Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εύγευστα καναπεδάκια




 Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία νοσεί και μάλιστα πολύ άσχημα. Βρωμάει αποσύνθεση στις γωνιές των βιβλιοπωλείων. Ναι ξέρω, θα μου πείτε και πού το ξέρεις εσύ αφού δεν διαβάζεις ελληνική λογοτεχνία, αν ποτέ βγάλεις δικό σου βιβλίο θα αναθεωρήσεις, γενικεύεις επικίνδυνα κάνοντας άλματα λογικής και ηλιθιότητας, πώς μπορείς να κρίνεις όταν μένεις κολλημένος στα ασφαλή κλασικά αναγνώσματα και άλλα τέτοια χαριτωμένα. Τα έχω ξανακούσει, ευχαριστώ. Τα κλασικά βιβλία δεν είναι ασφαλή αναγνώσματα, αντιθέτως είναι ιδιαιτέρως επισφαλή καθότι διαλύουν τις αυταπάτες σου και πλέον σου είναι δύσκολο να εκτιμήσεις συγγραφείς που έμαθαν να ανταλλάσουν μεταξύ τους μόνο γλωσσικές χειραψίες.


Τα αξιόλογα ελληνικά βιβλία μετριούνται στα δάχτυλα ενός μονόχειρα. Στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Αυτή είναι η σύγχρονη λογοτεχνία μας. Και όσοι δεν το βλέπουν, απλώς εθελοτυφλούν. Ελάχιστη πρωτοτυπία, πολλές φθηνές ιδέες και ακατάσχετη σιελόρροια! Εξαιρέσεις υπάρχουν, το είπαμε, αλλά περισσότερο αποτελούν μέρος του προβλήματος παρά μέρος της λύσης. Για την ώρα, το μόνο που καταφέρνουν είναι να δείxνουν πόσο αναθεματισμένα μεγάλο είναι το πρόβλημα της ελληνικής λογοτεχνίας. 9 στα 10 ελληνικά βιβλία αν δεν είχαν οπισθόφυλλο διανθισμένο με εγκωμιαστικές αρλούμπες, θα τα προσπερνούσε και η ίδια η Αδιαφορία! Μην χρησιμοποιήσετε εναντίον μου το σαθρό επιχείρημα, πώς κρίνω βιβλία που δεν έχω διαβάσει. Ένας εκπαιδευμένος αναγνώστης χρειάζεται λιγότερο από ένα λεπτό για να καταλάβει αν ένα βιβλίο που έπιασε στα χέρια του αξίζει να το διαβάσει. Και λιγότερο από μισό, για να καταλάβει αν αξίζει να το πιάσει στα χέρια του. Το μενού της ελληνικής λογοτεχνίας είναι ένας αδιάφορος μπουφές, κανείς δεν ενδιαφέρεται πλέον να σου προσφέρει ένα γευστικά απαιτητικό και πλήρες γεύμα.

Και αφού το έπαιξα επαναστάτης για δυο παραγράφους, ας ενταχθώ και γω στο σύστημα, απλώς πιέζοντας ηδονιστικά τους σιελογόνους αδένες μου! Το σημερινό άρθρο – Κλίκα με τον Γλύκα! – είναι μια προσφορά της συγγραφικής διαπλοκής και της εντεταλμένης κριτικογραφίας. Οι αθώοι ας περιμένουν έξω. Τον Σπύρο Γλύκα τον γνωρίζω διαδικτυακά και τον εκτιμώ πολύ. Έτσι όταν έμαθα ότι έχει γράψει βιβλία, μοιραία θέλησα να τα διαβάσω. Αυτός είναι και ο ασφαλέστερος τρόπος για να μάθεις αν αξίζει να συνεχίσεις να παρέχεις εκτίμηση σε έναν άνθρωπο ή να κλείσεις την στρόφιγγα. Δεδομένης της δυσανεξίας που έχω στα ηλίθια και βαρετά βιβλία, το γεγονός ότι μπόρεσε να με κρατήσει ως το τέλος, είναι από μόνο του ένα παράσημο! Γιατί το βιβλίο του δεν είναι ούτε ηλίθιο ούτε βαρετό. Διαβάζεις βιβλία άλλων και στις πρώτες σελίδες αντιλαμβάνεσαι όλα τα φθηνά κόλπα, αμέσως σκέφτεσαι, Your Writing Sounds Familiar!
 
Πηγή: http://www.chrisharnish.com/tag/couch/
Τα 13 διηγήματα της συλλογής “Ο καναπές” είναι δείγματα μοντέρνας γραφής, απαλλαγμένης από την ελληνοποιημένη καρικατούρα της ομφαλοσκόπησης και της ντεμέκ βαθύνοιας. Ο Σπύρος Γλύκας δίνει βάθος στους ήρωές μου κατά την πορεία της αφήγησης, δεν τους φορτώνει με σκέψεις που δεν μπορούν να σηκώσουν. Οι ήρωές του είναι κυρίως άνθρωποι της πόλης, μόνοι, ακόμα και όταν βρίσκονται εντός της οικογένειάς τους – κυρίως τότε – ,γεμάτοι μικροαδιέξοδα της καθημερινότητας που τους πνίγουν και τους παραμορφώνουν. Δε σε καταθλίβουν όμως γιατί η γραφή του πετυχαίνει ένα σπουδαίο κατόρθωμα, αισθάνεσαι ότι κάνεις μια ηλιόλουστη και απελευθερωτική βόλτα πάνω σε ένα ποδήλατο! Ο συγγραφέας θα επέλεγε τις μοτοσυκλέτες!! Κάτι που κάνει άλλωστε. Μπολιάζει τα διηγήματά του με τις δικές του αγάπες και εμμονές: τις μεγάλες μηχανές, τις βόλτες και τα ταξίδια, την μουσική, τον κινηματογράφο, την αγάπη για την συγγραφή.

Τα διηγήματά του είναι ιδιαιτέρως κινηματογραφικά, η εικονοποιητικη δύναμή τους είναι ασυγκράτητη – χαρακτηριστικό είναι το διήγημα “Χωρίς ανάσα”, μια ιστορία καταδίωξης. Δε ξέρω αν αυτό το στοιχείο είναι κατά της συγγραφής και της λογοτεχνίας αλλά εγώ το βρήκα συναρπαστικό. Κάποιοι μπορούν να ισχυριστούν ότι τα διηγήματα του Γλύκα δεν έχουν προσωπικό ύφος – Αχ! Αυτό το ύφος των συγγραφέων! Ποιος μπορεί στ' αλήθεια να πει τι είναι αυτό; Εγω πιστεύω ότι αυτή η φαινομενική “απουσία” ύφους είναι και το χαρακτηριστικό ύφος του συγγραφέα. Η φωνή του είναι αναγνωρίσιμη και η δουλεμένη δομή κάθε διηγήματος την ξεχωρίζει και την εντυπώνει στην μνήμη του αναγνώστη. Δεν περιέχει γκραν γκινιόλ τεχνικές γραφής αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η λογοτεχνία του είναι ελλιπής, το αντίθετο μάλιστα. Ούτε απλή είναι, όμως.
Πηγή: http://edition.cnn.com/2013/08/12/travel/motorcycle-rides/


Συνήθως βάζω ένα απόσπασμα με συμπυκνωμένη δραματοποιημένη μορφή, κάτι βαθυστόχαστο, μια πρέζα πανσοφίας. Τέτοια δείγματα δεν υπάρχουν απομονωμένα στα διηγήματα του Γλύκα, και αν υπάρχουν ένα-δυο, είναι κρίμα να τα βάλω ως αντιπροσωπευτικά της γραφής του. Κυρίως, γιατί η δραματοποιημένη μορφή των σκέψεων ενσταλάζεται διακριτικά μέσα στις ρωγμές της πλοκής χωρίς τυμπανοκρουσίες. Επέλεξα ένα απόσπασμα από το “Κεφάλαιο εννέα”, ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής.

[...] Η νοητική περιπλάνηση στο παρελθόν έλαβε τέλος καθώς το βλέμμα του Τάκη άρχισε να παρατηρεί τις θολές σιλουέτες που πλησίαζαν προς το μέρος του απ' το αμμώδες άπειρο. «Μα θα' χουμε παρέα μου φαίνεται σήμερα» φάνηκε να λέει στην ταλαιπωρημένη θήκη του σαξοφώνου. «Τι ηλίθια ιδέα να το κουβαλήσω κι αυτό μαζί μου. Σάμπως θα μπορούσα να φυσήξω μ' αυτές τις καταραμένες αμμοθύελλες;»
Οι φιγούρες φάνηκαν να κινούνται πλέον ταχύτερα στην άμμο απ' ό,τι θα μπορούσε και ο πιο έμπειρος βεδουίνος και ο ξενιτεμένος μουσικός άρχισε να διακρίνει πια τα πρόσωπά τους.
«Α, τώρα μάλιστα. Λένε πως αυτοί που διψάνε “βλέπουν” λίμνες και τρεχούμενα νερά, φοίνικες, σκιά για να ξαποστάσουν. Εμένα μου' λαχε το σόι και ο Τσάρλυ Πάρκερ; Καλώς τη μαμά. Τι νέα;». Η μητέρα φορούσε το αγαπημένο της καφέ παλτό. Πέρασε από μπροστά του δίχως να του μιλήσει. Έπειτα ακολούθησε ο πατέρας του με ένα πορτοκαλί σωλήνα στο στόμα κουνώντας το κεφάλι του, παραμιλώντας για νοθεία στις τελευταίες εκλογές. Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια λίγο πριν μπει στην εντατική και ταξιδέψει για τον άλλο κόσμο. Ο Πάρκερ προσπέρασε γρήγορα τον πατέρα του και φώναξε σε άπταιστα ελληνικά «έχω αργήσει πάλι και ποιος ακούει τον Ντίζι». Στο τέλος φάνηκε ο γιος του ο οποίος όσο πλησίαζε μεγάλωνε και γινόταν γέρος με άσπρες τούφες ντυμένος σαν έφηβος. 

“Ο καναπές” είναι το πρωτόλειο έργο ενός συγγραφέα και σίγουρα έχει τις αδυναμίες του (επιπλέον, μια επιμέλεια θα το βοηθούσε πολύ). Όμως είναι μια λογοτεχνική φωνή που θα άξιζε, λόγω προσόντων, να πάρει την θέση από μια άλλη βραχνή και κουρασμένη. Αν οι εκδότες της χώρας έχουν μολυνθεί έστω και λίγο από τις αδηφάγες παθογένειες του δημοσίου τομέα, τότε αυτό θα πάρει πολλά χρόνια. Γι' αυτό και ο Σπύρος Γλύκας μετέρχεται άλλες μεθόδους ενδεχομένως πιο τίμιες και πιο πολλά υποσχόμενες. Ανέβασε το βιβλίο του σε ηλεκτρονικη μορφή στο Άμαζον (και σε ισπανική έκδοση!) και περιμένει... το σύμπαν να συνωμοτήσει... ωχ κάτσε, αυτά τα λέγαμε 10 χρόνια πριν, δεν πιάνουν πια! Μένει να φανεί λοιπόν. Και εύχομαι να φανεί. Ό, τι του φανεί!

Υ.Γ. 2666 Ο τίτλος της ανάρτησης δεν έχει καμία συνάφεια με όσα έγραφα στην δεύτερη παράγραφο για φτωχούς και άνοστους μπουφέδες. “Ο καναπές” είναι ένα πλήρες και απαιτητικό γεύμα και επειδή είναι σε μικρά κομματάκια σερβιρισμένος, σκέφτηκα να το μετέτρεψω σε... καναπεδάκια! Ήθελα να λογοπαίξω – τέλος πάντων, δεν φταίτε εσείς, η φαντασία μου τα φταίει. Ω ρε φίλε, πολύ έγλειψα, παπάριασε η γλώσσα μου!! Πώς το κάνουν κάθε μέρα οι επαγγελματίες “κριτικοί”;

Σχόλια

  1. Μα τι εξώφυλλο!
    Πράγματι υπάρχουν και καλοί Έλληνες λογοτέχνες, ζουν ανάμεσά μας χωρίς να κάνουν πολύ θόρυβο. Περισσότερο εκπλήσσομαι που υπάρχουν αναγνώστες και τους εντοπίζουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γεια σου librarian!

      Μου άρεσαν πολύ τα συγκεκριμένα διηγήματα, κυρίως γιατί ήταν διαφορετικά από πολλά που γράφονται και πλασάρονται ως κάτι φοβερό. Με όμορφη γραφή που ισορροπεί το "πικρό" τους περιεχόμενο. Για Έλληνα συγγραφέα, μού φάνηκαν πολύ εξωστρεφή (κυρίως χάρη στην γραφή, στην επιλογή των λέξεων, δεν ξέρω πώς ακριβώς να το εξηγήσω) και αυτό είναι το πιο θετικό σημείο για μένα. Υποψιάζομαι ότι θα τους ταιριάζει πολύ και η ισπανική μετάφραση!

      Πολύ ωραίο το εξώφυλλο. Η απεικόνιση του ονόματος του συγγραφέα με χάλασε λίγο αλλά δεν θα το κάνουμε θέμα!

      Διαγραφή
    2. Όχι, το εξώφυλλο είναι πολύ κακόγουστο κι αυτό μαρτυρά εκδοτική αμέλεια (π.χ. έλλειψη επιμέλειας, όπως αναφέρεις κι εσύ).
      Καλά, δεν καταλαβαίνω τι εννοείς με τον όρο "εξωστρεφή" αλλά δεν πειράζει το θέμα είναι ότι τα απήλαυσες. Να δοκιμάζεις ελληνική λογοτεχνία, αν συναντήσεις κάτι καλό είναι δύο φορές μεγαλύτερη η χαρά. Έχω εμπιστοσύνη σε ορισμένους εκδοτικούς οίκους, από την Εστία γνώρισα τον φοβερό Μακριδάκη (ερωτεύτηκα) από τις εκδόσεις Πόλις την Αναστασέα που μου έκανε καλή εντύπωση και βέβαια ο Χιόνης, δεν είναι τυχαίο που το πιο αγαπημένο είναι από τις εκδόσεις Κίχλη, νομίζω ότι απλά θέλω να διαβάσω όλα τα βιβλία που έχει βγάλει αυτός ο εκδοτικός οίκος.

      Διαγραφή
    3. Για μια στιγμή αμφιταλαντεύτηκα αλλά η φράση "Μα τι εξώφυλλο!" δεν πίστεψα ότι θα έχει αρνητική χροιά. Λάθος μου! Εγώ το βρήκα καλό, προφανές αλλά καλό.

      Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω τον όρο "εξωστρεφή γραφή", μπορεί να είναι και ιδέα μου :-) Σίγουρα όμως, τα χάρηκα. Παρακολουθώ την ελληνική λογοτεχνία (ξεφυλλίζοντας, διαβάζοντας αποσπάσματα) αλλά μέχρι στιγμής δύσκολα με κάνει να την πάω ως το ταμείο. Για το Γκιακ όμως του Παπαμάρκου, όλα συντείνουν (ύστερα και από την ανάρτησή σου) προς την αγορά του!

      Διαγραφή
    4. Ω το Γκιακ τείνει να γίνει ένα κλασικό ανάγνωσμα σαν να το έγραψε κάποιος που συμμετείχε στους μικρασιατικού πολέμους. Όλες οι ιστορίες είναι απολαυστικές.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.