Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διάλεξη χωρίς κοινό

 
Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας είναι ο συγγραφέας εκείνος που δεν γίνεται να μην μου αρέσει. Το γνώριζα εκ των προτέρων και γι' αυτό παραδινόμουν γλυκά σε έναν παραλογισμό του μυαλού μου επιμένοντας, εδώ και χρόνια, να μην αγοράζω τα βιβλία του – στο κεφάλ δεν υπάρχει λογική! Συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία, η συνισταμένη δύναμη των οποίων με συναρπάζει ολότελα, δημιουργεί, δηλαδή, έναν κόσμο που ξεκινάει από την αγάπη του για την λογοτεχνία και τελειώνει με την αγάπη του προς εκείνη. Στο ενδιάμεσο δεν παραλείπει (σημαντικό αυτό) να συνθέτει την εκδήλωση αγάπης προς την λογοτεχνία, με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι και η ίδια, λογοτεχνία... που θαυμάζουμε με την σειρά μας και γιατί όχι, ίσως σκεφτόμαστε να την συμπεριλάβουμε σε μια μελλοντική λογοτεχνική μας προσπάθεια που θα εκπορεύεται από την αγάπη μας για την λογοτεχνία!
 
Είτε κάνει ένα tribute to Dublin είτε σκέφτεται να αποσυρθεί από τα εγκόσμια και κάθε λογοτεχνική επιδίωξη είτε ταλαιπωρείται από την φοβερή νόσο που τον κάνει να ξερνάει συνεχώς λογοτεχνικές φράσεις είτε απλώς θα προτιμούσε όχι, να μην γράφει τίποτα, γιοκ, ό,τι και αν συμβαίνει απ' όλα αυτά, εκείνος πάντα προσπαθεί να τα πει όλα, δεν κρατάει μυστικά και ντοκουμέντα. Όπως ακριβώς και ο Μπλεζ Πασκάλ που τον μνημονεύει στο βιβλίο: «Και αν έγραψα τούτη την μακροσκελή επιστολή είναι επειδή δεν είχα χρόνο να την κάνω πιο σύντομη». Το κάθετο ταξίδι ανυψώνεται διαρκώς και η απόλαυση δεν τελειώνει ποτέ

Λοιπόν, εγώ παιδιά, το βρήκα αριστούργημα το βιβλίο αλλά φοβάμαι να το πω μήπως και θίξω όλους εκείνους τους αναγνώστες που δεν το βρήκαν έτσι – «Τι αριστούργημα μωρέ, λέει ο μαλάκας; Μεγαλύτερη μπαρούφα δεν έχω διαβάσει, τσάμπα τα λεφτά μου ρε!» – γι' αυτό θα χρησιμοποιήσω μία από εκείνες τις άγευστες φράσεις της πολιτικής ορθότητας που, στις περισσότερες των περιπτώσεων, στεγνώνουν την λογική κάθε νοήμονος ανθρώπου: μετριοπαθές αριστούργημα με τάσεις προς ελιτίστικους φανφαρονισμούς αλλά και περιέχον ψήγματα λαϊκής αποδοχής, που συνοδεύονται από ηρωισμούς της έκφρασης μεν, εμπρηστικούς για την κοινή λογική δε – «...γαμιέσαι, ηλίθιε! Διαβάζω και την κριτική σου»!
 
Διότι, αντίθετα με ό,τι πιστεύουν διάφοροι, δεν γράφει κανείς για να διασκεδάσει τους άλλους, παρότι η λογοτεχνία είναι από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα που υπάρχουν, ούτε γράφει κανείς για «να διηγηθεί ιστορίες», όπως λένε, παρόλο που η λογοτεχνία είναι γεμάτη με υπέροχες ιστορίες. Όχι. Γράφει κανείς για να ρίξει τον αναγνώστη, να τον κυριεύσει, να τον γοητεύσει, να τον σκλαβώσει, για να μπει στο πνεύμα του άλλου και να μείνει εκεί, για να τον συγκλονίσει, για να τον κατακτήσει... 
 
Περί Ντοκουμέντα ο λόγος και όσοι δεν αντέχουν να μετράνε λουλακί πρόβατα για να τους πάρει ο ύπνος καλύτερα να αποχωρήσουν – να μείνουμε μόνο οι ξύπνιοι θιασώτες της πρωτοποριακής τέχνης! Τι είναι όμως τέχνη και δη πρωτοποριακή; Ένα θέμα που φέρνει σίγουρα υπνηλία όταν προσπαθούν να στο εξηγήσουν. Μη μου συγχίζεστε με αυτά που γράφω, ή μάλλον... συγχιστείτε, είναι πρωτοποριακό! [...] Στην τέχνη η σύγχυση ήταν πράγματι θαυμάσιο γεγονός. Η Ντοκουμέντα 14 που έλαβε χώρα προσφάτως και στην Αθήνα έφερε πολλή σύγχυση μαζί της και στρατιές επικριτών είτε την επισκέφτηκαν είτε όχι (αυτό και αν είναι πρωτοποριακό!). Ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας τοποθετεί την δράση του βιβλίου του στο Κάσελ της Γερμανίας, κατά την διάρκεια της Ντοκουμέντα 13, αποτελώντας και ο ίδιος ένα από τα πολλά εκθέματά της (βασικά, δεν έχω καλοκαταλάβει αν είναι συγγραφικό κόλπο ή όντως ίσχυε η πρόταση να περάσει μια βδομάδα στο κινέζικο εστιατόριο «Τζένγκις Χαν» εκθέτοντας στους θεατές τον εαυτό του και την πορεία της δημιουργικής δουλειάς του. Όσοι όμως γνωρίζετε, μην μου το αποκαλύψετε). Κινέζικο βασανιστήριο η σύγχρονη τέχνη, δεν παίζουμε μ' αυτά! Πολλοί αντιμετωπίζουν την σύγχρονη τέχνη (αλλά και γενικότερα) με βαρυθυμία ενώ, το κατάλληλο λεκτικό και συναισθηματικό εφόδιο για να την αντιμετωπίσεις είναι, νομίζω, η αμφιθυμία
 
Tino Sehgal, «This variation»

 
Ακριβώς πριν από το βιβλίο του Βίλα-Μάτας διάβασα εντελώς τυχαία την εκπληκτική νουβέλα του Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ «Όταν ήμουν έργο τέχνης» – για το αγοραίο και την άσκοπη πρόκληση της τέχνης, για την διαστρεβλωτική πρωτοκαθεδρία της εικόνας, για την αλλοτροιωμένη και εκφυλιστική αντίληψη πολλών θεατών – μια εύστοχη σάτιρα με κυνικές αποχρώσεις του λόγου και σαρκαστικές σκέψεις. Από την άλλη, ο Βίλα-Μάτας επιδεικνύοντας πιο ήπιο αλλά εξίσου εύστοχο σαρκασμό, θέτει τις βάσεις για μια κατανοητή συζήτηση περί τέχνης (που σε καμία περίπτωση δεν σε κοιμίζει) και καταλήγει σε κάτι σαν επιμύθιο που αλιεύω από τις πάμπολλες διακειμενικές αναφορές που σκορπάει σχεδόν σε κάθε σελίδα: [...] ο κόσμος και η ύπαρξη μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο ως αισθητικό φαινόμενο. Η αμφιθυμία λοιπόν είναι η καλύτερη στάση απέναντι στην τέχνη, η συνύπαρξη δύο αντίθετων συναισθημάτων μπροστά στην ίδια κατάσταση, το μη οριστικό συμπέρασμα ενώπιόν της – ακόμα και όταν ο ήρωας θα αηδίαζε στην σκέψη να σκουπιστεί με τις πετσέτες του Αδόλφου Χίτλερ ή να μυρίσει το μπουκαλάκι με το άρωμα της Εύας Μπράουν, που αμφότερα αποτελούσαν εκθέματα της έκθεσης, δεν μπορεί εντούτοις να αποφύγει και την ερώτηση που φανερώνει υγιή σκεπτικισμό και κινητήρια αμφιθυμία: «Θεωρείς πως μπορεί να υπάρχει έστω και η ελάχιστη σχέση ανάμεσα στην πρωτοπορία και στο άριο άρωμα;» 
 
Pedro Reyes, «Sanatorium»
Πρόκειται για ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα που εκθέτει πολυπλεύρως και χωρίς απολυτότητες τις ιδέες για την τέχνη και την ανάγκη να υπάρχει στις ζωές των ανθρώπων και σας παρακαλώ να μην το αγνοήσετε ή το κακολογήσετε λόγω του άθλιου εξωφύλλου... ουπς! Δεν μπορούσα, όμως, να χρησιμοποιήσω αυτό το τόσο γελοίο άλλοθι, καθώς είχα απαγορεύσει στον εαυτό μου να γελάει συστηματικά, όπως κάνουν άλλοι, με ορισμένα πρωτοποριακά έργα τέχνης που φιλοδοξούν να είναι πρωτότυπα. Και το είχα απαγορεύσει στον εαυτό μου διότι γνώριζα ότι ήταν πανεύκολο για τους ηλίθιους να συκοφαντούν αυτό το είδος τέχνης, κι εγώ δεν ήθελα να είμαι απ' αυτό το είδος των ανθρώπων (...) χωρίς πάντως να αγνοώ και την πιθανότητα οι σημερινοί καλλιτέχνες να είναι ένα τσούρμο αφελών, χαζοβιόληδες που δεν έπαιρναν χαμπάρι τίποτα, συνεργάτες της εξουσίας που ούτε καν το αντιλαμβάνονταν. Απ' την άλλη, οι απαγορεύσεις είναι για να παραβιάζονται και επίσης, ποιος δεν έχει νιώσει έστω και για μια φορά ηλίθιος στην ζωή του, άρα, γιατί όχι, ας πω λοιπόν, ότι τα συγκεκριμένα εξώφυλλα μού θυμίζουν γελοία καρτούν και μάλιστα, πολύ κακής αισθητικής γελοία καρτούν. Κάνουν τα βιβλία του «Ίκαρου» να δείχνουν πανομοιότυπα και είτε διαβάζω Vila Matas είτε Lena Mantas, είναι ένα και το αυτό! Πρώτη φορά εξώφυλλα με απωθούν τόσο πολύ ώστε να μην αγοράζω βιβλία – αν αγόρασα το συγκεκριμένο είναι γιατί το όνομα του συγγραφέα αποτέλεσε ισχυρότατο κίνητρο και, εκ των υστέρων, με όσα περιγράφονται στο βιβλίο του, αποδείχθηκε και μια πρώτης τάξεως τρολιά!! 
 
Pierre Huyghe, «Untilled»

 
Η μετάφραση της Ναννάς Παπανικολάου αγνοεί την αμφιθυμία, και ευτυχώς και την βαρυθυμία, και επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ευθυμία, εκείνη που νιώθεις όταν μια ξένη γλώσσα ακούγεται ακριβώς σαν την μητρική σου. Ευτυχώς, στην μετάφραση υπήρχε λογική! Μάθε τέχνη κι ασ' τηνε, λοιπόν, είναι αυτό το γοητευτικό «εγχειρίδιο» του Βίλα-Μάτας. Κι αν πεινάσεις...; Μάλλον, δε θα συμβεί, γιατί η τέχνη, πρωτοποριακή ή μη, είναι ανεξάντλητη τροφή που προσφέρεται αδιακρίτως και αφειδώς – και σχεδόν, δεν χρειάζεται καν να πεινάς για να την απολαύσεις! Το 'πιασες; 
 
Οποιαδήποτε δραστηριότητα συνδεδεμένη με την πρωτοπορία, αν υποθέσουμε πως η πρωτοπορία υπήρχε ακόμα (πράγμα που αμφισβητούσα όλο και περισσότερο όσο περνούσε η ώρα), δεν θα έπρεπε να αγνοεί την πολιτική πλευρά, μια πλευρά που προϋπέθετε να λαμβάνουμε υπόψη μας και την πιθανότητα να μας συνέφερε περισσότερο, εμάς τους φτωχούς θνητούς, να εξαφανιζόταν μια μέρα η πρωτοπορία. Όχι όμως από εξάντληση, αλλά από το αντίθετο: να εξαφανιζόταν επειδή μια μέρα ένα αόρατο ρεύμα θα τη μεταμόρφωνε σε πηγή απόλυτης ενέργειας και θα τη μετέτρεπε στην ίδια τη συναρπαστική ζωή μας.
 
Song Dong, «Doing Nothing Garden»

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !