Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο απόκληρος


 
Για να μπορέσεις να γίνεις συνειδητά πνευματικός απόκληρος πρέπει πρώτα να γνωρίσεις σε βάθος τι έπραξαν οι προηγούμενοι κληρονόμοι με την περιφερόμενη κληρονομιά και για να μην καταλήξει κάποτε να προδοθεί και η δική σου διαθήκη («Αλλά ποιος τις λογαριάζει τις διαθήκες;») το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να μην αφήσεις καμία. «Περισσότερο και από την Τρομοκρατία, ο εκλυρισμός της Τρομοκρατίας υπήρξε τραυματική εμπειρία για μένα. Απέκτησα έτσι μια ανοσία μια για πάντα απέναντι σε όλους τους λυρικούς πειρασμούς. Το μόνο που επιθυμούσα τότε βαθιά και άπληστα ήταν ένα καθαρό βλέμμα, απαλλαγμένο από ψευδαισθήσεις. Το βρήκα τελικά στην τέχνη του μυθιστορήματος. Γι’ αυτό και το να είμαι μυθιστοριογράφος υπήρξε για μένα κάτι παραπάνω από το να ασκώ κάποιο απ’ τα «λογοτεχνικά είδη».· υπήρξε στάση, σύνεση, θέση· μια θέση που απέκλειε κάθε ταύτιση με πολιτική, με θρησκεία, με ιδεολογία, με ηθική, με συλλογικότητα· μια συνειδητή, πεισματική και μανιασμένη μη ταύτιση, που δεν την αντιλαμβανόμουν σαν φυγή ή παθητικότητα παρά σαν αντίσταση, πρόκληση, εξέγερση. Κατέληξα να κάνω τους εξής παράξενους διαλόγους: «Είστε κομμουνιστής κύριε Κούντερα; – Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος». «Είστε διαφωνών; – Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος». «Είστε αριστερός ή δεξιός;» – Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είμαι μυθιστοριογράφος». Μεγάλε Κούντερα, πώς μας αποκλήρωσες έτσι;

Αυτή η περίφημη μη ταύτιση είναι που με συναρπάζει περισσότερο στα έργα του Κούντερα καθώς και η υψηλής λειτουργικότητας χρήση της ειρωνείας και του χιούμορ μέσα τους. Να εξηγούμαστε (ακόμα μια φορά) για να μην παρεξηγούμαστε (ακόμα μια φορά). Χιούμορ με ταύτιση είναι απλώς χιούμορ που τα ’φτυσε! «Ειρωνεία θα πει: κανένας από τους ισχυρισμούς που βρίσκουμε σ’ ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να εκληφθεί μεμονωμένα, καθένας τους βρίσκεται σε περίπλοκη και αντιφατική αντιπαράθεση με άλλους ισχυρισμούς, άλλες καταστάσεις, άλλες χειρονομίες, άλλες ιδέες, άλλα γεγονότα. Μόνο μια αργή ανάγνωση, που επαναλαμβάνεται δυο φορές, πολλές φορές, θα προβάλει όλες τις ειρωνικές σχέσεις που βρίσκονται στο εσωτερικό του μυθιστορήματος, χωρίς τις οποίες το μυθιστόρημα θα μείνει ακατανόητο». Και καθετί άλλο, θα πρόσθετα εγώ, όταν περιδιαβάζει η ειρωνεία. Αυτή η ειρωνεία του Κούντερα, που την αναζητάει και την βρίσκει και σε έργα άλλων μεγάλων συγγραφέων, όπως του Κάφκα, αλλά και συνθετών, σε συνδυασμό με την μη ταύτιση δίνει νομίζω έναν προσωπικό τόνο και ύφος στο έργο του που πολλοί χαρακτηρίζουν διανοουμενίστικο και ρηχό. Αλλά πόσο έτσι δεν είναι γαμώτο! ΠΑΣΟΚ σώσε μας και δείξε μας ξανά πώς διαβάζεται ο Κούντερα! Βάζω ένα ακόμα απόσπασμα από τα δεκάδες που σημείωσα που δείχνει ποιο είναι το πρόβλημα… των αναγνωστών απέναντι στην γραφή του Κούντερα και ίσως βοηθήσει να επαναπροσδιοριστεί η σχέση τους μαζί του. «Αυτό ακριβώς με συναρπάζει στον Ραμπελαί και σε άλλους παλαιούς μυθιστοριογράφους: μιλούν γι’ αυτό που βρίσκουν μαγευτικό και σταματούν μόλις σταματήσει η μαγεία. Η ελευθερία τους στη σύνθεση μ’ έκανε να ονειρεύομαι: να γράφεις χωρίς να κατασκευάζεις σασπένς, χωρίς να χτίζεις μια ιστορία και να προσποιείσαι ότι είναι αληθοφανής, να γράφεις χωρίς να περιγράφεις μια εποχή, έναν περίγυρο, μια πόλη· να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά και να είσαι σε επαφή μόνο με το ουσιώδες· που σημαίνει: να δημιουργείς μια σύνθεση όπου δεν θα ’χουν κανένα λόγο ύπαρξης οι γέφυρες και τα παραγεμίσματα και όπου ο μυθιστοριογράφος δεν θα ’ναι υποχρεωμένος να απομακρυνθεί έστω και κατά μία αράδα, από αυτό που τον ενδιαφέρει, από αυτό που τον μαγεύει, προκειμένου να ικανοποιήσει τη μορφή και τα προστάγματά της»
 

Η λέξη που μπορεί κάπως να περιγράψει όσα διάβασα είναι η λέξη «σαρωτικός». Ποτέ άλλοτε, και κόντρα σε όλα τα βιβλιοφιλικά κλισέ, δεν ένιωσα ότι κρατώντας ένα μονάχα βιβλίο, θα είχα την ψευδαίσθηση ότι διάβασα είκοσι βιβλία μαζί. Το μολύβι με το οποίο κρατούσα σημειώσεις πήρε φωτιά μαζί με το μυαλό μου. Νιώθω μια σχετική αμηχανία γιατί το μόνο που μπορώ να κάνω σε αυτή την παρουσίαση – όχι ότι στις υπόλοιπες κάνω κάτι διαφορετικό αλλά λέμε τώρα! – είναι να βάζω όσα περισσότερα αποσπάσματα του βιβλίου μπορώ, αντιβαίνοντας λίγο και σε όσα εύστοχα λέει ο Κούντερα για τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών (αν και εκείνος μιλάει κυρίως για παραποίηση του έργου τους) στο τέλος του βιβλίου· καθώς και κόντρα στα δικαιώματα που διατηρεί ο εκδοτικός. Ας περιοριστώ στον κύριο άξονα του βιβλίου του. Ο Κούντερα μιλάει για όλες τις προδομένες διαθήκες, έχοντας στον πυρήνα της σκέψης του την πιο τρανταχτή από όλες, εκείνη του Κάφκα από τον φίλο του και… εκτελεστή Μαξ Μπροντ («Καφκολογία δεν είναι όσα λέγονται για τον Κάφκα. Πώς θα ορίσουμε λοιπόν την καφκολογία; Με μια ταυτολογία: καφκολογία είναι ο λόγος που προορίζεται να καφκολογήσει τον Κάφκα. Να υποκαταστήσει τον Κάφκα με τον καφκολογημένο Κάφκα»). Για τους περισσότερους αναγνώστες η περίπτωση Κάφκα θεωρούμε πως είναι νεανική υπόθεση: διαβάζουμε τα έργα του εκεί κοντά στα είκοσι και νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε τι λένε ή ακριβέστερα δεν καταλαβαίνουμε τι λένε. Αλλά μην νιώθετε άσχημα, δεν φταίει μόνο η δική σας ανωριμότητα, φταίει και εκείνη του Μπροντ που παρά την ανιδιοτελή του διάθεση απέναντι στον φίλο του, αποδείχθηκε ανεπαρκής να εκτιμήσει την αισθητική του βούληση και μεγαλοσύνη· και ως ο κυρίαρχος καθοδηγητής του λογοτεχνικού έργου του Κάφκα, δημιούργησε άθελά του πάμπολλες παρανοήσεις και αποκλίσεις. Ο Κούντερα γράφει μία εμβριθή – μη καφκολογημένη – μελέτη για την σπουδαιότητα των έργων του Κάφκα που διασπείρει σε όλο το εύρος του δοκιμίου του ανάμεσα σε άλλα σπουδαία που αναλύει με χιούμορ και λαμπρή σκέψη, και πάντα κατά το πνεύμα του αγαπημένου του Ραμπελαί, δηλαδή, μιλάει για καθετί μαγευτικό και σταματά μόλις σταματά και η μαγεία, για να ξαναρχίσει και πάλι από την αρχή λίγο παρακάτω. 

Με αφορμή το έργο του Κάφκα, γράφει και ένα υπέροχο κεφάλαιο για την έννοια της δίκης, έχει και αυτός ομολογουμένως να συνεισφέρει προσωπικά πάνω στο θέμα – «το πνεύμα της δίκης είναι η αναγωγή των πάντων στην ηθική· είναι ο απόλυτος μηδενισμός απέναντι σε όλα όσα είναι δουλειά, τέχνη, έργο». Σήμερα με έκανε να θέλω να ξαναδιαβάσω τον Κάφκα με ένα πιο μεστό πλέον βλέμμα και να θέλω να τον αποσυνδέσω (κάτι που είχα αρχίσει να αισθάνομαι αμυδρά και παλιότερα, στα νιάτα μου) από την πνευματική κυριαρχία του Μπροντ. Πλάι στον Κάφκα, υπάρχουν και άλλες προδομένες διαθήκες, των συνθετών Στραβίνσκι και Γιάνατσεκ, που εκτιμούσε πολύ, και γενικότερα στοχασμοί για την μουσική, που αντιλαμβάνεσαι από τα συγκεκριμένα αποσπάσματα ότι κατείχε σε βάθος – ακόμα και σε κάποιον που δεν τρελαίνεται για την μουσική, όπως εγώ, οι σκέψεις και οι προβληματισμοί του Κούντερα αποτυπώνονται εύγλωττα και με διαύγεια ανάμεσα στους μουσικούς όρους. Η μετάφραση του Γιάννη Χάρη κινείται παρασκηνιακά αλλά ακολουθεί κατά πόδας την σαρωτική σκέψη του Κούντερα. Από αυτόν τον πυρήνα εξακτινώνονται και συνωστίζονται εκατοντάδες θαυμάσιες σκέψεις (ξεκάθαρο «Επίπεδο 4», καλέστε τον Χαρδαλιά!) που αποδεικνύουν το προφανές, ότι ο Κούντερα είναι μεγάλος συγγραφέας. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει κάποιος εκεί έξω που αγαπάει την λογοτεχνία και δεν θα βρει αυτό το βιβλίο απλώς υπέροχο – και αν υπάρχει, να μην κυκλοφορεί ούτε πριν τις 00:30 για να μην τον πετύχω!  
 
«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα μπορούσε κανείς να γράψει καλύτερα κάποιες φράσεις του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Μα πού θα βρισκόταν ο τρελός που θα ’θελε να διαβάσει βελτιωμένο Προυστ;»
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».