Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο απόκληρος


 
Για να μπορέσεις να γίνεις συνειδητά πνευματικός απόκληρος πρέπει πρώτα να γνωρίσεις σε βάθος τι έπραξαν οι προηγούμενοι κληρονόμοι με την περιφερόμενη κληρονομιά και για να μην καταλήξει κάποτε να προδοθεί και η δική σου διαθήκη («Αλλά ποιος τις λογαριάζει τις διαθήκες;») το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να μην αφήσεις καμία. «Περισσότερο και από την Τρομοκρατία, ο εκλυρισμός της Τρομοκρατίας υπήρξε τραυματική εμπειρία για μένα. Απέκτησα έτσι μια ανοσία μια για πάντα απέναντι σε όλους τους λυρικούς πειρασμούς. Το μόνο που επιθυμούσα τότε βαθιά και άπληστα ήταν ένα καθαρό βλέμμα, απαλλαγμένο από ψευδαισθήσεις. Το βρήκα τελικά στην τέχνη του μυθιστορήματος. Γι’ αυτό και το να είμαι μυθιστοριογράφος υπήρξε για μένα κάτι παραπάνω από το να ασκώ κάποιο απ’ τα «λογοτεχνικά είδη».· υπήρξε στάση, σύνεση, θέση· μια θέση που απέκλειε κάθε ταύτιση με πολιτική, με θρησκεία, με ιδεολογία, με ηθική, με συλλογικότητα· μια συνειδητή, πεισματική και μανιασμένη μη ταύτιση, που δεν την αντιλαμβανόμουν σαν φυγή ή παθητικότητα παρά σαν αντίσταση, πρόκληση, εξέγερση. Κατέληξα να κάνω τους εξής παράξενους διαλόγους: «Είστε κομμουνιστής κύριε Κούντερα; – Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος». «Είστε διαφωνών; – Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος». «Είστε αριστερός ή δεξιός;» – Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είμαι μυθιστοριογράφος». Μεγάλε Κούντερα, πώς μας αποκλήρωσες έτσι;

Αυτή η περίφημη μη ταύτιση είναι που με συναρπάζει περισσότερο στα έργα του Κούντερα καθώς και η υψηλής λειτουργικότητας χρήση της ειρωνείας και του χιούμορ μέσα τους. Να εξηγούμαστε (ακόμα μια φορά) για να μην παρεξηγούμαστε (ακόμα μια φορά). Χιούμορ με ταύτιση είναι απλώς χιούμορ που τα ’φτυσε! «Ειρωνεία θα πει: κανένας από τους ισχυρισμούς που βρίσκουμε σ’ ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να εκληφθεί μεμονωμένα, καθένας τους βρίσκεται σε περίπλοκη και αντιφατική αντιπαράθεση με άλλους ισχυρισμούς, άλλες καταστάσεις, άλλες χειρονομίες, άλλες ιδέες, άλλα γεγονότα. Μόνο μια αργή ανάγνωση, που επαναλαμβάνεται δυο φορές, πολλές φορές, θα προβάλει όλες τις ειρωνικές σχέσεις που βρίσκονται στο εσωτερικό του μυθιστορήματος, χωρίς τις οποίες το μυθιστόρημα θα μείνει ακατανόητο». Και καθετί άλλο, θα πρόσθετα εγώ, όταν περιδιαβάζει η ειρωνεία. Αυτή η ειρωνεία του Κούντερα, που την αναζητάει και την βρίσκει και σε έργα άλλων μεγάλων συγγραφέων, όπως του Κάφκα, αλλά και συνθετών, σε συνδυασμό με την μη ταύτιση δίνει νομίζω έναν προσωπικό τόνο και ύφος στο έργο του που πολλοί χαρακτηρίζουν διανοουμενίστικο και ρηχό. Αλλά πόσο έτσι δεν είναι γαμώτο! ΠΑΣΟΚ σώσε μας και δείξε μας ξανά πώς διαβάζεται ο Κούντερα! Βάζω ένα ακόμα απόσπασμα από τα δεκάδες που σημείωσα που δείχνει ποιο είναι το πρόβλημα… των αναγνωστών απέναντι στην γραφή του Κούντερα και ίσως βοηθήσει να επαναπροσδιοριστεί η σχέση τους μαζί του. «Αυτό ακριβώς με συναρπάζει στον Ραμπελαί και σε άλλους παλαιούς μυθιστοριογράφους: μιλούν γι’ αυτό που βρίσκουν μαγευτικό και σταματούν μόλις σταματήσει η μαγεία. Η ελευθερία τους στη σύνθεση μ’ έκανε να ονειρεύομαι: να γράφεις χωρίς να κατασκευάζεις σασπένς, χωρίς να χτίζεις μια ιστορία και να προσποιείσαι ότι είναι αληθοφανής, να γράφεις χωρίς να περιγράφεις μια εποχή, έναν περίγυρο, μια πόλη· να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά και να είσαι σε επαφή μόνο με το ουσιώδες· που σημαίνει: να δημιουργείς μια σύνθεση όπου δεν θα ’χουν κανένα λόγο ύπαρξης οι γέφυρες και τα παραγεμίσματα και όπου ο μυθιστοριογράφος δεν θα ’ναι υποχρεωμένος να απομακρυνθεί έστω και κατά μία αράδα, από αυτό που τον ενδιαφέρει, από αυτό που τον μαγεύει, προκειμένου να ικανοποιήσει τη μορφή και τα προστάγματά της»
 

Η λέξη που μπορεί κάπως να περιγράψει όσα διάβασα είναι η λέξη «σαρωτικός». Ποτέ άλλοτε, και κόντρα σε όλα τα βιβλιοφιλικά κλισέ, δεν ένιωσα ότι κρατώντας ένα μονάχα βιβλίο, θα είχα την ψευδαίσθηση ότι διάβασα είκοσι βιβλία μαζί. Το μολύβι με το οποίο κρατούσα σημειώσεις πήρε φωτιά μαζί με το μυαλό μου. Νιώθω μια σχετική αμηχανία γιατί το μόνο που μπορώ να κάνω σε αυτή την παρουσίαση – όχι ότι στις υπόλοιπες κάνω κάτι διαφορετικό αλλά λέμε τώρα! – είναι να βάζω όσα περισσότερα αποσπάσματα του βιβλίου μπορώ, αντιβαίνοντας λίγο και σε όσα εύστοχα λέει ο Κούντερα για τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών (αν και εκείνος μιλάει κυρίως για παραποίηση του έργου τους) στο τέλος του βιβλίου· καθώς και κόντρα στα δικαιώματα που διατηρεί ο εκδοτικός. Ας περιοριστώ στον κύριο άξονα του βιβλίου του. Ο Κούντερα μιλάει για όλες τις προδομένες διαθήκες, έχοντας στον πυρήνα της σκέψης του την πιο τρανταχτή από όλες, εκείνη του Κάφκα από τον φίλο του και… εκτελεστή Μαξ Μπροντ («Καφκολογία δεν είναι όσα λέγονται για τον Κάφκα. Πώς θα ορίσουμε λοιπόν την καφκολογία; Με μια ταυτολογία: καφκολογία είναι ο λόγος που προορίζεται να καφκολογήσει τον Κάφκα. Να υποκαταστήσει τον Κάφκα με τον καφκολογημένο Κάφκα»). Για τους περισσότερους αναγνώστες η περίπτωση Κάφκα θεωρούμε πως είναι νεανική υπόθεση: διαβάζουμε τα έργα του εκεί κοντά στα είκοσι και νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε τι λένε ή ακριβέστερα δεν καταλαβαίνουμε τι λένε. Αλλά μην νιώθετε άσχημα, δεν φταίει μόνο η δική σας ανωριμότητα, φταίει και εκείνη του Μπροντ που παρά την ανιδιοτελή του διάθεση απέναντι στον φίλο του, αποδείχθηκε ανεπαρκής να εκτιμήσει την αισθητική του βούληση και μεγαλοσύνη· και ως ο κυρίαρχος καθοδηγητής του λογοτεχνικού έργου του Κάφκα, δημιούργησε άθελά του πάμπολλες παρανοήσεις και αποκλίσεις. Ο Κούντερα γράφει μία εμβριθή – μη καφκολογημένη – μελέτη για την σπουδαιότητα των έργων του Κάφκα που διασπείρει σε όλο το εύρος του δοκιμίου του ανάμεσα σε άλλα σπουδαία που αναλύει με χιούμορ και λαμπρή σκέψη, και πάντα κατά το πνεύμα του αγαπημένου του Ραμπελαί, δηλαδή, μιλάει για καθετί μαγευτικό και σταματά μόλις σταματά και η μαγεία, για να ξαναρχίσει και πάλι από την αρχή λίγο παρακάτω. 

Με αφορμή το έργο του Κάφκα, γράφει και ένα υπέροχο κεφάλαιο για την έννοια της δίκης, έχει και αυτός ομολογουμένως να συνεισφέρει προσωπικά πάνω στο θέμα – «το πνεύμα της δίκης είναι η αναγωγή των πάντων στην ηθική· είναι ο απόλυτος μηδενισμός απέναντι σε όλα όσα είναι δουλειά, τέχνη, έργο». Σήμερα με έκανε να θέλω να ξαναδιαβάσω τον Κάφκα με ένα πιο μεστό πλέον βλέμμα και να θέλω να τον αποσυνδέσω (κάτι που είχα αρχίσει να αισθάνομαι αμυδρά και παλιότερα, στα νιάτα μου) από την πνευματική κυριαρχία του Μπροντ. Πλάι στον Κάφκα, υπάρχουν και άλλες προδομένες διαθήκες, των συνθετών Στραβίνσκι και Γιάνατσεκ, που εκτιμούσε πολύ, και γενικότερα στοχασμοί για την μουσική, που αντιλαμβάνεσαι από τα συγκεκριμένα αποσπάσματα ότι κατείχε σε βάθος – ακόμα και σε κάποιον που δεν τρελαίνεται για την μουσική, όπως εγώ, οι σκέψεις και οι προβληματισμοί του Κούντερα αποτυπώνονται εύγλωττα και με διαύγεια ανάμεσα στους μουσικούς όρους. Η μετάφραση του Γιάννη Χάρη κινείται παρασκηνιακά αλλά ακολουθεί κατά πόδας την σαρωτική σκέψη του Κούντερα. Από αυτόν τον πυρήνα εξακτινώνονται και συνωστίζονται εκατοντάδες θαυμάσιες σκέψεις (ξεκάθαρο «Επίπεδο 4», καλέστε τον Χαρδαλιά!) που αποδεικνύουν το προφανές, ότι ο Κούντερα είναι μεγάλος συγγραφέας. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει κάποιος εκεί έξω που αγαπάει την λογοτεχνία και δεν θα βρει αυτό το βιβλίο απλώς υπέροχο – και αν υπάρχει, να μην κυκλοφορεί ούτε πριν τις 00:30 για να μην τον πετύχω!  
 
«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα μπορούσε κανείς να γράψει καλύτερα κάποιες φράσεις του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Μα πού θα βρισκόταν ο τρελός που θα ’θελε να διαβάσει βελτιωμένο Προυστ;»
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !