Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σκέφτομαι άρα μελαγχολώ



Απέναντι στην απλοϊκή και διόλου βαθυστόχαστη βιβλική ρήση, “μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι” (που πέρα από την όποια αρχική της πρόθεση, έχει καταλήξει να χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει εκείνους που δεν χρησιμοποιούν και πολύ ικανοποιητικά το μυαλό τους παρά αφήνονται σε μια χαυνωτική και ευχάριστη άγνοια), ο θεωρητικός της λογοτεχνίας Τζορτζ Στάινερ έχει να αντιτάξει Δέκα (πιθανούς) λόγους για τη μελαγχολία της σκέψης.

Παίρνοντας ως δεδομένο τον ισχυρισμό του Σέλλινγκ ότι η θλίψη είναι αδιαχώριστη από την ανθρώπινη ύπαρξη, αποτελεί το σκοτεινό θεμέλιο στο οποίο βασίζεται η ανθρώπινη γνώση και πως η σκέψη είναι φορέας μιας “βαθιάς, ακατάλυτης μελαγχολίας”, ο Στάινερ σκαρφίζεται δέκα, πιθανούς όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον τίτλο, λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό.

Οι σκέψεις που παρουσιάζονται σε αυτό το μικρό δοκίμιο, είναι απολαυστικά εναργείς και τρομακτικά βάσιμες. Ποιοι από εμάς σκέφτονται την σκέψη και πόσο χρόνο ημερησίως, αφιερώνουν σε αυτή τη διαδικασία; Αυτή η πρόταση μού φαίνεται αδιανόητη και ποτέ πριν την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, δεν προσπάθησα να βρω απάντηση μέσω μιας συνειδητοποιημένης πράξης στοχασμού. Έκτοτε, διαβάζω αυτό το βιβλιαράκι τουλάχιστον μια φορά το χρόνο και μελαγχολώ ακαταπαύστως, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της ανάγνωσης!


Από τους δέκα πιθανούς λόγους, ο κάθε αναγνώστης θα διαλέξει εκείνους που ανταποκρίνονται στην ιδιοσυγκρασία του. Εγώ, θα αναφέρω ενδεικτικά τρεις που με συγκλόνισαν. Αφού ο συγγραφέας φρόντισε από νωρίς να μας προειδοποιήσει ότι δύο είναι οι διαδικασίες που αδυνατούν να σταματήσουν οι άνθρωποι όσο είναι ζωντανοί: η αναπνοή (και αυτή ακόμα μπορείς να την περιορίσεις για ένα δυο λεπτά!!) και η σκέψη.



Ο πρώτος λόγος είναι η ασύδοτη σπατάλη της σκέψης. Σκεφτόμαστε όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα, με μόνη ενσυναίσθηση της διαδικασίας της σκέψης για μερικές φευγαλέες στιγμές. Είναι η επιδεικτική κατανάλωση στη χειρότερη μορφή της. Εκατομμύρια σκέψεις περνούν και χάνονται, λίγες μονάχα αξίζουν την προσοχή μας. Θα αρκούσε ίσως ένα “δελτίο σκέψης” για καθορισμένες σκέψεις στην διάρκεια της ημέρας, προσφιλές σενάριο στα έργα επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, ο συγγραφέας βρίσκει ένα θετικό μέσα σε όλη αυτή την σπατάλη. Η αναρχική, η παιγνιώδης, η σπάταλη σκέψη είναι αυτό που φοβούνται περισσότερο τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Η ουτοπία της λογοκρισίας είναι να διαβάζει όχι μόνο το κείμενο αλλά και τις σκέψεις που το διαπερνούν ή που κρύβονται πίσω του. Εξού και η Οργουελική μεταφορά της “αστυνομίας της σκέψης".



Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την μοναδικότητα της σκέψης. Με την σκέψη δίνουμε το παρών στον εαυτό μας. Ο καθένας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσω της σκέψης και κανένας δεν μπορεί να διαβάσει τις σκέψεις αυτές, παρά τα όσα ισχυρίζονται διάφοροι τσαρλατάνοι. Συγγενείς, φίλοι, σύζυγοι δεν μπορούν να διαβάσουν τις σκέψεις μας. Είμαστε ικανοί να τις καμουφλάρουμε ή να τις αποκρύψουμε ολότελα. Παραμένουν απροσπέλαστες και μοναδικές, ίδιον του εαυτού μας! Όμως, τι παράξενο! Παράλληλα, είναι και τόσες κοινές. Δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν κάνει τις ίδιες σκέψεις, αποτελούν κοινό αγαθό. Η σκέψη είναι κάτι υπέρτατα δικό μας· θαμμένο στα απώτατα μύχια του είναι μας. Επιπλέον, είναι και η πιο κοινή, η πιο φθαρμένη και η πιο επαναλαμβανόμενη πράξη μας. Αυτός και αν είναι λόγος για “βαθιά, ακατάλυτη θλίψη"!




Και τώρα, για να τριτώσουμε το κακό, ας υποθέσουμε ότι αυτές τις μοναδικές/κοινές σκέψεις μας επιθυμούμε να τις γνωστοποιήσουμε στους γύρω μας. Τότε θα διαπιστώσουμε ότι προσκρούουμε σε ακαθόριστα αλλά ανυποχώρητα γλωσσικά τείχη. Ο ποιητής, ο διανοούμενος, οι δάσκαλοι της μεταφοράς γρατζουνούν αυτά τα τείχη. Ο κόσμος όμως, ο μέσα μας όσο και ο έξω, μουρμουρίζει λέξεις που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε. Με θλίψη παραδεχόμαστε ότι η σκέψη συγκαλύπτει τόσα όσα αποκαλύπτει, ίσως και πολύ περισσότερα.



Το βιβλίο φαίνεται να αποδεικνύει ότι και αυτοί οι “πτωχοί τω πνεύματι” της πρώτης παραγράφου δείχνουν να σκέφτονται όπως όλοι μας και ίσως γι' αυτό δε θα έπρεπε να βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση μακαριότητας, στην οποία τους τοποθετεί η βιβλική ρήση. Όλοι ζούμε τη ζωή μας σε μια ακατάπαυστη παλίρροια της σκέψης και σ' ένα μάγμα πράξεων της σκέψης, αλλά μόνο μια πολύ περιορισμένη μερίδα του ανθρώπινου είδους προσφέρει την απόδειξη ότι σκέφτεται (...) η ικανότητα να τρέφει κανείς σκέψεις ή ίχνη σκέψεων είναι καθολική... η ικανότητα όμως να κάνει κάποιος σκέψεις που αξίζει τον κόπο να γίνονται, πόσο μάλλον να διατυπώνονται και να διατηρούνται, είναι συγκριτικά σπάνια (...) λίγοι ξέρουμε πώς να σκεφτόμαστε για κάποιον απαιτητικό, πόσο μάλλον πρωτότυπο, σκοπό... ακόμα λιγότεροι μπορούμε να επιστρατεύσουμε όλη την ενέργεια και το δυναμικό της σκέψης και να τα κατευθύνουμε στη λεγόμενη αυτοσυγκέντρωση ή εμπρόθετη διαίσθηση (...) δεν υπάρχει δημοκρατία για την ιδιοφυΐα, μόνο μια τρομερή αδικία και ένα θανάσιμο βάρος. 
 


Αυτή η ανισορροπία, μαζί με τις συνέπειές της, η έλλειψη προσαρμογής της μεγάλης σκέψης και της δημιουργικότητας στα ιδανικά της κοινωνικής δικαιοσύνης, παρουσιάζεται στο βιβλίο ως η “ένατη πηγή μελαγχολίας”. Νομίζω ότι, η ιστορία έχει δείξει, μαζί και με τα πρόσφατα θλιβερά περιστατικά (Σημ.: πάντα θα υπάρχουν, πρόσφατα θλιβερά περιστατικά, και έτσι δεν χρειάζεται καν να απαλείψω αυτή την φράση ως ανεπίκαιρη!), ότι αυτή η ανισορροπία είναι μόνιμη πηγή μελαγχολίας. 


Υ.Γ. 2666  Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε, μετά από πολλή σκέψη, στο μπλογκ Διαβάζοντας

Σχόλια

  1. Ανώνυμος11.4.16

    συμπληρώνω, παιγνιωδώς σκεπτόμενος, ότι ο φίλος μου (και λιγότερο δικός σου απ ότι θυμάμαι) A.K. αντιτείνει στον G.O. ότι η αστυνομία της σκέψης έχει ήδη προσεγγίσει την ουτοπία της. η ανεξάρτητη σκέψη καθιστά κάποιον μειονότητα και εν δυνάμει νευρωτικό (ας το διασκευάσουμε επί το μελαγχολικότερο). ακόμα και σε περιπτώσεις που το δίκιο είναι με το μέρος του καταφανέστατα, απέναντι είναι μια κοινώς παραδεδεγμένη και άρα αξεπέραστη παράλογη "αλήθεια". "ένα μόνο σκαλοπάτι χωρίζει τον ασυμβίβαστο απ τον μανιακό. και η εχθρική πίεση της κοινωνίας δίνει τη σπρωξιά"

    Ν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ Ν.,

      λυπάμαι αλλά δεν νομίζω ότι κατάλαβα ευκρινώς τα κρυπτογραφημένα όνοματα, άρα μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω για την πηγή τους. Αν θες, μπορείς να με διαφωτίσεις περισσότερο, αν όχι, δεν πειράζει.

      Ο παραπάνω συλλογισμός δεν έρχεται σε αντίθεση με την σκέψη του Τζόρτζ Στάινερ ούτε με του Όργουελ - κυρίως, την συμπληρώνει θαυμάσια. Η παράλογη αλήθεια της κοινωνίας πάντα (θα) είναι πιο δυνατή από ένα λογικό ανεξάρτητο μυαλό! Η ωραία φράση που περικλείεις σε εισαγωγικά στο τέλος, σε ποιον ανήκει; Στον Όργουελ;

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος14.4.16

    είναι από το "ο κομισάριος και ο γιόγκι" του Koestler, το οποίο συστήνεται ανεπιφύλακτα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν