Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι Έλληνες είμαστε τεμπέλ


Είδες; Η προκατάληψη καλά κρατεί. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Σηκωθείτε από καναπέδες, κρεβάτια, ντιβανοκασέλες, φορέστε στραβά το (κίτρινο) γιλεκάκι και βγείτε στους δρόμους με όπλα στους ώμους. Ή μήπως όχι; Ωχ αδερφέ μου, ποιος τρέχει τώρα! Ψιλοβαριέμαι! […] «Η δράση είναι συνώνυμο της προόδου, η εργασία προϋπόθεση της καταξίωσης, η σκέψη αιχμάλωτη του θετικισμού. «Άνευ όρων, άνευ ορίων» η κοινωνία διατυπώνει αιτήματα, ορίζει δικαιώματα, κυρώνει υποχρεώσεις: ένας ολόκληρος νέος κόσμος οραματίζεται, ανακαλύπτει, εξερευνά τις νέες ουτοπίες. Το «σύνδρομο της ουτοπικής σκέψης» είναι διάχυτο, σχεδόν ολοκληρωτικό, καθώς οι αριστοκρατικές δομές και παραδόσεις δίνουν σταδιακά τη θέση τους (συχνά, όχι πρόθυμα) στον αστικό ριζοσπαστισμό (κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό) που αναδύεται μέσα από επαναστάσεις και εξεγέργεις («Aux armes, citoyens!» προτρέπει η «Μασσαλιώτιδα»), που άλλες θα πνιγούν στο αίμα, άλλες θα εμπεδώσουν κράτη-έθνη και άλλες θα εκθρέψουν τον ιακωβινισμό ή την τρομοκρατία». Ποια η θέση του αργόσχολου μέσα σ’ όλα αυτά; Άκου μάνα, αυτό το βιβλίο γράφτηκε για σένα, για όλες εκείνες τις φορές που είπες τον γιο σου τεμπελχανά και αχαΐρευτο. Θα στο κάνω δώρο στις γιορτές – μόνο μην μου πεις ότι βαριέσαι να το διαβάσεις. 

Τα μικρά δοκίμια των Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον και Καζιμίρ Μαλέβιτς φαίνεται να εκπηγάζουν από «Το δικαίωμα στη τεμπελιά» του Πολ Λαφάργκ αλλά οι κοίτες τους ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές. Ας τα πάρω ξεχωριστά και με τη σειρά – δεν είμαι και τόσο τεμπέλης. Ο Στήβενσον με το γνώριμο πλέον παθιασμένο και ευθύβολο ύφος του, γράφει μία απολογία που θα μπορούσε να συνοψιστεί στην ακόλουθη υπέροχη φράση του: «Δεν υπάρχει υποχρέωση πιο υποτιμημένη, από την υποχρέωση της ευτυχίας» (ενδεχομένως και υπερτιμημένης, αν την μελετήσεις σε άλλο συγκείμενο, όπως αυτό που στηλιτεύει ο Στήβενσον στο κείμενό του). Διυλίζοντας από την μια τα καλύτερα μέρη της επικούρειας φιλοσοφίας (όπως ήταν ή όπως εμείς πιστεύουμε πως ήταν) και λοξοκοιτώντας το σύμπαν, από την άλλη (όπως θεωρούσε ο Φόρστερ ότι έκανε ο Καβάφης: «(…) έχει μια λοξή ματιά προς το σύμπαν»), μας υπενθυμίζει τα πλέον αυτονόητα, ότι το να είναι κανείς αργόσχολος είναι το μεγάλο Θεώρημα της Βιωσιμότητας της Ζωής

[…] «Η υπεραπασχόληση, στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο, στην εκκλησία ή στην αγορά, είναι σύμπτωμα ανεπαρκούς ζωτικότητας· η ικανότητα για φυγοπονία υποδηλώνει την επιθυμία για το καθολικό και μια ισχυρή αίσθηση προσωπικής ταυτότητας. Υπάρχει γύρω μας ένα είδος νεκροζώντανων, ζεμένων στον ζυγό ανθρώπων, που μόλις και μετά βίας συνειδητοποιούν ότι ζουν, εκτός και αν απασχολούνται με κάτι ολωσδιόλου συμβατικό. Φέρε αυτούς τους τύπους στην εξοχή, ή μπαρκάρισέ τους σ’ ένα πλοίο και θα δεις πώς μαραζώνουν μακριά από το γραφείο ή το σπουδαστήριό τους. Δεν έχουν περιέργεια· δεν μπορούν να αφεθούν στις τυχαίες προκλήσεις· δεν αντλούν καμιά ευχαρίστηση από την άσκηση των φυσικών τους ικανονήτων· και αν η Αναγκαιότητα δεν τους κέντριζε με το ραβδί της, θα μπορούσαν να μείνουν εντελώς ασάλευτοι». 

Στον αντίποδα (του βιβλίου), ο Μαλέβιτς ο οποίος με το «Μαύρο τετράγωνο» παρουσίασε το άκρον άωτον της τεμπελιάς, μας διακηρύττει ότι η τεμπελιά είναι η πραγματική αλήθεια του ανθρώπου – και τον πιστεύουμε, εννοείται! Καθώς ο Μαλέβιτς υπήρξε στρατεύμενος καλλιτέχνης, τουλάχιστον μέχρι να… αποστρατευθεί, η θεωρία του συνορεύει αρκετά με τα σοσιαλιστικά ιδεώδη και θυμίζει περισσότερο το κείμενο του Λαφάργκ από όσο το κάνει ο Στήβενσον, παρόλα αυτά δεν στερείται πάθους και οξυδέρκειας. Ωστόσο, το κείμενο του Μαλέβιτς μού φάνηκε πολύ διφορούμενο και πολιτικό για τα γούστα μου, σαν να διάβαζα την «Φάρμα των ζώων», και έτσι και γιουβέτσι, φαίνεται ότι το 1921 που γράφτηκε ήταν ακόμα υπό την επήρεια της κομματικής ντόπας. Τέλος πάντων, το ζουμί της υπόθεσης είναι ότι «το χρήμα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα κομματάκι τεμπελιάς» και ο άνθρωπος είτε βρίσκεται στο σύστημα του καπιταλισμού είτε στο σοσιαλιστικό σύστημα στοχεύει στην πραγματική αλήθεια που είναι η τεμπελιά. Στοιχηματίστε σε ποιο από τα δύο οικονομικά συστήματα πίστευε ο Μαλέβιτς για την επίτευξη του στόχου! 

[…] «Ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός έχουν την ίδια έγνοια: να φτάσουν στη μοναδική αλήθεια της ανθρώπινης κατάστασης: την τεμπελιά. Αυτή είναι η αλήθεια που κρύβεται βαθιά στο υποσυνείδητο, αλλά – ποιος ξέρει γιατί – κανείς δεν την παραδέχεται και πουθενά δεν υπάρχει το παραμικρό εργασιακό σύστημα που να έχει για σλόγκαν: «Η αλήθεια της προσπάθειάς σου είναι ο δρόμος προς την τεμπελιά». Αντ’ αυτού, υπάρχουν παντού σλόγκαν που εγκωμιάζουν την εργασία, από όπου προκύπτει ότι η εργασία είναι αναπόφευκτη, ότι είναι αδύνατον να την καταργήσουμε, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς είναι που επιδιώκουν τα σοσιαλιστικά συστήματα: να ξαλαφρώσουν τον άνθρωπο από την εργασία. Όσο περισσότεροι άνθρωποι θα εργάζονται τόσο λιγότερες ώρες εργασίας θα υπάρχουν, άρα περισσότερες ώρες αργίας». 

Τεμπέληδες όλου του κόσμου ενωθείτε!! Η αλήθεια είναι ότι προτιμώ τον Μαλέβιτς περισσότερο ως ζωγράφο παρά ως στοχαστή. Όσοι μένετε Θεσσαλονίκη να επισκεφτείτε την «Μονή Λαζαριστών» και την ενδιαφέρουσα και μόνιμη «Συλλογή Κωστάκη» που έφερε στην επιφάνεια πολλά έργα του Μαλέβιτς. Εννοείται ότι τα σπουδαιότερα έργα του δεν βρίσκονται εδώ – σιγά μην βρίσκονταν! Σε αυτό το σημείο, ως γνήσιος αργόσχολος, θέλω να κάνω μια παρέκκλιση. Σήμερα βρέθηκα σε ένα σεμινάριο στο «Μακεδονικό μουσείο σύγχρονης τέχνης» και εκεί έμαθα από τους φορείς του μουσείου ότι θα δημιουργηθεί ένας ενιαίος φορέας 5 μουσείων (που θα περιλαμβάνει και μεμονωμένες μετονομασίες ήδη γνώριμων ιδρυμάτων, όπως του μουσείου στη «Μονή Λαζαριστών») και θα φέρει την γενική ονομασία «Momus»! Όταν αναφέρθηκε προβοκατόρικα από κάποιον ότι αυτό… κάτι θυμίζει, οι φορείς παραδέχθηκαν με χαρά ότι αυτός ήταν και ο στόχος τους. Εγώ δεν συμφωνώ με αυτό, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να παραπέμπει στο «MoMA» (ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι και το όνομα που σκέφτηκαν είναι αρκετά εύηχο). Είναι πλέον τόσο δύσκολο να σκεφτείς κάτι πρωτότυπο ή έστω να προσποιηθείς ότι το σκέφτηκες; Τόση τεμπελιά πια! 

Το μικρό και κομψό βιβλιαράκι είναι από τις εκδόσεις «Ποταμός» σε πάντοτε καλαίσθητη εμφάνιση. Το δοκίμιο του Στήβενσον μετέφρασε η Κατερίνα Σχινά (συν ένας δικός της πρόλογος), ενώ το αντίστοιχο του Μαλέβιτς η Σόνια Βλάντη. Ένα εισαγωγικό σχόλιο, μέρος του οποίου αντιγράφω στην αρχή της ανάρτησης, έκανε και ο Κώστας Καλφόπουλος. Για μένα, το δοκίμιο του Στήβενσον αποδείχθηκε ψυχωφελές ανάγνωσμα και χαίρομαι που κατάφερα και το διάβασα χωρίς να με πιάσει η γνώριμη τεμπελιά μου. Δεν ξέρω κάτα πόσο είστε ευεπίφοροι σε ξένες ιδέες ή επιμένετε να σκέφτεστε (καθαρόαιμα) ελληνικά, γιατί και εμείς, στην τελική, δεν πρέπει να ξεχνάμε και αυτό που λέει ο θυμόσοφος λαός μας, «Δουλειά δεν είχε ο διάολος...» και είναι πασίγνωστο ότι η Ελλάδα… τα παιδιά της! 

[…] «Κατά συνέπεια, αν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος παρά μόνο μένοντας αργόσχολος, αργόσχολος πρέπει να παραμείνει».


Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.