Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η χλομή φωτιά της λογοτεχνίας

Όταν ακούω την λέξη λογοτεχνία, δύο συγγραφείς μού έρχονται στο μυαλό – ο ένας είναι ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο άλλος δε σας αφορά! Τα έργα του Ναμπόκοφ, σταθερά τα τελευταία χρόνια, μου προσφέρουν απλόχερη αναγνωστική απόλαυση και θρεπτική τροφή (του πεινασμένου!) για σκέψη. Πριν επεκταθώ όμως προς τα εκεί, ας πούμε δυο λόγια για την κριτική λογοτεχνίας, πεδίο που πολλοί φυτοζωούν και λίγοι διαπρέπουν. Εγώ επειδή δεν έχω καμία σχέση με τον χώρο, θέλω να σας ενημερώσω εκ των προτέρων ότι, οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα!


Στο άκουσμα και μόνο της λέξης κριτική της τέχνης (και ειδικότερα της λογοτεχνίας) έβγαζα φλύκταινες. Δεν τα λέει όλα το έργο από μόνο του; Αν επαναλάβω την ανάγνωση μερικές δεκάδες φορές, δε θα εντρυφήσω περισσότερο στο νόημά του και στις κρυφές γωνιές του; Πρέπει να τις γαρνίρω και με τις αρλούμπες του κάθε ηλίθιου; Μετά από χρόνια υπομονής και επιμονής, μια φίλη που σπούδασε κριτική της λογοτεχνίας, κατάφερε να με πείσει πόσο σημαντική δουλειά είναι, μια παράλληλη δημιουργία που απαιτεί την διορατικότητα ενός καλλιτέχνη και την ακρίβεια ενός χειρουργού. Έτσι λοιπόν και εγώ, έκανα μεταστροφή στις απόψεις μου για την κριτική (και πρέπει να ομολογήσω πως μόνο οφέλη αποκόμισα), διατηρώντας όμως την ικανότητα να εντοπίζω τους επίμονους ηλίθιους και το δικαίωμα, να αναφωνώ κάθε τόσο, με μια δόση ευχαρίστησης από τον εξόριστο τόπο της ανάγνωσης, “Τι μαλακίες, διαβάζω!”

Η Χλομή Φωτιά, σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι ακριβώς αυτό, μια παρωδία της κριτικής της λογοτεχνίας. Ο Δρ Κίνμποτ, θαυμαστής και φίλος του Αμερικανού ποιητή Τζων Σέιντ, αναλαμβάνει την έκδοση και τον σχολιασμό του ποιήματος “Χλομή φωτιά”, ύστερα από την δολοφονία του δεύτερου. Ο σχολιασμός δεν έχει καμία σχέση με το ποίημα και αυτό μου θύμισε πολλές κριτικές που έχω διαβάσει όπου η κριτική δεν έχει καμία σύνδεση με το κρινόμενο έργο, παρά μόνο, απεραντολογεί βασανιστικά (για τον αναγνώστη) για προσωπικές επιθυμίες και άσκοπες φαντασιοκοπίες του κριτικού. Έτσι, όσο προχωρούν τα ερμηνευτικά σχόλια, ο Κίνμποτ ξεφεύγει από την ουσία του ποιήματος και δημιουργεί μια ιστορία για την απόδραση του βασιλιά της Ζέμπλα, ύστερα από την ανατροπή του από τους εξτρεμιστές, ιστορία την οποία πιστεύει ότι αφηγείται και ο ίδιος ο ποιητής πίσω από το κάλυμμα της δημιουργίας, αφού πρώτα είχε ακούσει πολλά βράδια τον Κίνμποτ να του λέει τις όμορφες ιστορίες για την μακρινή του χώρα.
Πούθ' έρχεσαι; http://www.huxleyking.com/happy-birthday-vladimir-nabokov/


Μία συνήθεια που έχω κατά την ανάγνωση είναι να διαβάζω το επίμετρο του βιβλίου μια φορά σαν πρόγευση και φυσικά μια ακόμα στο τέλος. Η πρώιμη ανάγνωση δεν μου στερεί την ευχαρίστηση από το κυρίως κείμενο, αντιθέτως, ίσως μου δώσει στοιχεία που αλλιώς θα μου διέφευγαν. Αντί λοιπόν να κάνω αναδρομικές σκέψεις πάνω στο κείμενο που μόλις διάβασα, έχω την ευκαιρία να κάνω τις σκέψεις παράλληλα και να διακρίνω τα σημάδια που τις επαληθεύουν. Το εξαιρετικά διαφωτιστικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Ρόρτυ, ανέδειξε μια πτυχή για την δομή και την τεχνοτροπία στα έργα του Ναμπόκοφ που ποτέ άλλοτε δεν είχα παρατηρήσει. Έχοντας διαβάσει σχετικά πρόσφατα, την Λολίτα, τρόμαξα με την απάντηση που έδινα στο ερώτημα που εμμέσως μου έθετε το επίμετρο, “Πόσες φορές θυμάσαι την Λολίτα να κλαίει με λυγμούς;” Η αλήθεια είναι, πολύ λίγες. Γιατί όμως; Η Λολίτα δεν είναι το θύμα;

(...) Μόνο ο Χάμπερτ είναι εκείνος που νομίζει ότι επινόησε την Λολίτα. Εμείς δεν επιτρέπεται να το νομίσουμε. Εμείς οφείλουμε να θυμόμαστε ό,τι ο Χάμπερτ διαρκώς λησμονούσε: τους λυγμούς της Λολίτας στη μέση της νύχτας, το νεκρό αδερφό της, το παιδί που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον αδερφό της. Πώς μπορέσαμε να τα ξεχάσουμε όλα αυτά;
Τα ξεχάσαμε γιατί ο Ναμπόκοφ τα ρύθμισε έτσι ώστε να τα ξεχάσουμε, έστω και πρόσκαιρα. Μας προγραμμάτισε να λησμονήσουμε στην αρχή και αργότερα να θυμηθούμε – να θυμηθούμε μέσα σε σύγχυση και ενοχή. Το βιβλίο του συνεχίζει να μας κακομεταχειρίζεται και μετά το τέλος του.

Με αυτό το στοιχείο κατά νου, διάβασα την Χλομή Φωτιά με άλλο μάτι, και είδα τον Δρ Κινμποτ (όπως είχε συμβεί εν αγνοία μου και με τον Χάμπερτ) να διαγράφεται γοητευτικός και να πιάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να συμμαχήσει μαζί του και με την παρανοϊκή (όπως αποδείχθηκε στο τέλος) ιστορία του. Ο αναγνώστης χάνει την ουσία της ιστορίας, η οποία εμφανίζεται σαν αστραπή στις πρώτες σελίδες, την ξεχνάει για καιρό, πίσω από την γοητευτική οπτική του Κίνμποτ, για να έρθει το τέλος να του την θυμίσει με πολλαπλασιασμένες ενοχές εξαιτίας της εκούσιας αμνησίας του. Η συγκεκριμένη αυτή λήθη δεν είναι φαντασίωση. Είναι το ίδιο αληθινή όσο κι εμείς. Το ρήγμα αυτό το προκάλεσε η φαντασία του Ναμπόκοφ, αλλά μόνο με την δική μας ολόψυχη συνεργία.

Πιστεύω ότι ο Ναμπόκοφ, εκτός από ένας εξαιρετικός χειριστής του πεζού λόγου, είναι και ένας εύστροφος δημιουργός που μου αποκαλύπτεται σιγά σιγά, μέσα από χρήσιμα κριτικά κείμενα, όπως αυτό του Ρόρτυ. 
Πούθ' έρχεσαι; https://www.pinterest.com/KhunMireille/nabokov/ 


[...] Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ υπήρξε το πλέον ασυνήθιστο πνεύμα: ένας απίστευτα προικισμένος ποιητής, που η ικανότητά του να διακρίνει τον ανθρώπινο πόνο μεγάλωνε σταθερά όσο χρησιμοποιούσε τα αστείρευτα ταλέντα του. Είχε καταλάβει πως ο καλύτερος τρόπος για να κάνει τους αναγνώστες του να αντιληφθούν τον ανθρώπινο πόνο ήταν να τους τον παρουσιάσει ζωντανό για μια στιγμή και ύστερα να τους κάνει να τον λησμονήσουν για καιρό, για να τον επαναφέρει όταν πια θα τους είχε ολοκληρωτικά συνεπάρει με την ομορφιά της φαντασίας, με την τέρψη του πεζού λόγου. Ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά ότι η τέχνη μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως αντιπερισπασμός σε σχέση με τις απαιτήσεις της ηθικής. Αλλά γνώριζε επίσης πολύ καλά πως μπορεί να γίνει – τουλάχιστον για μερικούς από εμάς – και το καλύτερο μέσο για την ανύψωση της ηθικής. Γιατί, παρόλο που το κάλλος μπορεί να εξοστρακίσει την ευσπλαχνία, μπορεί επίσης να παράγει ευσπλαχνία με μια αφάνταστη δριμύτητα: όσο πιο όμορφη είναι η ιστορία που μας προκάλεσε τη λήθη, τόσο πιο έντονη είναι η ευσπλαχνία όταν τελικά ξαναθυμηθούμε τον ανθρώπινο πόνο.

Τελικά, η λογοτεχνική φωτιά του Ναμπόκοφ μπορεί να μην είναι έντονη και αδηφάγα, αλλά παραμένει φωτιά, μια χλομή φωτιά, που μπορεί να τροφοδοτείται για χρόνια από μικρά κομματάκια χαρτί, όπως αυτά πάνω στα οποία υποτίθεται ότι έγραψε ο Ναμπόκοφ τα σπουδαιότερα έργα του. Εγώ θα συνεχίσω να αναμετρώμαι με τα έργα του και να ονειρεύομαι ότι για μερικές εβδομάδες, ίσως θα μπορούσα να είμαι ο ίδιος ο Ναμπόκοφ! Υπέροχα θα ήταν. Να γράφω λογοτεχνία, να παίζω σκάκι και να κυνηγάω πεταλούδες.

Υ.Γ. 2666  Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο μπλογκ Διαβάζοντας. Αλλά όπως λέει και ο Βλαδίμηρος, το καλό post είναι το repost. Και επειδή γιορτάζει σήμερα δεν χαλάμε καρδιές.

Σχόλια

  1. Που σπουδάζει κάποιος κριτική λογοτεχνίας; Εγώ νόμιζα πως είναι δουλειά των φιλολόγων αυτή.
    Λοιπόν, νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να διαβάσω τη Λολίτα.
    Μα δεν είναι ο Καλβίνο ο αγαπημένος σου ή έστω ο Πεσσόα;
    Δεν φανταζόμουν τον Ναμποκοφ.
    Πρέπει να διαβάσω κάτι δικό του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είπα ότι είναι και κάποιος άλλος που δεν θα αποκαλύψω, αλλά επειδή με ξέρεις καλά, μάντεψες σωστά πως πρόκειται για τον Καλβίνο! Ναμπόκοφ και Καλβίνο είναι δυο συγγραφείς παιγνιώδεις και ευφάνταστοι και μόλις σκέφτομαι την λογοτεχνία, αμέσως μου έρχονται αυτοί στο μυαλό. Δεν είναι όμως οι αγαπημένοι μου. Πρώτος είναι σίγουρα ο Τζόυς, ακολουθούν δυο-τρεις άλλοι και μετά είναι ο Ναμπόκοφ με τον Καλβίνο. Ο Πεσσόα έπεσε στην κατάταξη!!

      Στην Οξφόρδη τουλάχιστον, σπουδάζουν. Για να πετύχεις έναν καλό κριτικό λογοτεχνίας θέλει τύχη, όπως και για να πετύχεις έναν καλό συγγραφέα.

      Η Λολίτα δεν συγκρίνεται με κάποια άλλα δικά του. Αν βρεις τον Αξιοπρεπή κύριο Πνιν ή την Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ, ακόμα καλύτερα. Επίσης, αφού σου αρέσει το σκάκι, μπορείς να διαβάσεις την Άμυνα του Λούζιν (μιας και επανεκδόθηκε). Δεν έχει εκείνα τα ευφάνταστα λογοπαίγνια των άλλων βιβλίων του, αλλά είναι σίγουρο ένα θαυμάσιο βιβλίο.

      Αλήθεια, πώς πάει ο Καλβίνο; Το διάβασες; Σου άρεσε;

      Διαγραφή
  2. Συμφωνώ για το Ναμπόκοφ είναι κορυφή, μόλις τελείωσα την Αμυνα του Λούζιν εξαιρετικό! Η Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ είναι επίσης εξαιρετικό διαβασμένο παλιά και δεν γνωρίζω αν κυκλοφορεί, ελπίζω.
    Όσο για τον Ίταλο Καλβίνο δεν έχω διαβάσει μπορείτε να μου πείτε από πού να αρχίσω;
    Ευχαριστώ
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Σουμέλα! (στον ενικό σε παρακαλώ, η συνομιλία μας)

      Ναι ο Ναμπόκοφ είναι άψογος! Απέκτησα προσφάτως τον Σεμπάστιαν Νάιτ και ανυπομονώ να τον διαβάσω. Σε μερικά κομμάτια της γραφής του ο Ναμπόκοφ μοιάζει παραπλανητικά βαρετός και αυτό αποπροσανατολίζει μερικούς αναγνώστες, αν όμως επιμείνεις ως το τέλος, θα βγεις πολλαπλά κερδισμένος από τα βιβλία του.

      Ο Καλβίνο από την άλλη είναι και αυτός ιδιάζουσα περίπτωση. Επειδή μου αρέσει πολύ, θεωρώ ότι είναι ένας εύκολος συγγραφέας, κρίνοντας όμως από άλλους αναγνώστες διαπιστώνω ότι δεν ισχύει αυτό όσο εγώ φαντάζομαι. Ας πούμε, οι Δύσκολοι έρωτες ή οι Αόρατες πόλεις δεν χαίρουν τόσο ευρείας αποδοχής όσο τα άλλα κείμενά του (αδιανόητο για μένα). Θα σου πρότεινα να ξεκινήσεις από το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, σίγουρη λύση για να συνεχίσεις και με τα υπόλοιπα του συγγραφέα. Επίσης, αγαπώ και το κομψό Μαρκοβάλντο (http://voltitses.blogspot.gr/2014/07/blog-post_10.html) όπως και τα Κοσμοκωμικά (http://spirosglykas.blogspot.gr/2015/08/why-i-am-calvinist-marabou.html) . Πιστεύω ότι και στην τύχη να επιλέξεις ένα βιβλίο του Καλβίνο, πολύ δύσκολα θα σε απογοητεύσει τόσο πολύ ώστε να μην του δώσεις και μια δεύτερη ευκαιρία!

      Διαγραφή
  3. Ευχαριστώ για τις συμβουλές, θα τις ακολουθήσω και θα επανέλθω με τις εντύπώσεις μου. Λίγο μετά γιατί τώρα έχω διάφορα που προηγούνται.
    καλή σας μέρα
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Does nobody understand?

  Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Rising star

Θα καταφέρει η συγγραφέας να ανεβάσει τον τοίχο της γραφής ή θα πέσει και θα την πλακώσει; Χάρη στις ψήφους των περισσοτερών βιβλιοφιλικών μπλογκς αλλά και στην συντονισμένη προσπάθεια της επίσημης κριτικής επιτροπής, όλα δείχνουν  πως θα καταφέρει να περάσει στην επόμενη φάση. Όλα αυτά όμως θα τα δούμε αμέσως μετά τις διαφημίσεις. Μείνετε συντονισμένοι και κατεβάστε και το ανάλογο app για να ψηφίσετε. Οι πραγματικοί κριτές είστε εσείς!

Εσύ αποφασίζεις

  Ρε φίλε, όχι πες και συ γιατί θα τρελαθώ. Έχεις δει καλύτερη εφαρμογή της φράσης «Η ζωή μιμείται την τέχνη» ; Με το χέρι στην (ματωμένη σου) καρδιά, πες. Έλληνας είσαι, με πρωθυπουργό τον Αλέξη ζεις, κάτι θα έχεις καταλάβει. Παραβαίνει τον χρυσό κανόνα της επιμέλειας όταν αλλάζει ένα «ναι» με ένα «όχι» σε μια Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας. Απλώς ο Αλέξης το έκανε ανάποδα – γι' αυτό και οι πολιτικές δηλώσεις ότι «Εμείς δεν είμαστε Πορτογαλία» και τέτοια. Ο Ζοζέ πήρε το Νόμπελ, ο Αλέξης παράταση και μεις μια τόνωση αυτοπεποίθησης πριν από την επικείμενη αυτοκτονία. Λογοτεχνία μέχρι να σβήσει ο ήλιος!

Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο

Βράδυ Παρασκεύης, παρουσίαση βιβλίου στη μικρή μας πόλη. Την ίδια ώρα παίζει η Πανάθα στην Ευρωλίγκα. Τι δίλημμα! Ταυτόχρονα να καίγομαι γιατί έχω ποντάρει και τρία ευρώ στην υπουργοποίηση της Λυδίας Κονιόρδου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Πολιτισμός ή αθλητισμός; Δεν ήξερα σε ποιο γήπεδο να παίξω μπάλα. Τελικά επέλεξα την παρουσίαση – αν ήταν τόσο βαρετή όσο οφείλουν να είναι όλες οι παρουσιάσεις βιβλίου, σκέφτηκα, θα προλάβω το ημίχρονο του Πανάθα. Για στάσου, τι βιβλίο παρουσιάζεται; Νεανική λογοτεχνία; Καλά, παίζει να προλάβω και το δεύτερο δεκάλεπτο! Δυο παρατάσεις αργότερα δεν σκεφτόμουν καθόλου τον Πανάθα (που έχασε γαμώ την τρέλα μου, τώρα το συνειδητοποιώ!) και είχα κολλήσει σε όσα θαυμαστά άκουσα στην πιο ενδιαφέρουσα παρουσίαση βιβλίου που έγινε ποτέ.

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Son of a Beach

Δεν είναι βρισιά, είναι καταξίωση. Το πιο άξιο μέλος (και ο πιο κάφρος) υπήρξε σίγουρα ο Τζέημς Τζόυς. «Τότε η Σίλβια κάνει την εξής πρόταση: να εκδώσει αυτή το βιβλίο, στα αγγλικά βέβαια, αλλά στη Γαλλία! Μα φυσικά, ποια θα μπορούσε να είναι πιο λογική πρόταση; Μια επιεικώς άσχετη βιβλιοπώλισσα, που δεν ξέρει καλά καλά να κρατάει ούτε τα κατάστιχα της δανειστικής βιβλιοθήκης του μαγαζιού της, που δεν έχει τις παραμικρές γνώσεις από εκδόσεις, αποφασίζει να εκδώσει ένα βιβλίο τερατώδες σε όλα τα επίπεδα. Αλήθεια, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;» Αλλά και ο Χεμινγούει∙ και διάφοροι πολλοί άλλοι επωφελήθηκαν από την αγάπη της∙ ήταν όλοι τους παιδιά της.  

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Marabout Hero

Μετά το βαθυστόχαστο άρθρο της Κατερίνας Μαλακατέ , γεννήθηκαν στο μυαλό μου πολλά ερωτήματα. Γιατί έφτιαξα ετούτο το μπλογκ; Σίγουρα ήταν μια παρορμητική σκέψη που συνέπεσε χρονικά με την επέτειο θανάτου του Νίκου Καββαδία. Αν ο Καββαδίας είχε πεθάνει τρεις μήνες αργότερα, μάλλον δεν θα είχα το φτιάξει!

0 + ∞

Μαθηματικά σύμβολα ενός προβλήματος που ψάχνει τις πιθανές του λύσεις. Κάποτε οραματίστηκαν την μία και μοναδική του λύση, τώρα εξετάζουν και το ενδεχόμενο να είναι άλυτο. Από τον άκρατο καπιταλισμό της προηγούμενης ανάρτησης ας περάσουμε σε κάτι πιο “ανθρώπινο”. Όσο διάβαζα το βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ (Καίστλερ, στην έκδοση που έχω, προτίμησα όμως το πιο διαδεδομένο) δύο βιβλία τριγύριζαν συνεχώς στο μυαλό μου – “Το βιβλίο της Εξουσίας” του Κάφκα (εκείνο το θεσπέσιο πολύτομο έργο που περιλαμβάνει όλες τις εκφάνσεις και διακυμάνσεις της εξουσίας σε κεφάλαια με τίτλους όπως “Δίκη”, “Ο Πύργος”, “Μεταμόρφωση”, “Αμερική” κ.α. !!) και το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, την βαθιά πολιτική αλληγορία που καταδεικνύει πως κάποιος είναι ικανός να θυσιάσει την ζωή του για μια κούφια ιδεολογία.

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!