Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ανεξήγητη γραφή


Με Καββαδία μπάρκαρα σε αυτό το μπλογκ και με Καββαδία πάλι (ίσως) να ξεμπαρκάρω, αν πρώτα δεν με βρει ξαφνικά ο συγγραφικός θάνατος, γιατί ως γνωστόν, τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό – στην πένα, δηλαδή! Αν όμως είχα ταυτιστεί τόσο πολύ με τον Καββαδία όσο νομίζω εγώ και μερικοί από εσάς, θα έπρεπε να σταματήσω την παραπάνω φράση «στο φτερό» χωρίς πιθανές ή απίθανες ερμηνείες. «Όταν το άλλαξε, τού είπα: Τώρα όμως στο στίχο “το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι” πολύ λίγοι θα καταλάβουν αυτό που θέλεις να πεις – πως δηλαδή και οι δυνατοί μπορεί να κλαίνε. “Ας καταλάβουν ό,τι θέλουν”, είπε, αυτό είναι δική τους δουλειά». Αυτή είναι η δουλειά της υψηλής λογοτεχνίας, όχι ακριβώς να καταλαβαίνει κανείς μόνο ό,τι θέλει (και αυτό, όμως!), αλλά κυρίως να είναι ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, που θα κάνει (μεταξύ άλλων) τους καθηγητάδες των επόμενων γενεών να σκύβουν πάνω από το έργο της. Πάει κάπου συγκεκριμένα το μυαλό σας;
 
Ετούτη η μελέτη η τόσο θαυμαστή για τον Καββαδία άργησε μία αιωνιότητα και μία μέρα. Για μένα, άργησε μόλις μια δεκαετία. Είναι όμως ό,τι καλύτερο για εκείνους τους αναγνώστες που έχουν απολαύσει ολοκληρωτικά τον λογοτεχνικό κόσμο του Καββαδία και επιθυμούν να κάνουν ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στον μύθο του. Δεν είναι μικρό βήμα σε σχέση με άλλες μελέτες, αντιθέτως είναι εξίσου μεγάλο και ικανοποιητικό. Αλλά έχει και ένα επιπλέον πλεονέκτημα, είναι ιδιαιτέρως σταθερό, έτσι ώστε δεν υπάρχει περίπτωση να γλιστρήσει κανείς προς δρόμους που για την ώρα δεν τον τραβάνε και ούτε είναι έτοιμος. Έχοντας διαβάσει σχεδόν όλες τις μελέτες που έχουν γραφτεί για την ζωή και το έργο του Καββαδία, θεωρώ ότι αυτή εδώ είναι από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη. Ο μύθος του Καββαδία εντός μου έχει αρχίσει να θολώνει, να τον κυκλώνει το πούσι, και χαίρομαι που φουντάρω διαβάζοντας αυτή την συγκινητική μελέτη. Ο Καββαδίας υπήρξε μεγάλη επιρροή για μένα και τον αγαπώ πολύ. Σε κάποια από τις συνεντεύξεις του αυτοχαρακτηρίστηκε ως «αρμενιστής φιλόσοφος» και αν δεν διακρίνεται τόσο καθαρά αυτή η ιδιότητα και κάποιοι έχουν τις αντιρρήσεις τους, για μένα ήταν όντως ένας τέτοιος. Τότε τι συνέβη, γιατί αυτή η μεταστροφή; Ας πούμε ότι, «ήταν μια λόξα νεανική μα τώρα έχει περάσει» – και όσοι ξέρετε το ποίημα θα αναγνωρίζετε ότι η φράση αυτή κουβαλά μέσα της την αυτοϋπονόμευση και την αναίρεσή της! 

Η μελέτη του Μιχάλη Γελασάκη συγκεντρώνει και συμπυκνώνει θαυμαστά όλες τις όψεις του συγγραφέα και ανθρώπου Νίκου Καββαδία: συνεντεύξεις, αλληλογραφία, μαρτυρίες, φωτογραφίες, κρατικά ντοκουμέντα, ανέκδοτα ποιήματα, μεταφράσεις, φιλολογικές εκτιμήσεις, κλπ. Επειδή όμως εγώ έχω το όνομα και ενδεχομένως και τη χάρη, θα σταθώ σε δύο κομβικά σημεία της. Πρώτον, στο κεφάλαιο «Νύξεις για μιαν ερμηνεία των στίχων του» που έγραψε η αδερφή του Τζένια («Έγραφε διηγήματα, πρωτοστατούσε στα λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής, κι όμως το παράπονό της, όπως μου έλεγε, ήταν πως “όλοι με αποκαλούσαν η αδερφή του Νίκου Καββαδία, λες και εγώ δεν είχα δική μου προσωπικότητα! Δεν είχα καν δικό μου όνομα!”»). Αυτό το κεφάλαιο εστιάζει σε ό,τι πιο γοητευτικό έχει για μένα η λογοτεχνία του Καββαδία – έκανα και μια μικρή νύξη στην αρχή. Η ικανότητά του να συνδέει ετερόκλητες εικόνες και να συνθέτει εντυπωσιακές συναισθηματικές θαλασσογραφίες είναι δείγμα σπουδαίου συγγραφέα. Ένα παράδειγμα: ο Καββαδίας είχε κόλλημα με κάτι μικρά ειδώλια πρωτόγονης τέχνης που τα μάζευε με επιμέλεια. Μια νύχτα χαρίζει ένα τέτοιο στη γυναίκα ενός καλού του φίλου. Εκείνη, μια επόμενη φορά, σε μια κίνηση μεγάλης αγένειας που τους έφερε όλους σε αμηχανία, το επιστρέφει στον Καββαδία, λέγοντάς του πως από την στιγμή που το πήρε, όλα της πάνε στραβά. 

- Το παλιοκόριτσο, είπε, ήταν ανάγκη να κάμει αυτή την απρέπεια, δεν το πέταγε στο δρόμο; 
-  Θα’ ναι προληπτική, είπα εγώ, – και ίσως πιστεύει πως η γρουσουζιά θα φύγει απ’ αυτήν, αν το μεταφέρει σε κάποιον άλλο – και πήρα το τυλιγμένο κεφαλάκι στα χέρια μου. 
-  Α, έτσι, φερ’ το εδώ, είπε ο αδερφός μου και μου το πήρε. 
-  Τι θα το κάμεις; ρώτησα. 
- Θα το πετάξω στη θάλασσα. Αυτή ξεπλένει όλες τις γρουσουζιές. 
Σε λίγες μέρες, γυρνώντας από τη Βηρυτό, μού είπε γελώντας: 
-  Ο Αίγυπτας έκαμε βουτιά στο Αιγαίον Πέλαγος. 


«Και πήδηξε ο μικρός θεός μια νύχτα των Ινκάς 
Στου Αιγαίου τα γαλανά νερά δυο μίλια όξω απ’ τη Σκύρο» 

Αν ο Καββαδίας δεν ήταν τόσο ολιγογράφος και δεν επικεντρωνόταν στην ποίηση αλλά έγραφε μυθιστορήματα, τώρα θα μιλούσαμε για έναν υπερμοντέρνο συγγραφέα, όχι πως δεν το κάνουμε ήδη. Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν γράφει συχνότερα, αφήνοντας τόσο μεγάλα κενά ανάμεσα στα βιβλία του (παρόλο που έπαιξε ρόλο σ’ αυτό και ένα πολύ προσωπικό του θέμα) εκείνος απαντούσε με πλήρη διαύγεια, «Είναι πιο καλό να αναρωτιούνται: “Γιατί δεν γράφει ο Καββαδίας” παρά “Γιατί γράφει”». Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι στάση φιλοσόφου! 

Δεύτερο κομβικό σημείο, η αναπάντεχη κριτική του ικανότητα. […] «Εδώ ας μου επιτραπεί μια παρέκβαση. Δεν ξέρω αν είμαι κατάλληλος να καταπιαστώ με μια δουλειά που έχει σχέση με την κριτική και που απαιτεί ώρας μελέτης. Φίλοι λόγιοι μού δίνουν το λόγο. Μα αν η γνώμη πως η κριτική πρέπει να ’ναι αντικειμενική και ανεπηρέαστη, είναι απόλυτη και αποκλειστική προεξοφλώ την αποτυχία μου». Ρε τον κριτικό Μαραμπού, μέσα στη καρδιά μου μίλησε και την γαλήνεψε! 

Και επειδή η ζωγραφική υπήρξε μία από τις μεγάλες του αγάπες, θα διακοσμήσω αυτήν την ανάρτηση με πίνακες του John Corbidge (© http://www.johncorbidge.net), προσωπικό του φίλο για τον οποίον έγραψε την κριτική μελέτη. Μάλιστα, στην ιστοσελίδα του ζωγράφου, στις πληροφορίες, αναδημοσιεύεται και το κριτικό άρθρο του ποιητή. 

[…] Η μεγάλη του επιθυμία! Να’ ρθει στην Αθήνα το χειμώνα να δείξει έργα του και να μείνει για πάντα. Να γνωρίσει τους ανθρώπους που αγαπάει. Όπως στα περσικά παραμύθια τίποτα δεν νομίζουμε πιο δύσκολο από την απόσταση. Λάθος. Το Sheffield πέφτει κοντά στο Matadi. Το Φισκάρδο συνορεύει με το Munden. Η τέχνη μ’ όλο τον κόσμο. Αυτή η ίδια κατάλυση των συνόρων φαίνεται και σε κάθε στίχο που έγραψε! 

