Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διάλεξη χωρίς κοινό

 
Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας είναι ο συγγραφέας εκείνος που δεν γίνεται να μην μου αρέσει. Το γνώριζα εκ των προτέρων και γι' αυτό παραδινόμουν γλυκά σε έναν παραλογισμό του μυαλού μου επιμένοντας, εδώ και χρόνια, να μην αγοράζω τα βιβλία του – στο κεφάλ δεν υπάρχει λογική! Συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία, η συνισταμένη δύναμη των οποίων με συναρπάζει ολότελα, δημιουργεί, δηλαδή, έναν κόσμο που ξεκινάει από την αγάπη του για την λογοτεχνία και τελειώνει με την αγάπη του προς εκείνη. Στο ενδιάμεσο δεν παραλείπει (σημαντικό αυτό) να συνθέτει την εκδήλωση αγάπης προς την λογοτεχνία, με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι και η ίδια, λογοτεχνία... που θαυμάζουμε με την σειρά μας και γιατί όχι, ίσως σκεφτόμαστε να την συμπεριλάβουμε σε μια μελλοντική λογοτεχνική μας προσπάθεια που θα εκπορεύεται από την αγάπη μας για την λογοτεχνία!
 
Είτε κάνει ένα tribute to Dublin είτε σκέφτεται να αποσυρθεί από τα εγκόσμια και κάθε λογοτεχνική επιδίωξη είτε ταλαιπωρείται από την φοβερή νόσο που τον κάνει να ξερνάει συνεχώς λογοτεχνικές φράσεις είτε απλώς θα προτιμούσε όχι, να μην γράφει τίποτα, γιοκ, ό,τι και αν συμβαίνει απ' όλα αυτά, εκείνος πάντα προσπαθεί να τα πει όλα, δεν κρατάει μυστικά και ντοκουμέντα. Όπως ακριβώς και ο Μπλεζ Πασκάλ που τον μνημονεύει στο βιβλίο: «Και αν έγραψα τούτη την μακροσκελή επιστολή είναι επειδή δεν είχα χρόνο να την κάνω πιο σύντομη». Το κάθετο ταξίδι ανυψώνεται διαρκώς και η απόλαυση δεν τελειώνει ποτέ

Λοιπόν, εγώ παιδιά, το βρήκα αριστούργημα το βιβλίο αλλά φοβάμαι να το πω μήπως και θίξω όλους εκείνους τους αναγνώστες που δεν το βρήκαν έτσι – «Τι αριστούργημα μωρέ, λέει ο μαλάκας; Μεγαλύτερη μπαρούφα δεν έχω διαβάσει, τσάμπα τα λεφτά μου ρε!» – γι' αυτό θα χρησιμοποιήσω μία από εκείνες τις άγευστες φράσεις της πολιτικής ορθότητας που, στις περισσότερες των περιπτώσεων, στεγνώνουν την λογική κάθε νοήμονος ανθρώπου: μετριοπαθές αριστούργημα με τάσεις προς ελιτίστικους φανφαρονισμούς αλλά και περιέχον ψήγματα λαϊκής αποδοχής, που συνοδεύονται από ηρωισμούς της έκφρασης μεν, εμπρηστικούς για την κοινή λογική δε – «...γαμιέσαι, ηλίθιε! Διαβάζω και την κριτική σου»!
 
Διότι, αντίθετα με ό,τι πιστεύουν διάφοροι, δεν γράφει κανείς για να διασκεδάσει τους άλλους, παρότι η λογοτεχνία είναι από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα που υπάρχουν, ούτε γράφει κανείς για «να διηγηθεί ιστορίες», όπως λένε, παρόλο που η λογοτεχνία είναι γεμάτη με υπέροχες ιστορίες. Όχι. Γράφει κανείς για να ρίξει τον αναγνώστη, να τον κυριεύσει, να τον γοητεύσει, να τον σκλαβώσει, για να μπει στο πνεύμα του άλλου και να μείνει εκεί, για να τον συγκλονίσει, για να τον κατακτήσει... 
 
Περί Ντοκουμέντα ο λόγος και όσοι δεν αντέχουν να μετράνε λουλακί πρόβατα για να τους πάρει ο ύπνος καλύτερα να αποχωρήσουν – να μείνουμε μόνο οι ξύπνιοι θιασώτες της πρωτοποριακής τέχνης! Τι είναι όμως τέχνη και δη πρωτοποριακή; Ένα θέμα που φέρνει σίγουρα υπνηλία όταν προσπαθούν να στο εξηγήσουν. Μη μου συγχίζεστε με αυτά που γράφω, ή μάλλον... συγχιστείτε, είναι πρωτοποριακό! [...] Στην τέχνη η σύγχυση ήταν πράγματι θαυμάσιο γεγονός. Η Ντοκουμέντα 14 που έλαβε χώρα προσφάτως και στην Αθήνα έφερε πολλή σύγχυση μαζί της και στρατιές επικριτών είτε την επισκέφτηκαν είτε όχι (αυτό και αν είναι πρωτοποριακό!). Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας τοποθετεί την δράση του βιβλίου του στο Κάσελ της Γερμανίας, κατά την διάρκεια της Ντοκουμέντα 13, αποτελώντας και ο ίδιος ένα από τα πολλά εκθέματά της (βασικά, δεν έχω καλοκαταλάβει αν είναι συγγραφικό κόλπο ή όντως ίσχυε η πρόταση να περάσει μια βδομάδα στο κινέζικο εστιατόριο «Τζένγκις Χαν» εκθέτοντας στους θεατές τον εαυτό του και την πορεία της δημιουργικής δουλειάς του. Όσοι όμως γνωρίζετε, μην μου το αποκαλύψετε). Κινέζικο βασανιστήριο η σύγχρονη τέχνη, δεν παίζουμε μ' αυτά! Πολλοί αντιμετωπίζουν την σύγχρονη τέχνη (αλλά και γενικότερα) με βαρυθυμία ενώ, το κατάλληλο λεκτικό και συναισθηματικό εφόδιο για να την αντιμετωπίσεις είναι, νομίζω, η αμφιθυμία
 
Tino Sehgal, «This variation»

 
Ακριβώς πριν από το βιβλίο του Βίλα-Μάτας διάβασα εντελώς τυχαία την εκπληκτική νουβέλα του Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ «Όταν ήμουν έργο τέχνης» – για το αγοραίο και την άσκοπη πρόκληση της τέχνης, για την διαστρεβλωτική πρωτοκαθεδρία της εικόνας, για την αλλοτροιωμένη και εκφυλιστική αντίληψη πολλών θεατών – μια εύστοχη σάτιρα με κυνικές αποχρώσεις του λόγου και σαρκαστικές σκέψεις. Από την άλλη, ο Βίλα-Μάτας επιδεικνύοντας πιο ήπιο αλλά εξίσου εύστοχο σαρκασμό, θέτει τις βάσεις για μια κατανοητή συζήτηση περί τέχνης (που σε καμία περίπτωση δεν σε κοιμίζει) και καταλήγει σε κάτι σαν επιμύθιο που αλιεύω από τις πάμπολλες διακειμενικές αναφορές που σκορπάει σχεδόν σε κάθε σελίδα: [...] ο κόσμος και η ύπαρξη μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο ως αισθητικό φαινόμενο. Η αμφιθυμία λοιπόν είναι η καλύτερη στάση απέναντι στην τέχνη, η συνύπαρξη δύο αντίθετων συναισθημάτων μπροστά στην ίδια κατάσταση, το μη οριστικό συμπέρασμα ενώπιόν της – ακόμα και όταν ο ήρωας θα αηδίαζε στην σκέψη να σκουπιστεί με τις πετσέτες του Αδόλφου Χίτλερ ή να μυρίσει το μπουκαλάκι με το άρωμα της Εύας Μπράουν, που αμφότερα αποτελούσαν εκθέματα της έκθεσης, δεν μπορεί εντούτοις να αποφύγει και την ερώτηση που φανερώνει υγιή σκεπτικισμό και κινητήρια αμφιθυμία: «Θεωρείς πως μπορεί να υπάρχει έστω και η ελάχιστη σχέση ανάμεσα στην πρωτοπορία και στο άριο άρωμα;» 
 
Pedro Reyes, «Sanatorium»
Πρόκειται για ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα που εκθέτει πολυπλεύρως και χωρίς απολυτότητες τις ιδέες για την τέχνη και την ανάγκη να υπάρχει στις ζωές των ανθρώπων και σας παρακαλώ να μην το αγνοήσετε ή το κακολογήσετε λόγω του άθλιου εξωφύλλου... ουπς! Δεν μπορούσα, όμως, να χρησιμοποιήσω αυτό το τόσο γελοίο άλλοθι, καθώς είχα απαγορεύσει στον εαυτό μου να γελάει συστηματικά, όπως κάνουν άλλοι, με ορισμένα πρωτοποριακά έργα τέχνης που φιλοδοξούν να είναι πρωτότυπα. Και το είχα απαγορεύσει στον εαυτό μου διότι γνώριζα ότι ήταν πανεύκολο για τους ηλίθιους να συκοφαντούν αυτό το είδος τέχνης, κι εγώ δεν ήθελα να είμαι απ' αυτό το είδος των ανθρώπων (...) χωρίς πάντως να αγνοώ και την πιθανότητα οι σημερινοί καλλιτέχνες να είναι ένα τσούρμο αφελών, χαζοβιόληδες που δεν έπαιρναν χαμπάρι τίποτα, συνεργάτες της εξουσίας που ούτε καν το αντιλαμβάνονταν. Απ' την άλλη, οι απαγορεύσεις είναι για να παραβιάζονται και επίσης, ποιος δεν έχει νιώσει έστω και για μια φορά ηλίθιος στην ζωή του, άρα, γιατί όχι, ας πω λοιπόν, ότι τα συγκεκριμένα εξώφυλλα μού θυμίζουν γελοία καρτούν και μάλιστα, πολύ κακής αισθητικής γελοία καρτούν. Κάνουν τα βιβλία του «Ίκαρου» να δείχνουν πανομοιότυπα και είτε διαβάζω Vila Matas είτε Lena Mantas, είναι ένα και το αυτό! Πρώτη φορά εξώφυλλα με απωθούν τόσο πολύ ώστε να μην αγοράζω βιβλία – αν αγόρασα το συγκεκριμένο είναι γιατί το όνομα του συγγραφέα αποτέλεσε ισχυρότατο κίνητρο και, εκ των υστέρων, με όσα περιγράφονται στο βιβλίο του, αποδείχθηκε και μια πρώτης τάξεως τρολιά!! 
 
Pierre Huyghe, «Untilled»

 
Η μετάφραση της Ναννάς Παπανικολάου αγνοεί την αμφιθυμία, και ευτυχώς και την βαρυθυμία, και επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ευθυμία, εκείνη που νιώθεις όταν μια ξένη γλώσσα ακούγεται ακριβώς σαν την μητρική σου. Ευτυχώς, στην μετάφραση υπήρχε λογική! Μάθε τέχνη κι ασ' τηνε, λοιπόν, είναι αυτό το γοητευτικό «εγχειρίδιο» του Βίλα-Μάτας. Κι αν πεινάσεις...; Μάλλον, δε θα συμβεί, γιατί η τέχνη, πρωτοποριακή ή μη, είναι ανεξάντλητη τροφή που προσφέρεται αδιακρίτως και αφειδώς – και σχεδόν, δεν χρειάζεται καν να πεινάς για να την απολαύσεις! Το 'πιασες; 
 
Οποιαδήποτε δραστηριότητα συνδεδεμένη με την πρωτοπορία, αν υποθέσουμε πως η πρωτοπορία υπήρχε ακόμα (πράγμα που αμφισβητούσα όλο και περισσότερο όσο περνούσε η ώρα), δεν θα έπρεπε να αγνοεί την πολιτική πλευρά, μια πλευρά που προϋπέθετε να λαμβάνουμε υπόψη μας και την πιθανότητα να μας συνέφερε περισσότερο, εμάς τους φτωχούς θνητούς, να εξαφανιζόταν μια μέρα η πρωτοπορία. Όχι όμως από εξάντληση, αλλά από το αντίθετο: να εξαφανιζόταν επειδή μια μέρα ένα αόρατο ρεύμα θα τη μεταμόρφωνε σε πηγή απόλυτης ενέργειας και θα τη μετέτρεπε στην ίδια τη συναρπαστική ζωή μας.
 
Song Dong, «Doing Nothing Garden»

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».