Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σκέφτομαι άρα μελαγχολώ



Απέναντι στην απλοϊκή και διόλου βαθυστόχαστη βιβλική ρήση, “μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι” (που πέρα από την όποια αρχική της πρόθεση, έχει καταλήξει να χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει εκείνους που δεν χρησιμοποιούν και πολύ ικανοποιητικά το μυαλό τους παρά αφήνονται σε μια χαυνωτική και ευχάριστη άγνοια), ο θεωρητικός της λογοτεχνίας Τζορτζ Στάινερ έχει να αντιτάξει Δέκα (πιθανούς) λόγους για τη μελαγχολία της σκέψης.

Παίρνοντας ως δεδομένο τον ισχυρισμό του Σέλλινγκ ότι η θλίψη είναι αδιαχώριστη από την ανθρώπινη ύπαρξη, αποτελεί το σκοτεινό θεμέλιο στο οποίο βασίζεται η ανθρώπινη γνώση και πως η σκέψη είναι φορέας μιας “βαθιάς, ακατάλυτης μελαγχολίας”, ο Στάινερ σκαρφίζεται δέκα, πιθανούς όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον τίτλο, λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό.

Οι σκέψεις που παρουσιάζονται σε αυτό το μικρό δοκίμιο, είναι απολαυστικά εναργείς και τρομακτικά βάσιμες. Ποιοι από εμάς σκέφτονται την σκέψη και πόσο χρόνο ημερησίως, αφιερώνουν σε αυτή τη διαδικασία; Αυτή η πρόταση μού φαίνεται αδιανόητη και ποτέ πριν την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, δεν προσπάθησα να βρω απάντηση μέσω μιας συνειδητοποιημένης πράξης στοχασμού. Έκτοτε, διαβάζω αυτό το βιβλιαράκι τουλάχιστον μια φορά το χρόνο και μελαγχολώ ακαταπαύστως, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της ανάγνωσης!


Από τους δέκα πιθανούς λόγους, ο κάθε αναγνώστης θα διαλέξει εκείνους που ανταποκρίνονται στην ιδιοσυγκρασία του. Εγώ, θα αναφέρω ενδεικτικά τρεις που με συγκλόνισαν. Αφού ο συγγραφέας φρόντισε από νωρίς να μας προειδοποιήσει ότι δύο είναι οι διαδικασίες που αδυνατούν να σταματήσουν οι άνθρωποι όσο είναι ζωντανοί: η αναπνοή (και αυτή ακόμα μπορείς να την περιορίσεις για ένα δυο λεπτά!!) και η σκέψη.



Ο πρώτος λόγος είναι η ασύδοτη σπατάλη της σκέψης. Σκεφτόμαστε όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα, με μόνη ενσυναίσθηση της διαδικασίας της σκέψης για μερικές φευγαλέες στιγμές. Είναι η επιδεικτική κατανάλωση στη χειρότερη μορφή της. Εκατομμύρια σκέψεις περνούν και χάνονται, λίγες μονάχα αξίζουν την προσοχή μας. Θα αρκούσε ίσως ένα “δελτίο σκέψης” για καθορισμένες σκέψεις στην διάρκεια της ημέρας, προσφιλές σενάριο στα έργα επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, ο συγγραφέας βρίσκει ένα θετικό μέσα σε όλη αυτή την σπατάλη. Η αναρχική, η παιγνιώδης, η σπάταλη σκέψη είναι αυτό που φοβούνται περισσότερο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Η ουτοπία της λογοκρισίας είναι να διαβάζει όχι μόνο το κείμενο αλλά και τις σκέψεις που το διαπερνούν ή που κρύβονται πίσω του. Εξού και η Οργουελική μεταφορά της “αστυνομίας της σκέψης".



Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την μοναδικότητα της σκέψης. Με την σκέψη δίνουμε το παρών στον εαυτό μας. Ο καθένας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσω της σκέψης και κανένας δεν μπορεί να διαβάσει τις σκέψεις αυτές, παρά τα όσα ισχυρίζονται διάφοροι τσαρλατάνοι. Συγγενείς, φίλοι, σύζυγοι δεν μπορούν να διαβάσουν τις σκέψεις μας. Είμαστε ικανοί να τις καμουφλάρουμε ή να τις αποκρύψουμε ολότελα. Παραμένουν απροσπέλαστες και μοναδικές, ίδιον του εαυτού μας! Όμως, τι παράξενο! Παράλληλα, είναι και τόσες κοινές. Δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν κάνει τις ίδιες σκέψεις, αποτελούν κοινό αγαθό. Η σκέψη είναι κάτι υπέρτατα δικό μας· θαμμένο στα απώτατα μύχια του είναι μας. Επιπλέον, είναι και η πιο κοινή, η πιο φθαρμένη και η πιο επαναλαμβανόμενη πράξη μας. Αυτός και αν είναι λόγος για “βαθιά, ακατάλυτη θλίψη"!




Και τώρα, για να τριτώσουμε το κακό, ας υποθέσουμε ότι αυτές τις μοναδικές/κοινές σκέψεις μας επιθυμούμε να τις γνωστοποιήσουμε στους γύρω μας. Τότε θα διαπιστώσουμε ότι προσκρούουμε σε ακαθόριστα αλλά ανυποχώρητα γλωσσικά τείχη. Ο ποιητής, ο διανοούμενος, οι δάσκαλοι της μεταφοράς γρατζουνούν αυτά τα τείχη. Ο κόσμος όμως, ο μέσα μας όσο και ο έξω, μουρμουρίζει λέξεις που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε. Με θλίψη παραδεχόμαστε ότι η σκέψη συγκαλύπτει τόσα όσα αποκαλύπτει, ίσως και πολύ περισσότερα.



Το βιβλίο φαίνεται να αποδεικνύει ότι και αυτοί οι “πτωχοί τω πνεύματι” της πρώτης παραγράφου δείχνουν να σκέφτονται όπως όλοι μας και ίσως γι' αυτό δε θα έπρεπε να βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση μακαριότητας, στην οποία τους τοποθετεί η βιβλική ρήση. Όλοι ζούμε τη ζωή μας σε μια ακατάπαυστη παλίρροια της σκέψης και σ' ένα μάγμα πράξεων της σκέψης, αλλά μόνο μια πολύ περιορισμένη μερίδα του ανθρώπινου είδους προσφέρει την απόδειξη ότι σκέφτεται (...) η ικανότητα να τρέφει κανείς σκέψεις ή ίχνη σκέψεων είναι καθολική... η ικανότητα όμως να κάνει κάποιος σκέψεις που αξίζει τον κόπο να γίνονται, πόσο μάλλον να διατυπώνονται και να διατηρούνται, είναι συγκριτικά σπάνια (...) λίγοι ξέρουμε πώς να σκεφτόμαστε για κάποιον απαιτητικό, πόσο μάλλον πρωτότυπο, σκοπό... ακόμα λιγότεροι μπορούμε να επιστρατεύσουμε όλη την ενέργεια και το δυναμικό της σκέψης και να τα κατευθύνουμε στη λεγόμενη αυτοσυγκέντρωση ή εμπρόθετη διαίσθηση (...) δεν υπάρχει δημοκρατία για την ιδιοφυΐα, μόνο μια τρομερή αδικία και ένα θανάσιμο βάρος. 
 


Αυτή η ανισορροπία, μαζί με τις συνέπειές της, η έλλειψη προσαρμογής της μεγάλης σκέψης και της δημιουργικότητας στα ιδανικά της κοινωνικής δικαιοσύνης, παρουσιάζεται στο βιβλίο ως η “ένατη πηγή μελαγχολίας”. Νομίζω ότι, η ιστορία έχει δείξει, μαζί και με τα πρόσφατα θλιβερά περιστατικά (Σημ.: πάντα θα υπάρχουν, πρόσφατα θλιβερά περιστατικά, και έτσι δεν χρειάζεται καν να απαλείψω αυτή την φράση ως ανεπίκαιρη!), ότι αυτή η ανισορροπία είναι μόνιμη πηγή μελαγχολίας. 


Υ.Γ. 2666  Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε, μετά από πολλή σκέψη, στο μπλογκ Διαβάζοντας

Σχόλια

  1. Ανώνυμος11.4.16

    συμπληρώνω, παιγνιωδώς σκεπτόμενος, ότι ο φίλος μου (και λιγότερο δικός σου απ ότι θυμάμαι) A.K. αντιτείνει στον G.O. ότι η αστυνομία της σκέψης έχει ήδη προσεγγίσει την ουτοπία της. η ανεξάρτητη σκέψη καθιστά κάποιον μειονότητα και εν δυνάμει νευρωτικό (ας το διασκευάσουμε επί το μελαγχολικότερο). ακόμα και σε περιπτώσεις που το δίκιο είναι με το μέρος του καταφανέστατα, απέναντι είναι μια κοινώς παραδεδεγμένη και άρα αξεπέραστη παράλογη "αλήθεια". "ένα μόνο σκαλοπάτι χωρίζει τον ασυμβίβαστο απ τον μανιακό. και η εχθρική πίεση της κοινωνίας δίνει τη σπρωξιά"

    Ν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ Ν.,

      λυπάμαι αλλά δεν νομίζω ότι κατάλαβα ευκρινώς τα κρυπτογραφημένα όνοματα, άρα μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω για την πηγή τους. Αν θες, μπορείς να με διαφωτίσεις περισσότερο, αν όχι, δεν πειράζει.

      Ο παραπάνω συλλογισμός δεν έρχεται σε αντίθεση με την σκέψη του Τζόρτζ Στάινερ ούτε με του Όργουελ - κυρίως, την συμπληρώνει θαυμάσια. Η παράλογη αλήθεια της κοινωνίας πάντα (θα) είναι πιο δυνατή από ένα λογικό ανεξάρτητο μυαλό! Η ωραία φράση που περικλείεις σε εισαγωγικά στο τέλος, σε ποιον ανήκει; Στον Όργουελ;

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος14.4.16

    είναι από το "ο κομισάριος και ο γιόγκι" του Koestler, το οποίο συστήνεται ανεπιφύλακτα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!