Πατέρα, κάτσε φρόνιμα

 
Πολλές φορές, κατηγορούν εμάς τους βιβλιόφιλους ότι είμαστε ελιτιστές. Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με αυτό, αρκεί οι κατήγοροί μας να είναι και οι ίδιοι ελιτιστές. Με την πλέμπα, ευτυχώς, δεν ασχολούμαστε εδώ. Προλετάριοι όλου του (αναγνωστικού) κόσμου ενωθείτε... και πάτε κάπου άλλου! Αφού λοιπόν ξεκαθαρίσαμε την απαλεψιά των τάξεων, ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με ένα πραγματικά αριστοκρατικό βιβλίο – το οποίο ξετρύπωσα σε τιμή ευκαιρίας από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο! Αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ, καληνύχτα Κεμάλ.
 
Είχα πειστεί ότι δε θα έγραφα ποτέ τη λέξη «σάγκα» σε κείμενό μου. Δε ξέρω τι σημαίνει και επιπλέον μου θυμίζει κάτι γλοιώδες, σαν υβρίδιο μαλάκιου και παρουσιαστή πρωινάδικου. Όμως, εδώ, ο συγγραφέας πράγματι έγραψε με μαεστρία μία σάγκα-όνειρο (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) και πρέπει να του το αναγνωρίσουμε. «Στου αιώνα την παράγκα / στρώσε τ' όνειρό σου, σάγκα» που (ίσως) θα έλεγε και ένας μεταμοντέρνος στίχος του Άλκη Αλκαίου, «με βρισιές και προσευχές / και του πατέρα τις ευχές». Αλλά ποιου αιώνα, εδώ που τα λέμε, και κυρίως ποιου πατέρα, γαμώ την τρέλα μου, χαμός γίνεται!
 
Παλιότερα είχα παρακολουθήσει μέρος της εκπομπής «Οι κεραίες της εποχής μας» (τι ωραία σειρά εκπομπών!) που ήταν αφιερωμένη στον Πέτερ Εστερχάζυ. Τότε μου είχε φανεί πολύ βαρύς όλος αυτός ο μπαρόκ διάκοσμος, η Ιστορία με τις βαρετές λεπτομέρειές της, η αριστοκρατική οικογένεια Εστερχάζυ με τις τυπολατρίες της – τόσα ήξερα, τόσα σκεφτόμουν! Βέβαια, ποτέ δεν ξέχασα τον τίτλο του βιβλίου, ούτε και την απολαυστική συνέντευξη του συγγραφέα (όση είχα προλάβει να παρακολουθήσω). Και τώρα που το διάβασα έπαθα την πλάκα μου και πολύ το ευχαριστήθηκα αυτό. 
 
Η «Ουράνια αρμονία» είναι ένα μοντέρνο βιβλίο που εστιάζει σε αυτό που χαρακτηριστικά και ασαφώς ονομάζουμε «θέμα της γλώσσας» – όχι τόσο από την οπτική ενός προβλήματος που περιμένει επίλυση, όσο από την οπτική ενός παιχνιδιού που αξιώνει απόλαυση («Γιατί είχα σκεφτεί πολύ πάνω στο ζήτημα “παιχνίδι”, και ήταν σωστό να σκέφτεται κανείς πολύ πάνω στη διαφορά ανάμεσα στη γενική αντίληψη, που θέλει το παιχνίδι μη σοβαρό, κατώτερης αξίας, απλώς παιχνίδι, και στις δικές μου εμπειρίες, που ήταν διαμετρικά αντίθετες προς αυτήν»). Δηλαδή, η γλώσσα του βιβλίου εγκολπώνεται όλα τα βαρυσήμαντα θέματα, ιστορία, πολιτική, κλπ, και τα μετουσιώνει σε μία γλωσσική διασκέδαση που δεν αναζητά την απάντηση μπροστά σε ένα «ερωτηματικό» αλλά την ευχαρίστησή μας μπροστά σε ένα «θαυμαστικό». Ο Τζόυς αποτέλεσε σαφέστατα επιρροή για τον συγγραφέα και όπως πολύ όμορφα δηλώνει και ο ίδιος στην συνέντευξή του, «Ήταν μεγάλη εμπειρία, κυρίως υπό την ιδιότητα του αναγνώστη, ότι μπορούσα να διαβάζω τον Οδυσσέα σαν να διάβαζα Μπαλζάκ. Ότι ως αναγνώστης δεν έβλεπα καμία διαφορά, ούτε στην απόλαυση ούτε και στη δυσκολία, κι έτσι έμεινε για μένα δυσερμήνευτη η πρόταση που λέει ότι ο Τζόυς είναι δυσανάγνωστος» – κάτι με το οποίο συμφωνώ απολύτως, μέχρι κεραίας, που λένε! Υπάρχει ένα απόσπασμα στο βιβλίο που συνοψίζει με τρυφερότητα όλη την θεματική του «Οδυσσέα» ή τουλάχιστον την προοπτική που είχε στο μυαλό του ο Τζόυς όταν το ετοίμαζε, την πρόθεση δηλαδή να δείξει ότι η καλοσύνη και η αγάπη μπορούν να υπερισχύσουν έναντι της βίας (σε αυτή την περίπτωση, η φράση «ο πατέρας μου» μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί με τόνο ευγνωμοσύνης και με το βλέμμα στραμμένο στον «πρόγονο» Τζόυς). «Ο πατέρας μου είχε την γνώμη ότι, σε πείσμα των καιρών και παρ' όλα τα σκάνδαλα του 20ου αιώνα, η καλοσύνη και η αγάπη μπορούσαν να βασιλέψουν στον κόσμο, τίποτε δεν εμποδίζει να συμβεί κάτι τέτοιο, ούτε καν η ανθρώπινη φύση, αν και βέβαια το δείγμα που διαθέτουμε είναι μάλλον ισχνό».
 
