Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Winter is coming


Εγώ όταν ακούω για το «Game of Thrones» παθαίνω αναφυλαξία, βγάζω… φολίδες σε όλο μου το σώμα. Μόλις όμως διάβασα ένα μικρό απόσπασμα από την εισαγωγή της μεταφράστριας Αγορίτσας Μπακοδήμου, ένα εκδικητικό χαιρέκακο καμπανάκι ήχησε μέσα μου σε γιορτινούς τόνους! «Η υπόθεση του Μαύρου Βέλους εκτυλίσσεται σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο της Ιστορίας, που έγινε γνωστή ως ο Πόλεμος των Ρόδων. Ο ρομαντικός αυτός τίτλος δόθηκε στον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε το 1459 στην Αγγλία ανάμεσα στους δύο μεγαλύτερους οίκους ευγενών. Ο oίκος των Γιορκ, που είχε ως έμβλημα το λευκό ρόδο, και ο οίκος των Λάνκαστερ, που είχε το κόκκινο ρόδο, διεκδικούσαν τον θρόνο της Αγγλίας, επειδή ο Ερίκκος ο Ε’ βρισκόταν σε κατάσταση παραφροσύνης και δεν μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντά του. Η βασίλισσα όμως αρνούνταν να ορίσει το δούκα του Γιορκ επίτροπο του θρόνου, φοβούμενη ότι θα απέκλειε από τη διαδοχή τον ανήλικο γιο της και θα ανακηρυσσόταν ο ίδιος βασιλιάς». Από την αμετροέπεια και την πλήξη του Τζορτζ Μάρτιν προτιμώ χίλιες φορές την θαυμαστή οικονομία του Στήβενσον. Traitor at the Wall! 

Τρία μόλις χρόνια μετά το «Νησί του θησαυρού» ο συγγραφέας αποδεικνύει και επιδεικνύει περίτρανα την συγγραφική του ωριμότητα. Κρατάει όλα τα καλά στοιχεία της γραφής του και προσθέτει άλλα τόσα. Κάπου διάβασα σε ένα άρθρο στη Wikipedia ότι ο Στήβενσον για μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα θεωρούνταν συγγραφέας δευτέρας διαλογής, σχετιζόμενος μόνο με παιδική λογοτεχνία και λογοτεχνία τρόμου. Μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, όπως η Βιρτζίνια Γουλφ (κόρη του μέντορά του Λέσλι Στέφεν) και ο σύζυγός της Λέοναρντ, τον καταδίκασαν στη λήθη, εξαιρώντας τον από τον κανόνα της διδακτέας σε σχολεία λογοτεχνίας. Ο αποκλεισμός του έφτασε στα άκρα όταν στα 1973, η 2000 σελίδων Ανθολογία Αγγλικής Λογοτεχνίας της Οξφόρδης ούτε καν τον ανέφερε. Επιπλέον απουσίαζε οποιαδήποτε αναφορά στον Στήβενσον από την Ανθολογία Αγγλικής Λογοτεχνίας του Νόρτον από το 1968 έως το 2000 (1η – 7η έκδοση), αναφεροντάς τον για πρώτη φορά στην 8η έκδοση (2006). Μοιάζει κάπως αναμενόμενο στον αιώνα του μοντέρνου/μεταμοντέρνου στη λογοτεχνία που αναζητά διακαώς το εξεζητημένο να παραγκωνιστεί ο Στήβενσον, αλλά αν το καλοσκεφτεί κάποιος, τι πιο εξεζητημένο από την καλή λογοτεχνία! Και ο Στήβενσον κάνει ακριβώς αυτό, παράγει αδιανόητα καλή λογοτεχνία. Εκτοξεύεται στην εκτίμησή μου με την επιβλητικότητα του «Μαύρου Βέλους»! 

Κοιτάω το βιβλίο, το ξανακοιτάω, και δεν μπορώ να το χωνέψω. Μόλις και μετά βίας 300 σελίδες και όμως τόσο μεστές, και ταυτόχρονα με μία εκπληκτική οικονομία λόγου, που σε αποσβολώνει. Σαν ένα γκουρμέ πιάτο που σε κάνει να αναρωτιέσαι στο τέλος, Αποκλείεται να χόρτασα τόσο τρώγοντας εκείνη την κουτσουλιά που μου σερβίρανε στην αρχή. Ή σαν ένα καλό κρασί που αφήνει μακρές και έντονες επιγεύσεις. Μέσα σε αυτές τις μετά… βίας (γιατί χύνεται πολύ αίμα) 300 σελίδες διαβάζεις όλο το «Game of Thrones» όπως θα έπρεπε να είχε γραφτεί αν δεν είχαν την τάση οι εκάστοτε δημιουργοί να ξεχειλώνουν καθετί όμορφο για να ευχαριστηθεί ο όχλος μέχρι να γκώσει. Αυτό λοιπόν με εντυπωσιάζει στον Στήβενσον – δεν ξεχειλώνει τίποτα, κρατάει τεντωμένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όπως οι τοξότες στο βιβλίο του κρατούν τα τόξα τους. «Αν ήταν τόσο επιδέξιος με τα όπλα όσο είναι και με την πένα, θα ήταν πράγματι ένας γενναίος πολεμιστής», αναφέρει με υπόγεια αυτοσαρκαστική επίγνωση κάπου μέσα στο βιβλίο του ο Στήβενσον. Και το κυριότερο, στοχεύει μόνο μέχρι εκεί που φτάνει το τόξο του! Ευτυχώς για μας, φτάνει πολύ μακριά. 


[…] «Κι αυτός!» σκέφτηκε ο Ντικ. «Αυτός που μου δίδαξε την ευσέβεια! Μα τι κόσμος είναι αυτός, όταν όλοι όσοι με νοιάστηκαν και με φρόντισαν είναι ένοχοι για το θάνατο του πατέρα μου; Εκδίκηση! Αλίμονο! Τι σκληρή που είναι η μοίρα μου, αν πρέπει να πάρω εκδίκηση από αυτούς που θεωρώ φίλους μου!» 

Αίμα, δάκρυα και ιδρωτάς διαποτίζουν αυτή την ιπποτική ιστορία. Ο Ριχάρδος Σέλτον (για τους κολλητούς, Ντικ!) υπό την κηδεμονία του αφέντη του Σερ Ντάνιελ, στην αιματηρή διαμάχη ανάμεσα στους οίκους των Λάνκαστερ και των Γιορκ για την τελική επικράτηση, επιβεβαιώνει κάποιες ισχνές υποψίες ότι ο κηδεμόνας του είχε κάποια ανάμειξη στην δολοφονία του πατέρα του. Περνάει στην παρανομία αλλά δεν ξεχνάει ότι πίσω στον πύργο του κηδεμόνα του ξεμένει η «Δουλτσινέα» του που θα κάνει τα πάντα για να την ελευθερώσει. Προδοσία, εκδίκηση, έρωτας, όλα τα πάθη φιλτράρονται μέσα από την οξυδερκή ματιά του συγγραφέα. Όλη η σκοτεινή γοητεία του Εδιμβούργου και της Σκωτίας γενικότερα, έγινε από πολύ νωρίς μέρος της αναπτυσσόμενης φαντασίας του συγγραφέα, και σε αυτό το βιβλίο διαβάζετε το αποτύπωμά της. 

[…] «Τέτοια πράγματα δε γίνονται από τους απλούς ανθρώπους, σ’ αυτό συμφωνούν όλα τα χρονικά. Μια επανάσταση ξεκινάει από τους σημαντικούς και μετά ακολουθεί ο λαός. Όταν κάποιοι φουκαράδες παίρνουν τα όπλα, πρέπει να ψάξεις καλά ποιος άρχοντας ωφελείται απ’ αυτό».


Και ένα χριστουγεννιάτικο δώρο από μένα! Πάνω στην ώρα εκδόθηκε, μην το προσπεράσετε. Οι «ιπποτικές» εκδόσεις που μου πρόσφεραν αυτή την ανάγνωση είναι και πάλι οι «Εκδόσεις Ντέτσικα». Η άψογη μετάφραση ανήκει στην θαραλλέα Αγορίτσα Μπακοδήμου. Με την Αγορίτσα Μπακοδήμου αρχίζει να μου συμβαίνει ό,τι και με την Έφη Καλλιφατίδη. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, κάθε φορά που βλέπω το όνομά της πάνω σε ένα βιβλίο, επεξεργάζομαι σοβαρά και την αγορά του βιβλίου, ακόμα και αν η αρχική μου σκέψη ήταν να το αγνοήσω. Είναι μια κατ’ επάγγελμα μεταφράστρια (χωρίς τους ιδιοτελείς σκοπούς άλλων «συναδέλφων» της για να εκδώσουν παράλληλα τα ανοσιοπονήματά τους και να εδραιώσουν έρποντας λυκοφιλίες στο σαθρό πεδίο της εκδοτικής μάχης), που εκτιμά τον κόπο της και κυρίως τον κόπο των αναγνωστών της. Ένα μικρό μειονέκτημα των κατά τ’ άλλα θαυμαστών «Εκδόσεων Ντέτσικα» είναι οι ολιγοσέλιδες εισαγωγές τους, αν αφιέρωναν εκτενείς πληροφορίες και αναλύσεις για τα βιβλία και τους συγγραφείς που παρουσίαζαν, θα άγγιζαν την τελειότητα. Ωστόσο, στην τρισέλιδη εισαγωγή της, η μεταφράστρια πρόλαβε και έκανε μερικές εύστοχες παρατηρήσεις για το μεγαλείο του Στήβενσον, πράγμα που φανερώνει και το μεγαλείο της ίδιας. 

[…] «Ο Στήβενσον βρίσκει την ευκαιρία – διηγούμενος τις αλεπάλληλες περιπέτειες του ήρωά του – να ζωγραφίσει με συναρπαστικές σκηνές τον τρόμο του πολέμου, καθώς και τη βία και την καταστροφή που σκορπίζει. Όμως δεν περιορίζεται σ’ αυτό. Μας υπενθυμίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι τελείως καλός ή κακός, ενώ η μοίρα είναι αυτή που καθορίζει πολλές φορές τις επιλογές μας. (…) Το σωστό δεν είναι πάντα ξεκάθαρο ούτε εύκολο να το επιλέξεις, ειδικά όταν οι δικές σου πράξεις έχουν αντίκτυπο στις ζωές άλλων ανθρώπων». 

Ο Στήβενσον γράφει ένα εντυπωσιακά περιπετειώδες βιβλίο προσβάσιμο στην συντριπτική πλειονότητα των αναγνωστών και αυτό είναι «κακό», αλλά ταυτόχρονα γράφει και ένα βιβλίο με βάθος, ιδιοφυία και πίστη και αυτό είναι πολύ καλό για την λογοτεχνία· και τη φήμη του. 

[…] «Ο ήρωάς μας συνειδητοποιεί σιγά σιγά ότι η διαφορά μεταξύ καλού και κακού δεν είναι πάντα ούτε απόλυτη ούτε φανερή». 

Υ.Γ. 2666 Ο Δόκτωρ… Τζέκυλ πέθανε μια μέρα σαν την σημερινή, στις 3 Δεκεμβρίου του 1894, μόλις στα 44 χρόνια του. Ο Μίστερ… Χάιντ κρύβεται αιωνίως και αιώνιος στις χιλιάδες σελίδες φανταστικών και τρομακτικών περιπετειών.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.