Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ανεξήγητη γραφή


Με Καββαδία μπάρκαρα σε αυτό το μπλογκ και με Καββαδία πάλι (ίσως) να ξεμπαρκάρω, αν πρώτα δεν με βρει ξαφνικά ο συγγραφικός θάνατος, γιατί ως γνωστόν, τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό – στην πένα, δηλαδή! Αν όμως είχα ταυτιστεί τόσο πολύ με τον Καββαδία όσο νομίζω εγώ και μερικοί από εσάς, θα έπρεπε να σταματήσω την παραπάνω φράση «στο φτερό» χωρίς πιθανές ή απίθανες ερμηνείες. «Όταν το άλλαξε, τού είπα: Τώρα όμως στο στίχο “το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι” πολύ λίγοι θα καταλάβουν αυτό που θέλεις να πεις – πως δηλαδή και οι δυνατοί μπορεί να κλαίνε. “Ας καταλάβουν ό,τι θέλουν”, είπε, αυτό είναι δική τους δουλειά». Αυτή είναι η δουλειά της υψηλής λογοτεχνίας, όχι ακριβώς να καταλαβαίνει κανείς μόνο ό,τι θέλει (και αυτό, όμως!), αλλά κυρίως να είναι ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, που θα κάνει (μεταξύ άλλων) τους καθηγητάδες των επόμενων γενεών να σκύβουν πάνω από το έργο της. Πάει κάπου συγκεκριμένα το μυαλό σας;
 
Ετούτη η μελέτη η τόσο θαυμαστή για τον Καββαδία άργησε μία αιωνιότητα και μία μέρα. Για μένα, άργησε μόλις μια δεκαετία. Είναι όμως ό,τι καλύτερο για εκείνους τους αναγνώστες που έχουν απολαύσει ολοκληρωτικά τον λογοτεχνικό κόσμο του Καββαδία και επιθυμούν να κάνουν ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στον μύθο του. Δεν είναι μικρό βήμα σε σχέση με άλλες μελέτες, αντιθέτως είναι εξίσου μεγάλο και ικανοποιητικό. Αλλά έχει και ένα επιπλέον πλεονέκτημα, είναι ιδιαιτέρως σταθερό, έτσι ώστε δεν υπάρχει περίπτωση να γλιστρήσει κανείς προς δρόμους που για την ώρα δεν τον τραβάνε και ούτε είναι έτοιμος. Έχοντας διαβάσει σχεδόν όλες τις μελέτες που έχουν γραφτεί για την ζωή και το έργο του Καββαδία, θεωρώ ότι αυτή εδώ είναι από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη. Ο μύθος του Καββαδία εντός μου έχει αρχίσει να θολώνει, να τον κυκλώνει το πούσι, και χαίρομαι που φουντάρω διαβάζοντας αυτή την συγκινητική μελέτη. Ο Καββαδίας υπήρξε μεγάλη επιρροή για μένα και τον αγαπώ πολύ. Σε κάποια από τις συνεντεύξεις του αυτοχαρακτηρίστηκε ως «αρμενιστής φιλόσοφος» και αν δεν διακρίνεται τόσο καθαρά αυτή η ιδιότητα και κάποιοι έχουν τις αντιρρήσεις τους, για μένα ήταν όντως ένας τέτοιος. Τότε τι συνέβη, γιατί αυτή η μεταστροφή; Ας πούμε ότι, «ήταν μια λόξα νεανική μα τώρα έχει περάσει» – και όσοι ξέρετε το ποίημα θα αναγνωρίζετε ότι η φράση αυτή κουβαλά μέσα της την αυτοϋπονόμευση και την αναίρεσή της! 