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, με το πρώτο να είναι το πιο «δύσκολο» αλλά και το πλέον γοητευτικό. Το οπισθόφυλλο μάς προειδοποιεί εύστοχα – καταιγίδα από θραύσματα συλλογικής μνήμης – τα «θραύσματα» αποτελούν το λογοτεχνικό ύφος του βιβλίου και η «συλλογική μνήμη» το περιεχόμενό του. Ο συγγραφέας για να κάνει πιο απολαυστική την ανάγνωση, απαλείφει τις περισσότερες «συγκεκριμενότητες» και χρησιμοποιεί την φράση-πασπαρτού, ο πατέρας μου, εκείνο, ο πατέρας μου, το άλλο («Ορισμένοι πιθανώς να δυσαρεστηθούν βλέποντας τα ονοματεπώνυμά τους μέσα στο βιβλίο»!!). Έτσι, ο πατέρας γίνεται κάθε φορά μια διαφορετική φωνή της μεγάλης οικογένειας των Εστερχάζυ («Όλοι οι πατέρες μου έχουν φωνή κι όλες οι φωνές έχουν τη δικιά τους φρίκη, τη δικιά τους terribilita»), αλλά ταυτόχρονα και μια φωνή της συλλογικής μνήμης όλου του κόσμου («Η λάσπη στους αρμούς της συλλογικής μνήμης είναι ο θάνατος – αυτό σου λέω, βρε χαζούλη»), που πασχίζει να περάσει τα σύνορα της οποιασδήποτε πατρίδας («Εγώ υπηρετώ την μητρική μου γλώσσα αλλά δεν είμαι πια αλληλέγγυος με την κοινωνία που μιλά τη γλώσσα αυτή»), θρησκείας («Μία θρησκεία θα μπορούσα να ακολουθήσω, εκείνη που θα έλεγε ότι ο Θεός βλέπει τα δημιουργήματά του και γελάει· όπου ο δημιουργός είναι ένας Θεός είρων»), οικογένειας και ιστορίας (τα κατά Τζόυς γνωμικά «Η οικογένεια και η θρησκεία είναι τα δίχτυα που με κρατούν εγκλωβισμένο» (από μνήμης) / «Η ιστορία είναι ο εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω»)! Τα μικρά και μεγάλα θραύσματα αρχικά θα σαστίσουν τους αναγνώστες – κρυστάλλινα λεκτικά κομμάτια που δεν ξέρεις από τι αντικείμενο έσπασαν, ποιος το κρατούσε (ο πατέρας μου!) και υπό ποιες περιστάσεις. Και αυτό φυσικά είναι το ωραίο, αλλιώς δε θα ήταν θραύσματα.
 
