Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Winter is coming


Εγώ όταν ακούω για το «Game of Thrones» παθαίνω αναφυλαξία, βγάζω… φολίδες σε όλο μου το σώμα. Μόλις όμως διάβασα ένα μικρό απόσπασμα από την εισαγωγή της μεταφράστριας Αγορίτσας Μπακοδήμου, ένα εκδικητικό χαιρέκακο καμπανάκι ήχησε μέσα μου σε γιορτινούς τόνους! «Η υπόθεση του Μαύρου Βέλους εκτυλίσσεται σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο της Ιστορίας, που έγινε γνωστή ως ο Πόλεμος των Ρόδων. Ο ρομαντικός αυτός τίτλος δόθηκε στον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε το 1459 στην Αγγλία ανάμεσα στους δύο μεγαλύτερους οίκους ευγενών. Ο oίκος των Γιορκ, που είχε ως έμβλημα το λευκό ρόδο, και ο οίκος των Λάνκαστερ, που είχε το κόκκινο ρόδο, διεκδικούσαν τον θρόνο της Αγγλίας, επειδή ο Ερίκκος ο Ε’ βρισκόταν σε κατάσταση παραφροσύνης και δεν μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντά του. Η βασίλισσα όμως αρνούνταν να ορίσει το δούκα του Γιορκ επίτροπο του θρόνου, φοβούμενη ότι θα απέκλειε από τη διαδοχή τον ανήλικο γιο της και θα ανακηρυσσόταν ο ίδιος βασιλιάς». Από την αμετροέπεια και την πλήξη του Τζορτζ Μάρτιν προτιμώ χίλιες φορές την θαυμαστή οικονομία του Στήβενσον. Traitor at the Wall! 

Τρία μόλις χρόνια μετά το «Νησί του θησαυρού» ο συγγραφέας αποδεικνύει και επιδεικνύει περίτρανα την συγγραφική του ωριμότητα. Κρατάει όλα τα καλά στοιχεία της γραφής του και προσθέτει άλλα τόσα. Κάπου διάβασα σε ένα άρθρο στη Wikipedia ότι ο Στήβενσον για μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα θεωρούνταν συγγραφέας δευτέρας διαλογής, σχετιζόμενος μόνο με παιδική λογοτεχνία και λογοτεχνία τρόμου. Μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, όπως η Βιρτζίνια Γουλφ (κόρη του μέντορά του Λέσλι Στέφεν) και ο σύζυγός της Λέοναρντ, τον καταδίκασαν στη λήθη, εξαιρώντας τον από τον κανόνα της διδακτέας σε σχολεία λογοτεχνίας. Ο αποκλεισμός του έφτασε στα άκρα όταν στα 1973, η 2000 σελίδων Ανθολογία Αγγλικής Λογοτεχνίας της Οξφόρδης ούτε καν τον ανέφερε. Επιπλέον απουσίαζε οποιαδήποτε αναφορά στον Στήβενσον από την Ανθολογία Αγγλικής Λογοτεχνίας του Νόρτον από το 1968 έως το 2000 (1η – 7η έκδοση), αναφεροντάς τον για πρώτη φορά στην 8η έκδοση (2006). Μοιάζει κάπως αναμενόμενο στον αιώνα του μοντέρνου/μεταμοντέρνου στη λογοτεχνία που αναζητά διακαώς το εξεζητημένο να παραγκωνιστεί ο Στήβενσον, αλλά αν το καλοσκεφτεί κάποιος, τι πιο εξεζητημένο από την καλή λογοτεχνία! Και ο Στήβενσον κάνει ακριβώς αυτό, παράγει αδιανόητα καλή λογοτεχνία. Εκτοξεύεται στην εκτίμησή μου με την επιβλητικότητα του «Μαύρου Βέλους»! 

Κοιτάω το βιβλίο, το ξανακοιτάω, και δεν μπορώ να το χωνέψω. Μόλις και μετά βίας 300 σελίδες και όμως τόσο μεστές, και ταυτόχρονα με μία εκπληκτική οικονομία λόγου, που σε αποσβολώνει. Σαν ένα γκουρμέ πιάτο που σε κάνει να αναρωτιέσαι στο τέλος, Αποκλείεται να χόρτασα τόσο τρώγοντας εκείνη την κουτσουλιά που μου σερβίρανε στην αρχή. Ή σαν ένα καλό κρασί που αφήνει μακρές και έντονες επιγεύσεις. Μέσα σε αυτές τις μετά… βίας (γιατί χύνεται πολύ αίμα) 300 σελίδες διαβάζεις όλο το «Game of Thrones» όπως θα έπρεπε να είχε γραφτεί αν δεν είχαν την τάση οι εκάστοτε δημιουργοί να ξεχειλώνουν καθετί όμορφο για να ευχαριστηθεί ο όχλος μέχρι να γκώσει. Αυτό λοιπόν με εντυπωσιάζει στον Στήβενσον – δεν ξεχειλώνει τίποτα, κρατάει τεντωμένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όπως οι τοξότες στο βιβλίο του κρατούν τα τόξα τους. «Αν ήταν τόσο επιδέξιος με τα όπλα όσο είναι και με την πένα, θα ήταν πράγματι ένας γενναίος πολεμιστής», αναφέρει με υπόγεια αυτοσαρκαστική επίγνωση κάπου μέσα στο βιβλίο του ο Στήβενσον. Και το κυριότερο, στοχεύει μόνο μέχρι εκεί που φτάνει το τόξο του! Ευτυχώς για μας, φτάνει πολύ μακριά. 


[…] «Κι αυτός!» σκέφτηκε ο Ντικ. «Αυτός που μου δίδαξε την ευσέβεια! Μα τι κόσμος είναι αυτός, όταν όλοι όσοι με νοιάστηκαν και με φρόντισαν είναι ένοχοι για το θάνατο του πατέρα μου; Εκδίκηση! Αλίμονο! Τι σκληρή που είναι η μοίρα μου, αν πρέπει να πάρω εκδίκηση από αυτούς που θεωρώ φίλους μου!» 

Αίμα, δάκρυα και ιδρωτάς διαποτίζουν αυτή την ιπποτική ιστορία. Ο Ριχάρδος Σέλτον (για τους κολλητούς, Ντικ!) υπό την κηδεμονία του αφέντη του Σερ Ντάνιελ, στην αιματηρή διαμάχη ανάμεσα στους οίκους των Λάνκαστερ και των Γιορκ για την τελική επικράτηση, επιβεβαιώνει κάποιες ισχνές υποψίες ότι ο κηδεμόνας του είχε κάποια ανάμειξη στην δολοφονία του πατέρα του. Περνάει στην παρανομία αλλά δεν ξεχνάει ότι πίσω στον πύργο του κηδεμόνα του ξεμένει η «Δουλτσινέα» του που θα κάνει τα πάντα για να την ελευθερώσει. Προδοσία, εκδίκηση, έρωτας, όλα τα πάθη φιλτράρονται μέσα από την οξυδερκή ματιά του συγγραφέα. Όλη η σκοτεινή γοητεία του Εδιμβούργου και της Σκωτίας γενικότερα, έγινε από πολύ νωρίς μέρος της αναπτυσσόμενης φαντασίας του συγγραφέα, και σε αυτό το βιβλίο διαβάζετε το αποτύπωμά της. 

[…] «Τέτοια πράγματα δε γίνονται από τους απλούς ανθρώπους, σ’ αυτό συμφωνούν όλα τα χρονικά. Μια επανάσταση ξεκινάει από τους σημαντικούς και μετά ακολουθεί ο λαός. Όταν κάποιοι φουκαράδες παίρνουν τα όπλα, πρέπει να ψάξεις καλά ποιος άρχοντας ωφελείται απ’ αυτό».


Και ένα χριστουγεννιάτικο δώρο από μένα! Πάνω στην ώρα εκδόθηκε, μην το προσπεράσετε. Οι «ιπποτικές» εκδόσεις που μου πρόσφεραν αυτή την ανάγνωση είναι και πάλι οι «Εκδόσεις Ντέτσικα». Η άψογη μετάφραση ανήκει στην θαραλλέα Αγορίτσα Μπακοδήμου. Με την Αγορίτσα Μπακοδήμου αρχίζει να μου συμβαίνει ό,τι και με την Έφη Καλλιφατίδη. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, κάθε φορά που βλέπω το όνομά της πάνω σε ένα βιβλίο, επεξεργάζομαι σοβαρά και την αγορά του βιβλίου, ακόμα και αν η αρχική μου σκέψη ήταν να το αγνοήσω. Είναι μια κατ’ επάγγελμα μεταφράστρια (χωρίς τους ιδιοτελείς σκοπούς άλλων «συναδέλφων» της για να εκδώσουν παράλληλα τα ανοσιοπονήματά τους και να εδραιώσουν έρποντας λυκοφιλίες στο σαθρό πεδίο της εκδοτικής μάχης), που εκτιμά τον κόπο της και κυρίως τον κόπο των αναγνωστών της. Ένα μικρό μειονέκτημα των κατά τ’ άλλα θαυμαστών «Εκδόσεων Ντέτσικα» είναι οι ολιγοσέλιδες εισαγωγές τους, αν αφιέρωναν εκτενείς πληροφορίες και αναλύσεις για τα βιβλία και τους συγγραφείς που παρουσίαζαν, θα άγγιζαν την τελειότητα. Ωστόσο, στην τρισέλιδη εισαγωγή της, η μεταφράστρια πρόλαβε και έκανε μερικές εύστοχες παρατηρήσεις για το μεγαλείο του Στήβενσον, πράγμα που φανερώνει και το μεγαλείο της ίδιας. 

[…] «Ο Στήβενσον βρίσκει την ευκαιρία – διηγούμενος τις αλεπάλληλες περιπέτειες του ήρωά του – να ζωγραφίσει με συναρπαστικές σκηνές τον τρόμο του πολέμου, καθώς και τη βία και την καταστροφή που σκορπίζει. Όμως δεν περιορίζεται σ’ αυτό. Μας υπενθυμίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι τελείως καλός ή κακός, ενώ η μοίρα είναι αυτή που καθορίζει πολλές φορές τις επιλογές μας. (…) Το σωστό δεν είναι πάντα ξεκάθαρο ούτε εύκολο να το επιλέξεις, ειδικά όταν οι δικές σου πράξεις έχουν αντίκτυπο στις ζωές άλλων ανθρώπων». 

Ο Στήβενσον γράφει ένα εντυπωσιακά περιπετειώδες βιβλίο προσβάσιμο στην συντριπτική πλειονότητα των αναγνωστών και αυτό είναι «κακό», αλλά ταυτόχρονα γράφει και ένα βιβλίο με βάθος, ιδιοφυία και πίστη και αυτό είναι πολύ καλό για την λογοτεχνία· και τη φήμη του. 

[…] «Ο ήρωάς μας συνειδητοποιεί σιγά σιγά ότι η διαφορά μεταξύ καλού και κακού δεν είναι πάντα ούτε απόλυτη ούτε φανερή». 

Υ.Γ. 2666 Ο Δόκτωρ… Τζέκυλ πέθανε μια μέρα σαν την σημερινή, στις 3 Δεκεμβρίου του 1894, μόλις στα 44 χρόνια του. Ο Μίστερ… Χάιντ κρύβεται αιωνίως και αιώνιος στις χιλιάδες σελίδες φανταστικών και τρομακτικών περιπετειών.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».