Η μελέτη του Μιχάλη Γελασάκη συγκεντρώνει και συμπυκνώνει θαυμαστά όλες τις όψεις του συγγραφέα και ανθρώπου Νίκου Καββαδία: συνεντεύξεις, αλληλογραφία, μαρτυρίες, φωτογραφίες, κρατικά ντοκουμέντα, ανέκδοτα ποιήματα, μεταφράσεις, φιλολογικές εκτιμήσεις, κλπ. Επειδή όμως εγώ έχω το όνομα και ενδεχομένως και τη χάρη, θα σταθώ σε δύο κομβικά σημεία της. Πρώτον, στο κεφάλαιο «Νύξεις για μιαν ερμηνεία των στίχων του» που έγραψε η αδερφή του Τζένια («Έγραφε διηγήματα, πρωτοστατούσε στα λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής, κι όμως το παράπονό της, όπως μου έλεγε, ήταν πως “όλοι με αποκαλούσαν η αδερφή του Νίκου Καββαδία, λες και εγώ δεν είχα δική μου προσωπικότητα! Δεν είχα καν δικό μου όνομα!”»). Αυτό το κεφάλαιο εστιάζει σε ό,τι πιο γοητευτικό έχει για μένα η λογοτεχνία του Καββαδία – έκανα και μια μικρή νύξη στην αρχή. Η ικανότητά του να συνδέει ετερόκλητες εικόνες και να συνθέτει εντυπωσιακές συναισθηματικές θαλασσογραφίες είναι δείγμα σπουδαίου συγγραφέα. Ένα παράδειγμα: ο Καββαδίας είχε κόλλημα με κάτι μικρά ειδώλια πρωτόγονης τέχνης που τα μάζευε με επιμέλεια. Μια νύχτα χαρίζει ένα τέτοιο στη γυναίκα ενός καλού του φίλου. Εκείνη, μια επόμενη φορά, σε μια κίνηση μεγάλης αγένειας που τους έφερε όλους σε αμηχανία, το επιστρέφει στον Καββαδία, λέγοντάς του πως από την στιγμή που το πήρε, όλα της πάνε στραβά. 

- Το παλιοκόριτσο, είπε, ήταν ανάγκη να κάμει αυτή την απρέπεια, δεν το πέταγε στο δρόμο; 
-  Θα’ ναι προληπτική, είπα εγώ, – και ίσως πιστεύει πως η γρουσουζιά θα φύγει απ’ αυτήν, αν το μεταφέρει σε κάποιον άλλο – και πήρα το τυλιγμένο κεφαλάκι στα χέρια μου. 
-  Α, έτσι, φερ’ το εδώ, είπε ο αδερφός μου και μου το πήρε. 
-  Τι θα το κάμεις; ρώτησα. 
- Θα το πετάξω στη θάλασσα. Αυτή ξεπλένει όλες τις γρουσουζιές. 
Σε λίγες μέρες, γυρνώντας από τη Βηρυτό, μού είπε γελώντας: 
-  Ο Αίγυπτας έκαμε βουτιά στο Αιγαίον Πέλαγος. 


«Και πήδηξε ο μικρός θεός μια νύχτα των Ινκάς 
Στου Αιγαίου τα γαλανά νερά δυο μίλια όξω απ’ τη Σκύρο» 

Αν ο Καββαδίας δεν ήταν τόσο ολιγογράφος και δεν επικεντρωνόταν στην ποίηση αλλά έγραφε μυθιστορήματα, τώρα θα μιλούσαμε για έναν υπερμοντέρνο συγγραφέα, όχι πως δεν το κάνουμε ήδη. Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν γράφει συχνότερα, αφήνοντας τόσο μεγάλα κενά ανάμεσα στα βιβλία του (παρόλο που έπαιξε ρόλο σ’ αυτό και ένα πολύ προσωπικό του θέμα) εκείνος απαντούσε με πλήρη διαύγεια, «Είναι πιο καλό να αναρωτιούνται: “Γιατί δεν γράφει ο Καββαδίας” παρά “Γιατί γράφει”». Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι στάση φιλοσόφου! 

Δεύτερο κομβικό σημείο, η αναπάντεχη κριτική του ικανότητα. […] «Εδώ ας μου επιτραπεί μια παρέκβαση. Δεν ξέρω αν είμαι κατάλληλος να καταπιαστώ με μια δουλειά που έχει σχέση με την κριτική και που απαιτεί ώρας μελέτης. Φίλοι λόγιοι μού δίνουν το λόγο. Μα αν η γνώμη πως η κριτική πρέπει να ’ναι αντικειμενική και ανεπηρέαστη, είναι απόλυτη και αποκλειστική προεξοφλώ την αποτυχία μου». Ρε τον κριτικό Μαραμπού, μέσα στη καρδιά μου μίλησε και την γαλήνεψε! 

Και επειδή η ζωγραφική υπήρξε μία από τις μεγάλες του αγάπες, θα διακοσμήσω αυτήν την ανάρτηση με πίνακες του John Corbidge (© http://www.johncorbidge.net), προσωπικό του φίλο για τον οποίον έγραψε την κριτική μελέτη. Μάλιστα, στην ιστοσελίδα του ζωγράφου, στις πληροφορίες, αναδημοσιεύεται και το κριτικό άρθρο του ποιητή. 

[…] Η μεγάλη του επιθυμία! Να’ ρθει στην Αθήνα το χειμώνα να δείξει έργα του και να μείνει για πάντα. Να γνωρίσει τους ανθρώπους που αγαπάει. Όπως στα περσικά παραμύθια τίποτα δεν νομίζουμε πιο δύσκολο από την απόσταση. Λάθος. Το Sheffield πέφτει κοντά στο Matadi. Το Φισκάρδο συνορεύει με το Munden. Η τέχνη μ’ όλο τον κόσμο. Αυτή η ίδια κατάλυση των συνόρων φαίνεται και σε κάθε στίχο που έγραψε! 

Ο νεότατος Μιχάλης Γελασάκης έγραψε μία υπέροχη μελέτη για τον Νίκο Καββαδία. Παρά το πλούσιο βιογραφικό του, είχε την ταπεινότητα να το καταγράψει στο τέλος του βιβλίου, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο σεβασμό στον ποιητή, που αν μη τι άλλο αγαπά και ο ίδιος πολύ, για να μπει σε αυτόν τον μεγάλο κόπο. Χαίρομαι επίσης που ενσωματώθηκε με τόση επιτυχία στο κερδοφόρο brand «Καββαδίας/Άγρα» και μακάρι να βγάλει κάποια λεφτά από αυτό. Η πνευματική εργασία πρέπει να αντ-αμείβεται. Υπάρχει μια σπαρακτική φράση του Καββαδία, χρησιμοποιήθηκε και ως προμετωπίδα, και λέει το εξής: «Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση. Αν δεν τα είχα ζήσει και τα έγραφα παρ’ όλα αυτά, ίσως να ’μουνα μεγάλος ποιητής». Αυτό φανερώνει τον σκεπτικισμό κάποιων ομότεχνών του απέναντί του και την μη αποδοχή του ως πραγματικού ποιητή αλλά κάτι σαν υβρίδιο ναύτη-ποιητή, και γι’ αυτό κατώτερης αξίας. Είτε τα έζησε είτε όχι – ο Καββαδίας ισχυριζόταν ότι τα έζησε ο ίδιος ή τα είδε να συμβαίνουν γύρω του, ενώ παράλληλα παραδέχεται ότι «Έχω φήμη μυθομανούς» – ο Κώστας Ουράνης μπήκε σε ανοιχτή δημόσια διαμάχη με τον Καραγάτση, ισχυριζόμενος ότι όλες οι περιπέτειες του Καββαδία είναι ολότελα φανταστικές και ουδέποτε ταξίδεψε στην θάλασσα! – ο Γιώργος Σεφέρης, άσπονδος (για κάποιους) ή πραγματικός (για κάποιους άλλους) φίλος του ποιητή, νομπελίστας πλέον, παραδέχεται με ένα ιδιότυπο είδος μεγαλοψυχίας ότι «είναι ένα αξεδιάλυτο μείγμα μύθου και αλήθειας αυτός ο άνθρωπος, καθώς μιλά ψευδίζοντας ή μ’ εκείνο το συρτό τόνο απαγγελίας» – ό,τι και αν στο διάβολο συνέβη, ο χρόνος έβγαλε την ετυμηγορία του. 

[…] «Μια σημαντική διαφορά του Καββαδία από πολλούς άλλους είναι κι η πιο κάτω: Εκείνοι γράφουν τόμους ολόκληρους κι ο χρόνος τούς καταξιώνει είκοσι-τριάντα ποιήματα, ο Καββαδίας έγραψε κατευθείαν μόνο εκείνα τα ποιήματα». 


Υ.Γ. 2666 Αυτή η μικρή ένδειξη ακριβώς κάτω από κάθε ανάρτηση, «Το σκέφτηκε (μπορεί και όχι) ο Μαραμπού», μου ακούγεται ελαφρώς βέβηλη, σήμερα· ας είναι.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.