Ο πατέρας μου ήταν ένα τέρας. Ομοίως δε και η μητέρα μου. Τέρατα, από το πρωί ως το βράδυ κι απ' το βράδυ ως το πρωί, θέλοντας και μη, αντανακλαστικά, λόγω κουλτούρας, από χαρακτήρα, από σύμπτωση. Αλλά ήταν πραγματικά τέρατα. Καμιά φορά διοργάνωναν δείπνα ή πήγαιναν θέατρο ή έκαναν εκδρομές αναψυχής στα όρη Βέρτες, εν είδει διαλείμματος από τις τερατώδεις δραστηριότητές τους. Στην πραγματικότητα όμως ήταν όντως σαν αυτά που βλέπουμε στα αμερικάνικα B-movies: Είναι αδύνατο να τα παρακολουθήσεις, από κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής άποψης όμως περιγράφουν τους γονείς μου πολύ εύστοχα.
 

 
Επιπλέον, άκρως απολαυστικοί είναι και οι αναρίθμητοι τρόποι που... ο πατέρας μου γνώρισε την μητέρα μου, αλλόκοτοι, παράδοξοι, σουρεαλιστικοί, αστείοι, πρωθύστεροι, έξω από τα όρια του λόγου αλλά μέσα στα όρια της ζωής.
 
Ας μείνουμε φίλοι, είπε ο πατέρας μου στη μητέρα μου. Άντε γαμήσου, του απάντησε η μητέρα μου και του έδειξε κωλοδάχτυλο. Έτσι γνωρίστηκαν οι δυο τους. (Πήρε το μουνί μου και το πέταξε έξω από το πλαίσιό του, έλεγε, ακόμα και όταν ήταν πια γιαγιά).
 
Στο δεύτερο μέρος παρατάει τις αφηγήσεις περί αγνώστου πατρός και επικεντρώνεται σε κάτι πιο συγκεκριμένο που δεν έχουμε ξανασυναστήσει έως τώρα στο βιβλίο και συνοπτικά θα το ονομάζαμε, ο πατέρας μου! Ο βιολογικός, αυτή τη φορά. [Τα δύο μέρη, βασικά, ονομάζονται βιβλία, πρώτο βιβλίο, δεύτερο βιβλίο, και αν το καλοσκεφτείς δεν είναι τόσο συγγραφική τσαχπινιά, όσο πραγματικότητα. Μοιάζουν όντως με δύο βιβλία και αυτή η ολοκληρωτική ομόνοια του συνόλου πηγάζει θα λέγαμε από την ελκτική ετερωνυμία των μερών]. Σε αυτό το δεύτερο μέρος/βιβλίο ο συγγραφέας ασχολείται γενικότερα με την μακροχρόνια κομουνιστική «σταδιοδρομία» της χώρας του και ειδικά με το καθεστώς του Γιάνος Κάνταρ («Με τρόμο και κομουνιστές αρχίζουν όλα εδώ, και μάλλον με τον ίδιο τρόπο θα τελειώσουν κιόλας»), το οποίο κατακρεούργησε την μυθική περιουσία των Εστερχάζυ και φαίνεται να τερματίζει την μακραίωνη αριστοκρατική τους πορεία. Το πρώτο μέρος μπορείς να το διαβάσεις κάλλιστα και αποσπασματικά, επιλέγοντας οποιαδήποτε από τα 371 θραύσματα για να ξεζουμίσεις την μικρή τους ή μεγαλύτερη απόλαυση – τα 201 κεφάλαια του δεύτερου μέρους, απαιτούν αν όχι μια απόλυτη σειρά, τουλάχιστον μια μερική οργάνωση που θα μπορέσει να αποκρυσταλλώσει καλύτερα την περιπέτεια της οικογένειάς του (με αποδείξεις και ονόματα) στον πολυτάραχο 20ο αιώνα. Με κάποιον τρόπο μου θύμισε το «Κουτσό» του Κορτάσαρ. Οπώς και κει τα φιλοσοφικά, έτσι και εδώ, τα θραύσματα μνήμης είναι τα κομμάτια εκείνα που θα μπορούσαν να παραλειφθούν (με βαριά καρδιά, και εδώ που τα λέμε γιατί ένας αναγνώστης να κάνει κάτι τόσο άκαρδο;) ή να εμφιλοχωρήσουν στην «κύρια» ιστορία και να ψάξουν μια βολική θέση εκεί μέσα. Βέβαια, ο Πέτερ Εστερχάζυ δεν σε «πατρονάρει» όπως ο Κορτάσαρ, σου αφήνει το ελεύθερο να κάνεις ό,τι θες με τα θραύσματα, αποφάσισε εσύ. Αυτή η υπερευελιξία της πλοκής το καθιστά (μεταξύ των άλλων προτερημάτων του) και – δυνάμει – υπερμοντέρνο βιβλίο! Επίσης, δεν αντέχω να μην πω ότι, η «Ουράνια Αρμονία» είναι πολλαπλώς καλύτερη σε σύγκριση με το κουτσό «Κουτσό»!
 
Ω, πόσες και πόσες φορές δεν το ακούσαμε αυτό μέσα στις θύελλες που ακολούθησαν! Όποτε θέτουμε σε, υποτίθεται, νηφάλιους σοσιαλιστές το ερώτημα κατά πόσο κάτι τέτοιες φρικτές ατασθαλίες συνάδουν με όλες αυτές τις επαγγελίες περί ευτυχίας για όλους, στην καλύτερη περίπτωση απαντούν όλοι με τον ίδιο τρόπο: Οι ατασθαλίες μερικών δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν αρνητικά το σύνολο.
 
 
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία ότι μέρες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, ο συγγραφέας έμαθε ότι ο πατέρας του υπήρξε πληροφοριοδότης της μυστικής αστυνομίας της Ουγγαρίας επί σοσιαλισμού, κάτι που τον ανάγκασε να γράψει ένα νέο βιβλίο με τον τίτλο «Διορθωμένη Έκδοση»! Ο πατέρας του... ως βούληση και ως παράσταση (δανειζόμενος βλάσφημα και χωρίς περαιτέρω νοηματικές προεκτάσεις, τον τίτλο του σπουδαίου έργου του Σοπενάουερ) – ο πατέρας μου σε κάποια στιγμή της ζωής του στάθηκε αδύναμος και πρόδωσε τις δικές του αξίες, αλλά υπήρξε πολύ καλός πατέρας μου, γιατί αυτές τις αξίες που πρόδωσε ο ίδιος, μου τις μετέδωσε, σημειώνει με ευγνωμοσύνη ο συγγραφέας στην ίδια συνέντευξη.
 
Το οπισθόφυλλο λέει ότι το βιβλίο παίζει με πέντε αιώνες ευρωπαϊκής ιστορίας και δεν υπάρχει πιο ταιριαστός σελιδοδείκτης να συνοδεύσει την ανάγνωση, από εκείνον της Άγρας που απεικονίζει τον νεαρό Μπόρις Πάστερνακ ν' αναρωτιέται «Τι αιώνα κάνει έξω;», μια απορία που θα έχει και ο αναγνώστης σε πολλά σημεία του βιβλίου. Να θυμάστε ότι πρέπει να του δώσετε μία αβάντα 70 σελίδων – σε ένα βιβλίο 350 σελίδων, δε θα δίνατε περιθώριο 30 σελίδων να δείτε τι παίζει; Ε, εδώ, η αναλογία είναι 60-70 σελίδες. Μέσα σε αυτές τις σελίδες θα συναντήσετε σποραδικά έναν «παλιακό» λόγο και μια σύγχυση με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, πράγμα που θα πάψει σύντομα, ο παλιακός λόγος θα εκσυγχρονιστεί, και η σύγχυση δε θα γίνεται πλέον αντιληπτή και ενοχλητική, ασχέτως αν δεν θα το έχει κουνήσει ρούπι. Εκεί θα βρείτε και 5-6 σελίδες όπου αναφέρονται κατεβατά όλα τα περιουσιακά αντικείμενα ενός «πατέρα» (κάτι που μου θύμισε Ζορζ Περέκ), το αναφέρω γιατί είναι η πρώτη φορά (και τελευταία, καθώς δεν μπορώ να φαντάζομαι ότι κάτι σημαντικό μπορεί να μου ξέφυγε από μία ανάγνωση) που δοκίμασα εκείνο το εξωτικό φρούτο που χλαπακιάζουν αμάσητο πολλοί διάσημοι – 1! 2! 3! SUR-VI-VORS! – κριτικοί και λέγεται, διαγώνια ανάγνωση! Πάντα μπορείς να μάθεις κάτι νέο.
 
Η «Ουράνια αρμονία» είναι ένα πολύ αστείο βιβλίο, κυρίως χάρη στην χρήση της γλώσσας, οι λέξεις και οι προτάσεις του γελάνε και σε ξεγελάνε, σε γαργαλάνε και ανάλογα με τις αντιστάσεις σου, λύνεσαι στα γέλια. Είναι σημαντικό ένα βιβλίο να έχει χιούμορ («Το χιούμορ υπάρχει πάντοτε στον κόσμο, ακόμα και στις πιο άσχημες στιγμές, άνθρωπο μόνο δεν βρίσκεις να το δεχθεί, το χιούμορ πάντως υπάρχει, είναι εκεί») – το πρώτο θείο δώρο που χάνεται σε μια ξένη γλώσσα, σύμφωνα με την γνωστή ρήση της Βιρτζίνια Γουλφ – ευτυχώς οι κυρίες Μαργαρίτα Ζαχαριάδου και Μανουέλα Μπέρκι κατάφεραν να το μεταφέρουν σχεδόν αυτούσιο μέσω της άψογης μετάφρασής τους. Η αφήγηση είναι ποταμός και η έκδοση το ίδιο. Οι εκδόσεις «Ποταμός» μού είναι πολύ συμπαθείς, καλαίσθητες, ποιοτικές, χαμηλόφωνες και διακριτικές. Και υποψιάζομαι ότι δεν έχουν την προσοχή που θα τους άξιζε (ελπίζω να κάνω λάθος). Το βιβλίο δείχνει εξαντλημένο παντού όμως στην ιστοσελίδα των εκδόσεων δείχνει διαθέσιμο, όσοι θέλετε να το διαβάσετε κάν' τε μια προσπάθεια να μάθετε αν όντως υπάρχει. Θα είναι ένα δώρο για σας.
 
Παρ' όλο λοιπόν που το βιβλίο έχει γεννηθεί μέσα από την πραγματικότητα, πρέπει κανείς να το διαβάζει σαν να είναι μυθιστόρημα και να μην περιμένει τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από ό,τι έχει συνήθως να προσφέρει ένα μυθιστόρημα (τα πάντα).
 
Μαθαίνεις από την αρχή γιατί το βιβλίο ονομάστηκε «Ουράνια αρμονία» αλλά κυρίως το νιώθεις στο τέλος, μόλις κλείσεις το βιβλίο. Τότε, η «ουράνια αρμονία» δεν είναι πια ένας τίτλος, αλλά μία αίσθηση ευδαιμονίας που σε πλημμυρίζει, όπως ας πούμε συμβαίνει με τις συνθέσεις κλασικών συνθετών όπου συνήθως δεν αντιλαμβάνεσαι επαρκώς τα τεχνικά κομμάτια της σύνθεσης, ούτε και την σπουδαιότητα τους κατά την διάρκεια της ακρόασης, παρά μόνο στο τέλος, όταν και θα νιώσεις μια ολοκληρωτική ουράνια αρμονία. Και φυσικά, οικογένεια Εστερχάζυ χωρίς Χάιντν δεν νοείται, καθότι ο σπουδαίος συνθέτης δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, υπό την σκέπη της. Πάρ' τε λοιπόν την Συμφωνία αρ. 45, την επονομαζόμενη και «Αποχαιρετισμού»... και άντε γεια! 
 
 

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος8.7.17

    Το εξώφυλλο της πρωτότυπης έκδοσης είναι εξαιρετικό και από ό,τι βλέπω Η διορθωμένη έκδοση βγήκε με το ίδιο εξώφυλλο με μία κόκκινη γραμμή να διαπερνάει το κεφάλι.
    Η ανάρτησή σου σίγουρα θα ανοίξει σε πολλούς την όρεξη να το διαβάσουν και είναι πολύ κρίμα που είναι εξαντλημένη.
    Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εμένα μου άρεσε και το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι παλιά όταν είχα πρωτοδεί το βιβλίο, μου φάνηκε κάπως «βαρύθυμο» και με απώθησε. Της ξένης έκδοσης το εξώφυλλο θα με έκανε να δω το βιβλίο με καλύτερο μάτι, εξ αρχής!

      Τέλεια ιδέα αυτή με το εξώφυλλο της διορθωμένης έκδοσης. Κρίμα που δεν την εντόπισα, θα την είχα προσθέσει στην ανάρτηση :(

      Στις εκδόσεις «Ποταμός» δείχνει διαθέσιμο, ίσως να υπάρχουν κάποια αντίτυπα, ποιος ξέρει. Απλώς οι αναγνώστες διστάζουν στην αρχή (συμπεριλαμβανομένου και εμού) να ασχοληθούν με ένα τέτοιο βιβλίο, το βλέπουν παρακινδυνευμένο βήμα. Κακώς, πολύ κακώς. Είναι διασκεδαστικότατο βιβλίο. Και σπουδαιότατο, επίσης.

      Διαγραφή

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.