Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Home alone


Σήμερα, 145 Αυγούστου και επειδή είμαι γνωστό στριμμένο άντερο είπα να διαβάσω ένα χαρούμενο και ανάλαφρο βιβλίο, απλώνοντας τα τριχωτά μου μπούτια μπροστά στην γλυκιά θαλπωρή του τζακιού – δεν υπάρχουν φωτογραφικά καρέ, δυστυχώς, λογοκρίθηκαν από το facebook! Η τηλεόραση να παίζει μόνη της για συντροφιά, με έναν Μακόλεϊ Κάλκιν εκνευριστικά κολλημένο στα εφτά χρόνια να μετράει τα δικά μου που αρχίζουν να βαραίνουν διπλά («Δεν αναφέρει με ευχαρίστηση αριθμούς, κάποιος που έχει φτάσει σε μια ορισμένη ηλικία»), και η αμμωνία που αναδίνουν οι κουραμπιέδες που ψήνονται να μετατρέπει το δωμάτιο σχεδόν σε θάλαμο αερίων. Αχ, Χριστούγεννα, η πιο ευτυχισμένη εποχή του χρόνου. Όλη η πλάσις α(να)γάλλεται! Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που ζουν μονάχοι. Μην είστε σκληροί, ανοίξτε την καρδιά σας να πλημμυρίσει με αγάπη. Αυτά τα Χριστούγεννα σκεφτείτε για μια στιγμή όλους τους συνανθρώπους μας που είναι μόνοι τους – και αφήστε τους στην ησυχία τους!
 
Βλέποντας αυτό το βιβλίο του Στρίντμπεργκ παγώνεις· ο αδυσώπητος τίτλος «Μόνος», ακόμα πιο αδυσώπητος και από τον συγκριτικά ηπιότερο τίτλο – και πιο αξιόλογο βιβλίο – «Ο μοναχικός» του Ιονέσκο· το εξώφυλλο με την βαρύθυμη και σκοτεινή φιγούρα του συγγραφέα σε μία κρύα και καταθλιπτική πόλη· ε, δεν το ανοίγεις και με μεγάλη ευχαρίστηση, σας νιώθω. Όταν το ανοίξεις όμως θα πέσεις πάνω σε (σποραδικές, δυστυχώς) εκπληκτικές παρατηρήσεις για την ανθρώπινη συνθήκη. «Ό,τι με ενδιαφέρει, είναι η ανθρώπινη φύση και το πεπρωμένο των ανθρώπων». Ο συγγραφέας παρατηρεί με τόση λεπτομέρεια ανθρώπινες καταστάσεις είτε εξωτερικές είτε εσωτερικές που σε αφήνουν πραγματικά άφωνο. 
 
Το μότο μου του περασμένου καλοκαιριού, και θα είναι για πολλά χρόνια ακόμα, γεννήθηκε μέσα από την ταινία «Lucky» (η οποία, επίσης, αναμετράται με το τέρας της έσχατης, αυτή τη φορά, μοναξιάς) και ξεκαθαρίζει με απόλυτη διαύγεια ότι «Ένα πράγμα είναι χειρότερο από την αμήχανη σιωπή· η ψιλή κουβέντα!» Να σημειωθεί ότι την φράση αυτή την σημείωσα μέσα στο σινεμά και όχι σε κινητό φυσικά, για να μην ενοχλώ τους υπολοίπους, αλλά σε χαρτί σημειώσεων στα μισότυφλα, έτσι, για να δείτε πόση επιρροή μού άσκησε η συγκεκριμένη φράση. Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου λοιπόν, είναι μία υπέροχη δραματοποίηση της παραπάνω φράσης. Ο Στρίντμπεργκ περιγράφει μία παρέα μεσήλικων ανδρών σε ένα καφενείο, που υπήρξαν παλιοί φίλοι και προσπαθούν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την παλιά οικειότητα με τα πλέον αστεία αποτελέσματα. Όσοι έχετε πέσει θύματα ή υπήρξατε θύτες μιας ψιλής κουβέντας, να σηκώσετε το δεξί σας χέρι. Όσοι, ξανά, προτιμήσατε την σιωπή, έστω και αμήχανη, από την παραπάνω άβολη κατάσταση, να σηκώσετε και το αριστερό... και να πανηγυρίσουμε μαζί!
 
Το καλό ξεκίνημα όμως δεν κράτησε. Τα κεφάλαια του βιβλίου μού φάνηκαν ελαφρώς ασύνδετα, και όλες αυτές οι μεγαλόστομες δηλώσεις που προοικονομούσε το οπισθόφυλλο, […] «μια αριστουργηματική καταγραφή της αυτοαπομόνωσής του, αλλά και μια εξιστόρηση των προσπαθειών του να οργανώσει, έντος των τειχών του αυτοεγκλεισμού του, την άμυνά του με σκοπό την έξοδο προς τους ανθρώπους», δεν επαληθεύτηκαν – τουλάχιστον, για το δικό μου μυαλό. Το βιβλίο διέθετε σπαράγματα ψυχικών εντυπώσεων και εξωτερικών παρατηρήσεων που αν δομούνταν σε ένα βιβλιαράκι ολιγόλογων αποφθεγμάτων θα ήταν το τέλειο. Αντιθέτως, ο Στρίντμπεργκ αναλώθηκε σε σχοινοτενείς περιγραφές της φύσης και των περιπάτων σε αυτή, με σκοπό να καταλήξει μέσω Λαμίας στο θέμα του που είναι η μοναξιά, που δεν κρύβω ότι τις βαρέθηκα. Εκείνες, όμως, που είχαν να κάνουν με τις πόλεις και τους ανθρώπους της, ήταν ασύλληπτες. Θα ξαναδιάβαζα άνετα ένα καθαρόαιμο δραματουργικό του έργο μόνο και μόνο για να μπορέσω να δω αν θα σταθώ τυχερός και θα τις ξαναβρώ και εκεί μέσα. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον οργασμό της φύσης, άνθισε και μία σκέψη που μίλησε κατευθείαν στην καρδιά μου.
 
[…] Παλιά, μπορούσα στη θέα ενός ανθισμένου δεντρόκηπου να βυθιστώ στον εαυτό μου· και τώρα τον βρίσκω όμορφο, αλλά όχι τόσο όμορφο. Θα ήθελα να προσπαθήσω να το ερμηνεύσω τούτο με το γεγονός ότι μου γεννήθηκε μια προαίσθηση πως υπάρχουν πρότυπα τελειότερα από τούτων των ελλειπών [sic] αντιγράφων. Γι' αυτό, δεν έχω νοσταλγία για την ύπαιθρο, παρ' ό,τι αρχίζει μέσα μου μια ελαφριά αποστροφή ενάντια στην πόλη, περισσότερο όμως σαν ανάγκη αλλαγής».
 
«The town», August Strindberg, 1903, Nationalmuseum Stockholm

«Οι εκδόσεις Σκαρίφημα φρόντισαν για την επαναθεώρηση και διόρθωση της μετάφρασης του Ε.Ι.Χρυσάφη από τα Σουηδικά, που κυκλοφόρησε στις αρχές του 20ου αιώνα», μας πληροφορούν οι ίδιες οι εκδόσεις, επισημαίνοντας και μερικές ατέλειες της παλιάς μετάφρασης που προσπάθησε να λύσει η επαναθεώρησή της. Ωστόσο, αν και η μετάφραση είναι αρκετά καλή, ένιωσα μια «παγωμάρα» στο αποδιδόμενο ύφος που δεν μπόρεσα να καταλάβω αν είναι απόρροια της απαρχαιωμένης μετάφρασης ή του προσωπικού ύφους του Στρίντμπεργκ που σε πολλά σημεία δεν έδειχνε να μου ταιριάζει. Το βιβλίο αυτό μάλλον δε θα το ξαναδιάβαζα, μου αρκούν τα αποσπάσματα που σημείωσα – ή μάλλον, επειδή είμαι αργόσχολος και απολογούμαι γι' αυτό, τα αποσπάσματα που θα έπρεπε να είχα σημειώσει. Άρα, αν θέλω να σημειώσω όλα τα αποσπάσματα που μου άρεσαν για να μην υπάρχει πια λόγος να το ξαναδιαβάσω, θα πρέπει να το διαβάσω ακόμα μία φορά ακριβώς για να σημειώσω όλα τα απαραίτητα αποσπάσματα, ινσέψιο γιορτινή φάση! Η αίσθηση που αποκόμισα όμως από τον συγγραφέα είναι θετικότατη. Είχε άστρο! Κάτι νέο γεννήθηκε... θα σημειώσω την ημερομηνία, μην την ξεχάσω! 
 
Ωραίο βιβλίο, σκληρό. Αλλά και βαρετό όμως, που έκανε τα ωραία του σημεία να φαντάζουν ωραιότερα. Μόνος μου το πέρασα κι αυτό και στο τέλος με γονάτισε.
 
«Η μέρα αντέχεται, αλλά το βράδυ είναι βαρύ· γιατί το να νιώθει κανείς την ευφυΐα του να σβήνει, είναι τόσο οδυνηρό, όσο και το συναίσθημα ότι ξεπέφτει σωματικά και πνευματικά».
 
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Τυχαίο;
 
Υ.Γ. 2666 Υμνείτε τον Κύριο – καλές γιορτές σε όλους! 


Σχόλια

  1. ΜΟΝΟΣ

    Λίγο
    λίγο
    έχω
    μείνει
    μόνος
    κι
    έρμος

    Σταγονομετρημένα:
    Λίγο
    λίγο
    Είν' η κατάσταση για λύπη
    όποιου καλή απολάμβανε παρέα
    κι έχασέ τη γι' αυτή ή την άλλη αιτία.

    Δεν γκρινιάζω για τίποτα: όλα τα 'χα
    Μα
    δίχως
    να
    προσέξω
    Σαν το δέντρο που χάνει ένα ένα τα φύλλα
    Μόνος
    κι
    έρμος
    έμεινα
    λίγο
    λίγο

    Nicanor Parra, "Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής" μτφρ. Ηλίας Ματθαίου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το «δίχως να προσέξω» οδήγησε αμέσως το μυαλό μου στα Τείχη (και όχι στην τύχη!) και σε εκείνο το καβαφικό «πώς να μην προσέξω» που ομοιοκαταληκτούσε εκπληκτικά με το «έξω». Από τα πλέον αγαπημένα μου ποιήματα, ίδιας θεματολογίας αλλά ασύλληπτης τεχνικής και λεπτής ειρωνείας.

      Ωραίος και ο Parra, όμως. Χρόνια Parra Πολλά ;)

      Διαγραφή
  2. small talk stinks - Bauhaus

    θα έπρεπε να είχα εγκαταλείψει το Μπαλμπέκ, να κλειστώ στη μοναξιά, να παραμείνω μόνος, αρμονικά δεμένος με τους τελευταίους παλμούς της φωνής της.. - Προυστ

    because races condemned to one hundred years of solitude did not have a second opportunity on earth - Marquez

    η μοναξιά του Harry Dean Stanton στο Paris, Texas του Wenders

    χρόνια πολλά και κυρίως, ότι επιθυμείτε να το επιθυμεί και το ότι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με τέτοιους σχολιαστές δεν νιώθεις ποτέ μόνος :p

      Χρόνια πολλά και σε σένα Νίκο! Τις πιο ζεστές μου ευχές :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.