμε. «Στου αιώνα την παράγκα / στρώσε τ' όνειρό σου, σάγκα» που (ίσως) θα έλεγε και ένας μεταμοντέρνος στίχος του Άλκη Αλκαίου, «με βρισιές και προσευχές / και του πατέρα τις ευχές». Αλλά ποιου αιώνα, εδώ που τα λέμε, και κυρίως ποιου πατέρα, γαμώ την τρέλα μου, χαμός γίνεται!
 
Παλιότερα είχα παρακολουθήσει μέρος της εκπομπής «Οι κεραίες της εποχής μας» (τι ωραία σειρά εκπομπών!) που ήταν αφιερωμένη στον Πέτερ Εστερχάζυ. Τότε μου είχε φανεί πολύ βαρύς όλος αυτός ο μπαρόκ διάκοσμος, η Ιστορία με τις βαρετές λεπτομέρειές της, η αριστοκρατική οικογένεια Εστερχάζυ με τις τυπολατρίες της – τόσα ήξερα, τόσα σκεφτόμουν! Βέβαια, ποτέ δεν ξέχασα τον τίτλο του βιβλίου, ούτε και την απολαυστική συνέντευξη του συγγραφέα (όση είχα προλάβει να παρακολουθήσω). Και τώρα που το διάβασα έπαθα την πλάκα μου και πολύ το ευχαριστήθηκα αυτό. 
 
Η «Ουράνια αρμονία» είναι ένα μοντέρνο βιβλίο που εστιάζει σε αυτό που χαρακτηριστικά και ασαφώς ονομάζουμε «θέμα της γλώσσας» – όχι τόσο από την οπτική ενός προβλήματος που περιμένει επίλυση, όσο από την οπτική ενός παιχνιδιού που αξιώνει απόλαυση («Γιατί είχα σκεφτεί πολύ πάνω στο ζήτημα “παιχνίδι”, και ήταν σωστό να σκέφτεται κανείς πολύ πάνω στη διαφορά ανάμεσα στη γενική αντίληψη, που θέλει το παιχνίδι μη σοβαρό, κατώτερης αξίας, απλώς παιχνίδι, και στις δικές μου εμπειρίες, που ήταν διαμετρικά αντίθετες προς αυτήν»). Δηλαδή, η γλώσσα του βιβλίου εγκολπώνεται όλα τα βαρυσήμαντα θέματα, ιστορία, πολιτική, κλπ, και τα μετουσιώνει σε μία γλωσσική διασκέδαση που δεν αναζητά την απάντηση μπροστά σε ένα «ερωτηματικό» αλλά την ευχαρίστησή μας μπροστά σε ένα «θαυμαστικό». Ο Τζόυς αποτέλεσε σαφέστατα επιρροή για τον συγγραφέα και όπως πολύ όμορφα δηλώνει και ο ίδιος στην συνέντευξή του, «Ήταν μεγάλη εμπειρία, κυρίως υπό την ιδιότητα του αναγνώστη, ότι μπορούσα να διαβάζω τον Οδυσσέα σαν να διάβαζα Μπαλζάκ. Ότι ως αναγνώστης δεν έβλεπα καμία διαφορά, ούτε στην απόλαυση ούτε και στη δυσκολία, κι έτσι έμεινε για μένα δυσερμήνευτη η πρόταση που λέει ότι ο Τζόυς είναι δυσανάγνωστος» – κάτι με το οποίο συμφωνώ απολύτως, μέχρι κεραίας, που λένε! Υπάρχει ένα απόσπασμα στο βιβλίο που συνοψίζει με τρυφερότητα όλη την θεματική του «Οδυσσέα» ή τουλάχιστον την προοπτική που είχε στο μυαλό του ο Τζόυς όταν το ετοίμαζε, την πρόθεση δηλαδή να δείξει ότι η καλοσύνη και η αγάπη μπορούν να υπερισχύσουν έναντι της βίας (σε αυτή την περίπτωση, η φράση «ο πατέρας μου» μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί με τόνο ευγνωμοσύνης και με το βλέμμα στραμμένο στον «πρόγονο» Τζόυς). «Ο πατέρας μου είχε την γνώμη ότι, σε πείσμα των καιρών και παρ' όλα τα σκάνδαλα του 20ου αιώνα, η καλοσύνη και η αγάπη μπορούσαν να βασιλέψουν στον κόσμο, τίποτε δεν εμποδίζει να συμβεί κάτι τέτοιο, ούτε καν η ανθρώπινη φύση, αν και βέβαια το δείγμα που διαθέτουμε είναι μάλλον ισχνό».
 
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, με το πρώτο να είναι το πιο «δύσκολο» αλλά και το πλέον γοητευτικό. Το οπισθόφυλλο μάς προειδοποιεί εύστοχα – καταιγίδα από θραύσματα συλλογικής μνήμης – τα «θραύσματα» αποτελούν το λογοτεχνικό ύφος του βιβλίου και η «συλλογική μνήμη» το περιεχόμενό του. Ο συγγραφέας για να κάνει πιο απολαυστική την ανάγνωση, απαλείφει τις περισσότερες «συγκεκριμενότητες» και χρησιμοποιεί την φράση-πασπαρτού, ο πατέρας μου, εκείνο, ο πατέρας μου, το άλλο («Ορισμένοι πιθανώς να δυσαρεστηθούν βλέποντας τα ονοματεπώνυμά τους μέσα στο βιβλίο»!!). Έτσι, ο πατέρας γίνεται κάθε φορά μια διαφορετική φωνή της μεγάλης οικογένειας των Εστερχάζυ («Όλοι οι πατέρες μου έχουν φωνή κι όλες οι φωνές έχουν τη δικιά τους φρίκη, τη δικιά τους terribilita»), αλλά ταυτόχρονα και μια φωνή της συλλογικής μνήμης όλου του κόσμου («Η λάσπη στους αρμούς της συλλογικής μνήμης είναι ο θάνατος – αυτό σου λέω, βρε χαζούλη»), που πασχίζει να περάσει τα σύνορα της οποιασδήποτε πατρίδας («Εγώ υπηρετώ την μητρική μου γλώσσα αλλά δεν είμαι πια αλληλέγγυος με την κοινωνία που μιλά τη γλώσσα αυτή»), θρησκείας («Μία θρησκεία θα μπορούσα να ακολουθήσω, εκείνη που θα έλεγε ότι ο Θεός βλέπει τα δημιουργήματά του και γελάει· όπου ο δημιουργός είναι ένας Θεός είρων»), οικογένειας και ιστορίας (τα κατά Τζόυς γνωμικά «Η οικογένεια και η θρησκεία είναι τα δίχτυα που με κρατούν εγκλωβισμένο» (από μνήμης) / «Η ιστορία είναι ο εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω»)! Τα μικρά και μεγάλα θραύσματα αρχικά θα σαστίσουν τους αναγνώστες – κρυστάλλινα λεκτικά κομμάτια που δεν ξέρεις από τι αντικείμενο έσπασαν, ποιος το κρατούσε (ο πατέρας μου!) και υπό ποιες περιστάσεις. Και αυτό φυσικά είναι το ωραίο, αλλιώς δε θα ήταν θραύσματα.
 
Ο πατέρας μου ήταν ένα τέρας. Ομοίως δε και η μητέρα μου. Τέρατα, από το πρωί ως το βράδυ κι απ' το βράδυ ως το πρωί, θέλοντας και μη, αντανακλαστικά, λόγω κουλτούρας, από χαρακτήρα, από σύμπτωση. Αλλά ήταν πραγματικά τέρατα. Καμιά φορά διοργάνωναν δείπνα ή πήγαιναν θέατρο ή έκαναν εκδρομές αναψυχής στα όρη Βέρτες, εν είδει διαλείμματος από τις τερατώδεις δραστηριότητές τους. Στην πραγματικότητα όμως ήταν όντως σαν αυτά που βλέπουμε στα αμερικάνικα B-movies: Είναι αδύνατο να τα παρακολουθήσεις, από κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής άποψης όμως περιγράφουν τους γονείς μου πολύ εύστοχα.
 

 
Επιπλέον, άκρως απολαυστικοί είναι και οι αναρίθμητοι τρόποι που... ο πατέρας μου γνώρισε την μητέρα μου, αλλόκοτοι, παράδοξοι, σουρεαλιστικοί, αστείοι, πρωθύστεροι, έξω από τα όρια του λόγου αλλά μέσα στα όρια της ζωής.
 
Ας μείνουμε φίλοι, είπε ο πατέρας μου στη μητέρα μου. Άντε γαμήσου, του απάντησε η μητέρα μου και του έδειξε κωλοδάχτυλο. Έτσι γνωρίστηκαν οι δυο τους. (Πήρε το μουνί μου και το πέταξε έξω από το πλαίσιό του, έλεγε, ακόμα και όταν ήταν πια γιαγιά).
 
Στο δεύτερο μέρος παρατάει τις αφηγήσεις περί αγνώστου πατρός και επικεντρώνεται σε κάτι πιο συγκεκριμένο που δεν έχουμε ξανασυναστήσει έως τώρα στο βιβλίο και συνοπτικά θα το ονομάζαμε, ο πατέρας μου! Ο βιολογικός, αυτή τη φορά. [Τα δύο μέρη, βασικά, ονομάζονται βιβλία, πρώτο βιβλίο, δεύτερο βιβλίο, και αν το καλοσκεφτείς δεν είναι τόσο συγγραφική τσαχπινιά, όσο πραγματικότητα. Μοιάζουν όντως με δύο βιβλία και αυτή η ολοκληρωτική ομόνοια του συνόλου πηγάζει θα λέγαμε από την ελκτική ετερωνυμία των μερών]. Σε αυτό το δεύτερο μέρος/βιβλίο ο συγγραφέας ασχολείται γενικότερα με την μακροχρόνια κομουνιστική «σταδιοδρομία» της χώρας του και ειδικά με το καθεστώς του Γιάνος Κάνταρ («Με τρόμο και κομουνιστές αρχίζουν όλα εδώ, και μάλλον με τον ίδιο τρόπο θα τελειώσουν κιόλας»), το οποίο κατακρεούργησε την μυθική περιουσία των Εστερχάζυ και φαίνεται να τερματίζει την μακραίωνη αριστοκρατική τους πορεία. Το πρώτο μέρος μπορείς να το διαβάσεις κάλλιστα και αποσπασματικά, επιλέγοντας οποιαδήποτε από τα 371 θραύσματα για να ξεζουμίσεις την μικρή τους ή μεγαλύτερη απόλαυση – τα 201 κεφάλαια του δεύτερου μέρους, απαιτούν αν όχι μια απόλυτη σειρά, τουλάχιστον μια μερική οργάνωση που θα μπορέσει να αποκρυσταλλώσει καλύτερα την περιπέτεια της οικογένειάς του (με αποδείξεις και ονόματα) στον πολυτάραχο 20ο αιώνα. Με κάποιον τρόπο μου θύμισε το «Κουτσό» του Κορτάσαρ. Οπώς και κει τα φιλοσοφικά, έτσι και εδώ, τα θραύσματα μνήμης είναι τα κομμάτια εκείνα που θα μπορούσαν να παραλειφθούν (με βαριά καρδιά, και εδώ που τα λέμε γιατί ένας αναγνώστης να κάνει κάτι τόσο άκαρδο;) ή να εμφιλοχωρήσουν στην «κύρια» ιστορία και να ψάξουν μια βολική θέση εκεί μέσα. Βέβαια, ο Πέτερ Εστερχάζυ δεν σε «πατρονάρει» όπως ο Κορτάσαρ, σου αφήνει το ελεύθερο να κάνεις ό,τι θες με τα θραύσματα, αποφάσισε εσύ. Αυτή η υπερευελιξία της πλοκής το καθιστά (μεταξύ των άλλων προτερημάτων του) και – δυνάμει – υπερμοντέρνο βιβλίο! Επίσης, δεν αντέχω να μην πω ότι, η «Ουράνια Αρμονία» είναι πολλαπλώς καλύτερη σε σύγκριση με το κουτσό «Κουτσό»!
 
Ω, πόσες και πόσες φορές δεν το ακούσαμε αυτό μέσα στις θύελλες που ακολούθησαν! Όποτε θέτουμε σε, υποτίθεται, νηφάλιους σοσιαλιστές το ερώτημα κατά πόσο κάτι τέτοιες φρικτές ατασθαλίες συνάδουν με όλες αυτές τις επαγγελίες περί ευτυχίας για όλους, στην καλύτερη περίπτωση απαντούν όλοι με τον ίδιο τρόπο: Οι ατασθαλίες μερικών δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν αρνητικά το σύνολο.
 
 
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία ότι μέρες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, ο συγγραφέας έμαθε ότι ο πατέρας του υπήρξε πληροφοριοδότης της μυστικής αστυνομίας της Ουγγαρίας επί σοσιαλισμού, κάτι που τον ανάγκασε να γράψει ένα νέο βιβλίο με τον τίτλο «Διορθωμένη Έκδοση»! Ο πατέρας του... ως βούληση και ως παράσταση (δανειζόμενος βλάσφημα και χωρίς περαιτέρω νοηματικές προεκτάσεις, τον τίτλο του σπουδαίου έργου του Σοπενάουερ) – ο πατέρας μου σε κάποια στιγμή της ζωής του στάθηκε αδύναμος και πρόδωσε τις δικές του αξίες, αλλά υπήρξε πολύ καλός πατέρας μου, γιατί αυτές τις αξίες που πρόδωσε ο ίδιος, μου τις μετέδωσε, σημειώνει με ευγνωμοσύνη ο συγγραφέας στην ίδια συνέντευξη.
 
Το οπισθόφυλλο λέει ότι το βιβλίο παίζει με πέντε αιώνες ευρωπαϊκής ιστορίας και δεν υπάρχει πιο ταιριαστός σελιδοδείκτης να συνοδεύσει την ανάγνωση, από εκείνον της Άγρας που απεικονίζει τον νεαρό Μπόρις Πάστερνακ ν' αναρωτιέται «Τι αιώνα κάνει έξω;», μια απορία που θα έχει και ο αναγνώστης σε πολλά σημεία του βιβλίου. Να θυμάστε ότι πρέπει να του δώσετε μία αβάντα 70 σελίδων – σε ένα βιβλίο 350 σελίδων, δε θα δίνατε περιθώριο 30 σελίδων να δείτε τι παίζει; Ε, εδώ, η αναλογία είναι 60-70 σελίδες. Μέσα σε αυτές τις σελίδες θα συναντήσετε σποραδικά έναν «παλιακό» λόγο και μια σύγχυση με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, πράγμα που θα πάψει σύντομα, ο παλιακός λόγος θα εκσυγχρονιστεί, και η σύγχυση δε θα γίνεται πλέον αντιληπτή και ενοχλητική, ασχέτως αν δεν θα το έχει κουνήσει ρούπι. Εκεί θα βρείτε και 5-6 σελίδες όπου αναφέρονται κατεβατά όλα τα περιουσιακά αντικείμενα ενός «πατέρα» (κάτι που μου θύμισε Ζορζ Περέκ), το αναφέρω γιατί είναι η πρώτη φορά (και τελευταία, καθώς δεν μπορώ να φαντάζομαι ότι κάτι σημαντικό μπορεί να μου ξέφυγε από μία ανάγνωση) που δοκίμασα εκείνο το εξωτικό φρούτο που χλαπακιάζουν αμάσητο πολλοί διάσημοι – 1! 2! 3! SUR-VI-VORS! – κριτικοί και λέγεται, διαγώνια ανάγνωση! Πάντα μπορείς να μάθεις κάτι νέο.
 
Η «Ουράνια αρμονία» είναι ένα πολύ αστείο βιβλίο, κυρίως χάρη στην χρήση της γλώσσας, οι λέξεις και οι προτάσεις του γελάνε και σε ξεγελάνε, σε γαργαλάνε και ανάλογα με τις αντιστάσεις σου, λύνεσαι στα γέλια. Είναι σημαντικό ένα βιβλίο να έχει χιούμορ («Το χιούμορ υπάρχει πάντοτε στον κόσμο, ακόμα και στις πιο άσχημες στιγμές, άνθρωπο μόνο δεν βρίσκεις να το δεχθεί, το χιούμορ πάντως υπάρχει, είναι εκεί») – το πρώτο θείο δώρο που χάνεται σε μια ξένη γλώσσα, σύμφωνα με την γνωστή ρήση της Βιρτζίνια Γουλφ – ευτυχώς οι κυρίες Μαργαρίτα Ζαχαριάδου και Μανουέλα Μπέρκι κατάφεραν να το μεταφέρουν σχεδόν αυτούσιο μέσω της άψογης μετάφρασής τους. Η αφήγηση είναι ποταμός και η έκδοση το ίδιο. Οι εκδόσεις «Ποταμός» μού είναι πολύ συμπαθείς, καλαίσθητες, ποιοτικές, χαμηλόφωνες και διακριτικές. Και υποψιάζομαι ότι δεν έχουν την προσοχή που θα τους άξιζε (ελπίζω να κάνω λάθος). Το βιβλίο δείχνει εξαντλημένο παντού όμως στην ιστοσελίδα των εκδόσεων δείχνει διαθέσιμο, όσοι θέλετε να το διαβάσετε κάν' τε μια προσπάθεια να μάθετε αν όντως υπάρχει. Θα είναι ένα δώρο για σας.
 
Παρ' όλο λοιπόν που το βιβλίο έχει γεννηθεί μέσα από την πραγματικότητα, πρέπει κανείς να το διαβάζει σαν να είναι μυθιστόρημα και να μην περιμένει τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από ό,τι έχει συνήθως να προσφέρει ένα μυθιστόρημα (τα πάντα).
 
Μαθαίνεις από την αρχή γιατί το βιβλίο ονομάστηκε «Ουράνια αρμονία» αλλά κυρίως το νιώθεις στο τέλος, μόλις κλείσεις το βιβλίο. Τότε, η «ουράνια αρμονία» δεν είναι πια ένας τίτλος, αλλά μία αίσθηση ευδαιμονίας που σε πλημμυρίζει, όπως ας πούμε συμβαίνει με τις συνθέσεις κλασικών συνθετών όπου συνήθως δεν αντιλαμβάνεσαι επαρκώς τα τεχνικά κομμάτια της σύνθεσης, ούτε και την σπουδαιότητα τους κατά την διάρκεια της ακρόασης, παρά μόνο στο τέλος, όταν και θα νιώσεις μια ολοκληρωτική ουράνια αρμονία. Και φυσικά, οικογένεια Εστερχάζυ χωρίς Χάιντν δεν νοείται, καθότι ο σπουδαίος συνθέτης δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, υπό την σκέπη της. Πάρ' τε λοιπόν την Συμφωνία αρ. 45, την επονομαζόμενη και «Αποχαιρετισμού»... και άντε γεια! 
 
 

Σχόλια

  1. Ανώνυμος8.7.17

    Το εξώφυλλο της πρωτότυπης έκδοσης είναι εξαιρετικό και από ό,τι βλέπω Η διορθωμένη έκδοση βγήκε με το ίδιο εξώφυλλο με μία κόκκινη γραμμή να διαπερνάει το κεφάλι.
    Η ανάρτησή σου σίγουρα θα ανοίξει σε πολλούς την όρεξη να το διαβάσουν και είναι πολύ κρίμα που είναι εξαντλημένη.
    Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εμένα μου άρεσε και το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι παλιά όταν είχα πρωτοδεί το βιβλίο, μου φάνηκε κάπως «βαρύθυμο» και με απώθησε. Της ξένης έκδοσης το εξώφυλλο θα με έκανε να δω το βιβλίο με καλύτερο μάτι, εξ αρχής!

      Τέλεια ιδέα αυτή με το εξώφυλλο της διορθωμένης έκδοσης. Κρίμα που δεν την εντόπισα, θα την είχα προσθέσει στην ανάρτηση :(

      Στις εκδόσεις «Ποταμός» δείχνει διαθέσιμο, ίσως να υπάρχουν κάποια αντίτυπα, ποιος ξέρει. Απλώς οι αναγνώστες διστάζουν στην αρχή (συμπεριλαμβανομένου και εμού) να ασχοληθούν με ένα τέτοιο βιβλίο, το βλέπουν παρακινδυνευμένο βήμα. Κακώς, πολύ κακώς. Είναι διασκεδαστικότατο βιβλίο. Και σπουδαιότατο, επίσης.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !