Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Είναι τρέλα



Συχνά εμφανίζονται σε βιβλιοφιλικές ομάδες διάφορες αφελείς ερωτήσεις, «Ποιον λογοτεχνικό ήρωα θα θέλατε να συναντήσετε;», «Με ποιον θα τα πίνατε σε ένα μπαρ;», «Ποιον θα θέλατε να γνωρίσετε στη μάνα σας;», κλπ, που δέχονται εξίσου αφελείς απαντήσεις. Ίσως, μια σωστότερη ερώτηση θα ήταν η εξής, «Ποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας θα ήθελε να κάνει παρέα εσάς(...) «Επειδή αυτό που είναι πραγματικότητα για τους ανθρώπους, για έναν λογοτεχνικό χαρακτήρα είναι παραίσθηση. Οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες έχουν οράματα αληθινής ζωής – ονειρεύονται την πραγματικότητα και μετά χάνονται». Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Αλφάου, την εποχή πριν τα σόσιαλ μίντια, αραχτός καθώς ήταν στο καφενείο των τρελών που συνήθιζε να ψαρεύει χαρακτήρες για τα βιβλία του και αναφώνησε ενθουσιασμένος... δεν κάνω μια τρέλα; Αν τυχόν είστε από εκείνους τους αναγνώστες που δεν μπορούν να καταλάβουν πώς γίνεται και χαμογελούν δύο στήθη τότε καλύτερα αποφύγετε αυτό το βιβλίο· δεν το λέω από κουλτουριάρικη υπεροψία μα από γνήσια ανθρώπινη αλληλεγγύη.

[...] «Μια και δεν έχω συζητήσεις ή πράξεις να περιγράφω, θα προσπαθήσω να καταγράψω μερικές σκέψεις, μια κακιά συνήθεια που έχουν οι συγγραφείς να προσπαθούν να πείσουν τους αναγνώστες ότι μπορούν να μπαίνουν στα κλεφτά στο μυαλό των χαρακτήρων τους. Ωστόσο μπορεί να με δικαιολογήσετε, αφού οι χαρακτήρες μου μού ξεφεύγουν συστηματικά κι αρνούνται να μιλήσουν ή έστω να κινηθούν, κι εγώ φυσικά δεν μπορώ ν' αφήσω άδεια τη σελίδα». 
 
Αυτή η άρνηση των χαρακτήρων να πορευτούν με τις οδηγίες του συγγραφέα τους δίνει την αφορμή να γραφτεί αυτό το ιδιόρρυθμο αλλά και διασκεδαστικό βιβλίο. Σύμφωνα με την Μαίρη Μακ Κάρθυ που γράφει το επίμετρο, το «Καφενείο των τρελών» φέρνει στο νου την «Χλωμή φωτιά» – προσωπικό αγαπημένο μου του Ναμπόκοφ – ή το «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» (όπως και τα υπόλοιπα) του Καλβίνο. Δε θα διαφωνήσω σε γενικές γραμμές αλλά ταυτόχρονα ούτε και θα συμφωνήσω για να μην τρομάξω εκείνους τους αναγνώστες που ακούνε Ναμπόκοφ και κρύβονται κάτω από το κρεβάτι. Ο Φελίπε Αλφάου γράφει ένα φαινομενικά λιγότερο ιδιόρρυθμο βιβλίο και αυτό είναι που θα κρατήσει τους μέσους αναγνώστες («...ήταν αυτό που έκανε τ' όνομά του να στέκεται λίγο πιο πάνω από τη μισητή μετριότητα, την οποία απεχθανόνταν όπως όλοι όσοι ανήκαν σ' αυτήν») ως το τέλος.

Το βιβλίο χωρίζεται σε οκτώ διηγήματα που μπορούν κάλλιστα να διαβαστούν μεμονωμένα με μόνο κοινό σημείο θα λέγαμε ότι σε καθένα από αυτά κάποια στιγμή οι χαρακτήρες τους αυτομολούν και εναντιώνονται στις προθέσεις του καθοδηγητή τους – αυτό παρουσιάζεται πολύ χαριτωμένα με τον ίδιο τον συγγραφέα να βάζει μια σημείωση στο τέλος σχεδόν κάθε διηγήματος (ή και εντός του διηγήματος) που παραδέχεται πώς και πότε ξέφυγε ο χαρακτήρας και η κατάσταση από τα χέρια του. Το πρώτο και λίγο το δεύτερο διήγημα ίσως φανούν αρκετά ιδιόρρυθμα και αποτρέψουν κάποιους αναγνώστες από την συνέχεια. Μην κάνετε καμιά τέτοια τρέλα, συνεχίστε να διαβάζετε γιατί ο Αλφάου καταφέρνει σε κάθε ιστορία του να προσδίδει ενδιαφέρουσα πλοκή και να την ενορχηστρώνει με μαεστρική αφήγηση. Στο πρώτο διήγημα... βρισκόμαστε και εμείς στο καφενείο των τρελών όπου γνωρίζουμε για πρώτη φορά όλους τους τρελούς χαρακτήρες που θα πρωταγωνιστήσουν στη συνέχεια. Η σύγχυση του αναγνώστη που θα ακολουθήσει λοιπόν είναι αναμενόμενη και δικαιολογημένη. Τα γνώριμα ονόματα εμφανίζονται στη συνέχεια σε κάθε διήγημα άλλα συνειδητοποιείς σιγά σιγά ότι δεν είσαι σίγουρος αν οι συγγενικές ή άλλες σχέσεις που έχουν αναφερθεί προηγουμένως, συνεχίζουν και τώρα να είναι οι σωστές, αν υπάρχει αντιστοιχία στις λεπτομέρειες των ζωών τους, κλπ. Αυτό το παιχνίδι του Αλφάου μου άρεσε πολύ· κράτησε ίδια τα ονόματα δίνοντας την ψευδαίσθηση στον αναγνώστη ότι κράτησε και ίδιες τις πληροφορίες και τις ζωές τους, και έτσι τον βάζει στο κόλπο να ξαναδιαβάσει κάποτε το βιβλίο του ή να πηγαίνει μπρος πίσω στα διηγήματα. Από τη μια, αυτό το παιχνίδι προσφέρει σε κάθε διήγημα την αυτονομία του, και από την άλλη, δίνει την αίσθηση ότι το συγγραφικό του οικοδόμημα το συνέχει κάτι βαθύτερο που θα το ανακαλύψει κάποιος υπομονετικός αναγνώστης σε επόμενες αναγνώσεις. Δεν μου προκαλεί έκπληξη που έμεινε στην αφάνεια όταν πρωτογράφτηκε. 
 
[...] «Η αλλαγή και εναλλαγή των προσώπων που θυμίζει ύφασμα μεταξωτό που αλλάζει χρώμα ανάλογα με το φωτισμό, δεν έχει ανάγκη να υποστηριχτεί από την ιδιοτυπία της απώλειας ελέγχου από το συγγραφέα. Αν κάποια πλευρά του βιβλίου έχει φθαρεί από τον χρόνο, είναι αυτή η εκκεντρικότητα», σημειώνει η Μακ Κάρθυ θέλοντας προφανώς να δηλώσει ότι έκτοτε έχουν εμφανιστεί πάμπολλες εκκεντρικότητες ανά την λογοτεχνία και ότι εκείνο που το ξεχωρίζει, όπως ορθότατα υποστηρίζει λίγο παρακάτω είναι το γεγονός ότι πρόκειται για «ένα όμορφα δομημένο και γεμάτο εκπλήξεις βιβλίο». Έτσι λοιπόν αν ο αναγνώστης παραβλέψει την ξεθωριασμένη (ή και ακτινοβόλα, ανάλογα με τις λογοτεχνικές προσλαμβάνουσές του) εκκεντρικότητα του συγγραφέα (και τον ακόμα πιο... προκλητικό πρόλογό του), είναι σίγουρο ότι θα απολαύσει ένα εξαιρετικό κείμενο. 
Η κομψή έκδοση ανήκει στις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» που πάντοτε προσπαθούν να κάνουν όμορφες επιλογές, θεματικά και αισθητικά. Το εξώφυλλο είναι σαφέστατα του γούστου μου, δεν το συζητώ, όπως και η άνετη μετάφραση της Ρούλας Κυριακίδου. Το συγκεκριμένο βιβλίο είχε εκδοθεί ξανά από τις ίδιες εκδόσεις παλιότερα και τώρα επιδιώκει να ζήσει μια δεύτερη ζωή που πιστεύω να του την χαρίσετε. «Στο καφενείο των τρελών» ο Αλφάου έχει ως πρωταρχικό θέμα του την ίδια την Ισπανία, μια χώρα που τον ανάγκασε να στραφεί στα αγγλικά γιατί δεν μπορούσε να βρει την αναγνώριση στη δική του γλώσσα, και έτσι όλο το βιβλίο είναι διάσπαρτο με λεπτότατες και αιχμηρές ειρωνείες, κάθε είδους και υφής, ενίοτε και αυτοσαρκαστικές. Πώς τους πετσόκοψες έτσι, ρε hermano?

[...] «Ο Δον Χιλ είχε φωνάξει και είχε χτυπήσει το χέρι του σε τραπέζια καφενείων. Ως πραγματικός Ισπανός πατριώτης που δεν ενδιαφερόταν για τίποτε άλλο εκτός από τη χώρα του, προσέβαλλε την Ισπανία. Έλεγε ότι οι Ισπανοί ήταν απρόσεχτοι και τεμπέληδες, ότι ποτέ δεν προωθούσαν τους εθνικούς θριάμβους και ποτέ δεν φρόντιζαν να καταξιωθούν μπροστά στ' άλλα έθνη. Ο Δον Χιλ ήταν σίγουρος ότι αν ο πατέρας του ήταν Γάλλος ή Άγγλος, όλος ο κόσμος θα είχε μάθει πως ήταν ο μέγας εφευρέτης των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Ο πατριωτισμός και η μανία για τα δακτυλικά αποτυπώματα είχαν συνδυαστεί στο πρόσωπο του Δον Χιλ, και η μίξη αυτή είχε δημιουργήσει ένα αξιοθρήνητο προϊόν. Οι περισσότεροι Ισπανοί της παλιότερης γενιάς απέδιδαν πάντα στον πατριωτισμό όλες σχεδόν τις πράξεις τους. Κι ο Δον Χιλ χτυπούσε τα τραπέζια και φώναζε και προσέβαλλε την Ισπανία. Ευτυχώς οι Ισπανοί είναι αδιάφοροι και τα τραπέζια των καφενείων γερά». 
 


Σχόλια

  1. Καλημέρα. Να προσθέσω στους προγόνους του βιβλίου το "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα" του Λουίτζι Πιραντέλλο.
    Πάπισσα Ιωάννα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, το φάντασμα του Πιραντέλλο πλανάται πάνω από το βιβλίο του! Έχεις δίκιο. Ειδικά το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Ταυτότητα» με τον ήρωα που θέλοντας να βρει μια... ταυτότητα ρίχνεται από μια γέφυρα για να αντικαταστήσει την παλιά με μια νέα, θυμίζει έντονα τον μακαρίτη Ματία Πασκάλ -- εσύ το έχεις διαβάσει νομίζω και περιμένω όταν διαβάσεις και του Αλφάου να επιβεβαιώσεις ή να απορρίψεις αυτήν μου την εντύπωση. Ήθελα να το επισημάνω στην ανάρτηση αλλά δίστασα τελευταία στιγμή για να μην φανώ βαθιά πιραντελλικός!

      Σε ευχαριστώ για το σχόλιο, σε χαιρετώ.

      Διαγραφή
    2. ΟΚ. Καλημέρα και καλές αναγνώσεις.

      Διαγραφή
    3. Να' σαι καλά Πάπισσα, καλά διαβάσματα και σε σένα :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!