Ο νεότατος Μιχάλης Γελασάκης έγραψε μία υπέροχη μελέτη για τον Νίκο Καββαδία. Παρά το πλούσιο βιογραφικό του, είχε την ταπεινότητα να το καταγράψει στο τέλος του βιβλίου, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο σεβασμό στον ποιητή, που αν μη τι άλλο αγαπά και ο ίδιος πολύ, για να μπει σε αυτόν τον μεγάλο κόπο. Χαίρομαι επίσης που ενσωματώθηκε με τόση επιτυχία στο κερδοφόρο brand «Καββαδίας/Άγρα» και μακάρι να βγάλει κάποια λεφτά από αυτό. Η πνευματική εργασία πρέπει να αντ-αμείβεται. Υπάρχει μια σπαρακτική φράση του Καββαδία, χρησιμοποιήθηκε και ως προμετωπίδα, και λέει το εξής: «Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση. Αν δεν τα είχα ζήσει και τα έγραφα παρ’ όλα αυτά, ίσως να ’μουνα μεγάλος ποιητής». Αυτό φανερώνει τον σκεπτικισμό κάποιων ομότεχνών του απέναντί του και την μη αποδοχή του ως πραγματικού ποιητή αλλά κάτι σαν υβρίδιο ναύτη-ποιητή, και γι’ αυτό κατώτερης αξίας. Είτε τα έζησε είτε όχι – ο Καββαδίας ισχυριζόταν ότι τα έζησε ο ίδιος ή τα είδε να συμβαίνουν γύρω του, ενώ παράλληλα παραδέχεται ότι «Έχω φήμη μυθομανούς» – ο Κώστας Ουράνης μπήκε σε ανοιχτή δημόσια διαμάχη με τον Καραγάτση, ισχυριζόμενος ότι όλες οι περιπέτειες του Καββαδία είναι ολότελα φανταστικές και ουδέποτε ταξίδεψε στην θάλασσα! – ο Γιώργος Σεφέρης, άσπονδος (για κάποιους) ή πραγματικός (για κάποιους άλλους) φίλος του ποιητή, νομπελίστας πλέον, παραδέχεται με ένα ιδιότυπο είδος μεγαλοψυχίας ότι «είναι ένα αξεδιάλυτο μείγμα μύθου και αλήθειας αυτός ο άνθρωπος, καθώς μιλά ψευδίζοντας ή μ’ εκείνο το συρτό τόνο απαγγελίας» – ό,τι και αν στο διάβολο συνέβη, ο χρόνος έβγαλε την ετυμηγορία του. 

[…] «Μια σημαντική διαφορά του Καββαδία από πολλούς άλλους είναι κι η πιο κάτω: Εκείνοι γράφουν τόμους ολόκληρους κι ο χρόνος τούς καταξιώνει είκοσι-τριάντα ποιήματα, ο Καββαδίας έγραψε κατευθείαν μόνο εκείνα τα ποιήματα». 


Υ.Γ. 2666 Αυτή η μικρή ένδειξη ακριβώς κάτω από κάθε ανάρτηση, «Το σκέφτηκε (μπορεί και όχι) ο Μαραμπού», μου ακούγεται ελαφρώς βέβηλη, σήμερα· ας είναι.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Does nobody understand?

  Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Rising star

Θα καταφέρει η συγγραφέας να ανεβάσει τον τοίχο της γραφής ή θα πέσει και θα την πλακώσει; Χάρη στις ψήφους των περισσοτερών βιβλιοφιλικών μπλογκς αλλά και στην συντονισμένη προσπάθεια της επίσημης κριτικής επιτροπής, όλα δείχνουν  πως θα καταφέρει να περάσει στην επόμενη φάση. Όλα αυτά όμως θα τα δούμε αμέσως μετά τις διαφημίσεις. Μείνετε συντονισμένοι και κατεβάστε και το ανάλογο app για να ψηφίσετε. Οι πραγματικοί κριτές είστε εσείς!

Εσύ αποφασίζεις

  Ρε φίλε, όχι πες και συ γιατί θα τρελαθώ. Έχεις δει καλύτερη εφαρμογή της φράσης «Η ζωή μιμείται την τέχνη» ; Με το χέρι στην (ματωμένη σου) καρδιά, πες. Έλληνας είσαι, με πρωθυπουργό τον Αλέξη ζεις, κάτι θα έχεις καταλάβει. Παραβαίνει τον χρυσό κανόνα της επιμέλειας όταν αλλάζει ένα «ναι» με ένα «όχι» σε μια Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας. Απλώς ο Αλέξης το έκανε ανάποδα – γι' αυτό και οι πολιτικές δηλώσεις ότι «Εμείς δεν είμαστε Πορτογαλία» και τέτοια. Ο Ζοζέ πήρε το Νόμπελ, ο Αλέξης παράταση και μεις μια τόνωση αυτοπεποίθησης πριν από την επικείμενη αυτοκτονία. Λογοτεχνία μέχρι να σβήσει ο ήλιος!

Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο

Βράδυ Παρασκεύης, παρουσίαση βιβλίου στη μικρή μας πόλη. Την ίδια ώρα παίζει η Πανάθα στην Ευρωλίγκα. Τι δίλημμα! Ταυτόχρονα να καίγομαι γιατί έχω ποντάρει και τρία ευρώ στην υπουργοποίηση της Λυδίας Κονιόρδου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Πολιτισμός ή αθλητισμός; Δεν ήξερα σε ποιο γήπεδο να παίξω μπάλα. Τελικά επέλεξα την παρουσίαση – αν ήταν τόσο βαρετή όσο οφείλουν να είναι όλες οι παρουσιάσεις βιβλίου, σκέφτηκα, θα προλάβω το ημίχρονο του Πανάθα. Για στάσου, τι βιβλίο παρουσιάζεται; Νεανική λογοτεχνία; Καλά, παίζει να προλάβω και το δεύτερο δεκάλεπτο! Δυο παρατάσεις αργότερα δεν σκεφτόμουν καθόλου τον Πανάθα (που έχασε γαμώ την τρέλα μου, τώρα το συνειδητοποιώ!) και είχα κολλήσει σε όσα θαυμαστά άκουσα στην πιο ενδιαφέρουσα παρουσίαση βιβλίου που έγινε ποτέ.

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Son of a Beach

Δεν είναι βρισιά, είναι καταξίωση. Το πιο άξιο μέλος (και ο πιο κάφρος) υπήρξε σίγουρα ο Τζέημς Τζόυς. «Τότε η Σίλβια κάνει την εξής πρόταση: να εκδώσει αυτή το βιβλίο, στα αγγλικά βέβαια, αλλά στη Γαλλία! Μα φυσικά, ποια θα μπορούσε να είναι πιο λογική πρόταση; Μια επιεικώς άσχετη βιβλιοπώλισσα, που δεν ξέρει καλά καλά να κρατάει ούτε τα κατάστιχα της δανειστικής βιβλιοθήκης του μαγαζιού της, που δεν έχει τις παραμικρές γνώσεις από εκδόσεις, αποφασίζει να εκδώσει ένα βιβλίο τερατώδες σε όλα τα επίπεδα. Αλήθεια, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;» Αλλά και ο Χεμινγούει∙ και διάφοροι πολλοί άλλοι επωφελήθηκαν από την αγάπη της∙ ήταν όλοι τους παιδιά της.  

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Marabout Hero

Μετά το βαθυστόχαστο άρθρο της Κατερίνας Μαλακατέ , γεννήθηκαν στο μυαλό μου πολλά ερωτήματα. Γιατί έφτιαξα ετούτο το μπλογκ; Σίγουρα ήταν μια παρορμητική σκέψη που συνέπεσε χρονικά με την επέτειο θανάτου του Νίκου Καββαδία. Αν ο Καββαδίας είχε πεθάνει τρεις μήνες αργότερα, μάλλον δεν θα είχα το φτιάξει!

0 + ∞

Μαθηματικά σύμβολα ενός προβλήματος που ψάχνει τις πιθανές του λύσεις. Κάποτε οραματίστηκαν την μία και μοναδική του λύση, τώρα εξετάζουν και το ενδεχόμενο να είναι άλυτο. Από τον άκρατο καπιταλισμό της προηγούμενης ανάρτησης ας περάσουμε σε κάτι πιο “ανθρώπινο”. Όσο διάβαζα το βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ (Καίστλερ, στην έκδοση που έχω, προτίμησα όμως το πιο διαδεδομένο) δύο βιβλία τριγύριζαν συνεχώς στο μυαλό μου – “Το βιβλίο της Εξουσίας” του Κάφκα (εκείνο το θεσπέσιο πολύτομο έργο που περιλαμβάνει όλες τις εκφάνσεις και διακυμάνσεις της εξουσίας σε κεφάλαια με τίτλους όπως “Δίκη”, “Ο Πύργος”, “Μεταμόρφωση”, “Αμερική” κ.α. !!) και το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, την βαθιά πολιτική αλληγορία που καταδεικνύει πως κάποιος είναι ικανός να θυσιάσει την ζωή του για μια κούφια ιδεολογία.

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!