Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Όχι τάδε. Έφη.


Ο κανόνας ήταν σαφής και απαράβατος – πάντα διάλεγα πρώτα τον συγγραφέα και μετά, εφ' όσον υπήρχαν περισσότερες μεταφράσεις, διάλεγα εκείνη που μου φαινόταν καλύτερη και του γούστου μου. Μόνο μια μεταφράστρια με έκανε να παραβώ τον κανόνα. Η Έφη Καλλιφατίδη είχε το όνομα είχε και την χάρη. Το όνομά της στο εξώφυλλο αποτελούσε την εγγύηση μιας καλής μετάφρασης αλλά παραδόξως δεν σταματούσε εκεί το πράμα, κάτι ακόμα συνέβαινε στο παρασκήνιο. Οι καλοί μεταφραστές είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε έναν αναγνώστη, η ευγνωμοσύνη μας απέναντί τους μπορεί τις περισσότερες φορές να είναι βουβή, είναι όμως αδιαμφισβήτητη. Ποτέ όμως δεν αντιμετωπίζουμε έναν μεταφραστή με το κύρος και τον σεβασμό που θα δείχναμε σε έναν μεγάλο συγγραφέα, τον Ίταλο Σβέβο ας πούμε. Γιατί όχι; Μήπως θα έπρεπε; Επιτρέψτε μου μια προσωπική ιστορία.

Μπορεί η Έφη Καλλιφατίδη να έχει μεταφράσει βιβλία και συγγραφείς που αγαπώ, «Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι» του Λόρενς Στερν, «Γουάιτ τζάκετ» του Χέρμαν Μέλβιλ, «Το σπίτι με τα εφτά αετώματα» του Ναθάνιελ Χόθορν ή το «Μαρκοβάλντο» του Ίταλο Καλβίνο. Στον αντίποδα έχει μεταφράσει και βιβλία που βαριέμαι θανάσιμα, όπως τα μυθιστορήματα του Ουμπέρτο Έκο. Ή ακόμα και αδιάφορα (τουλάχιστον μέχρι να αρχίσω να ενδιαφέρομαι) όπως «Το ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς». Εκνευρίζομαι που έχω την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» σε διαφορετική μετάφραση από τη δική της. Θαλασσοδέρνομαι εδώ και χρόνια μέχρι να βρω το «Νοστρόμο» σε δική της μετάφραση ή έστω να το βρω, μιας και παρότι ο Κόνραντ υπήρξε από τους πολύ αγαπημένους μου συγγραφείς, έχω ακόμα βασικές ελλείψεις, το ομολογώ.

Εκείνο που με εντυπωσίασε είναι ότι κάποια στιγμή έγινε ένα κλικ (ή κρακ!) στο μυαλό μου και έκτοτε όποτε έβλεπα το όνομά της σε βιβλίο ψιλοάγνωστο σε μένα, κοντοστεκόμουν, δεν μπορεί, για να το επέλεξε αυτή κάτι θα ξέρει. Νόμιζα ότι το επέλεξε η ίδια. Και ίσως να το επέλεξε. Για μένα, θεωρώ ότι, το επέλεξε. Για μένα το επέλεξε! Έτσι έμαθα το βιβλίο του Μπέπε Φενόλιο, άγνωστου συγγραφέα σε μένα. Ή τον «Άγιο καπνό» του Γκιγιέρμο Ινφάντε, πολύ πριν μάθω ότι αυτός είναι ο συγγραφέας του τρελού μυθιστορήματος (περίμενε στην σειρά σου, γαμώτο) «Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις» – εγώ δεν καπνίζω, πώς κατέληξα να αγοράσω τέτοιο βιβλίο; Holy smoke!, θα τρελαθώ εντελώς. Κάπου το έχω δανείσει αυτό το βιβλίο αλλά θα το ξαναπάρω στα χέρια μου και τότε θα το διαβάσω με ανανεωμένο ενδιαφέρον.

Πριν έναν χρόνο γίναμε φίλοι και στο facebook – όσοι θέλετε μπορείτε να βάλετε το “φίλοι” σε εισαγωγικά όπως προστάζει η ιντερνετική πολιτική κορεκτίλα, έτσι και αλλιώς ήμασταν φίλοι, πολύ πριν το υποψιαστούμε και οι δύο. Ανταλλάξαμε μερικές ζεστές κουβέντες, και συμμετείχαμε σε κάποιες προπαρασκευαστικές συζητήσεις που έφεραν στην επιφάνεια το θέμα της ελλιπέστατης μετάφρασης της «Συνείδησης του Ζήνωνα» και το γεγονός ότι η Έφη Καλλιφατίδη έχει μία μετάφρασή του στα συρτάρια της εδώ και πολλά χρόνια. Αυτό ήταν ένα παράπονό της που έψαχνε διέξοδο, μάλιστα οι συμμετέχοντες στην συζήτηση προτείναμε να γίνει περιορισμένη ιδιωτική έκδοση και όσοι ενδιαφερόμαστε για τον Σβέβο να αγοράσουμε τα αντίτυπα. Ακόμα περισσότερο, επιφόρτισε έμενα (μαζί με άλλους) αν θέλουμε να αντιγράψουμε σε ηλεκτρονική μορφή τα χειρόγραφα κομμάτια της μετάφρασης. Ποιος θα ανέθετε αυτό σε έναν ουσιαστικό άγνωστό της, αν δεν διέθετε την ζεστασιά και την καλοσύνη όλου του κόσμου;


Η ευχάριστη είδηση ήρθε λίγες μέρες αργότερα όταν μας ανακοίνωσε ότι οι εκδόσεις Αντίποδες ενδιαφέρθηκαν για την μετάφρασή της. Η Έφη έταζε με χαρά υπογεγραμμένα αντίτυπα δεξιά και αριστερά. Ναι, το ήθελα πολύ ένα υπογεγραμμένο αντίτυπο, περισσότερο όμως θα ήθελα να συνέχιζε να βάζει την υπογραφή της σε δεκάδες ακόμα βιβλία. Και η αδυναμία της αυτή, με πληγώνει βαθύτατα, στο υπογράφω. Υπάρχει αυτό που λέμε “κύκνειο άσμα” για έναν μεταφραστή; Νομίζω ότι σε αυτήν την περίπτωση, ισχύει. Μπορεί η Έφη Καλλιφατίδη να μετέφρασε και άλλα βιβλία πριν από τον πρόωρο θάνατό της αλλά το κύκνειο άσμα της, με την αίσθηση του μεγάλου και του σπουδαίου, είναι αναμφίβολα «Η συνείδηση του Ζήνωνα» του Ίταλο Σβέβο, ένα βιβλίο και ένας συγγραφέας που αγαπούσε ιδιαιτέρως. Δυστυχώς αυτό το “σβ” του ονόματος του Σβέβο, φέρνει στα ελληνικά μυαλά κάτι το τελεσίδικο, το μη αναστρέψιμο.

Ίσως να έγραψα παραπάνω απ' όσα σηκώνει η περίσταση. Όπως λέει και ο τίτλος ενός βιβλίου του Ρέι Μπράντμπερι που μετέφρασε η Έφη, ο θάνατος είναι μοναχική υπόθεση.

Υ.Γ. 2666  Η φωτογραφία είναι από το λογαριασμό του facebook των εκδόσεων "Αντίποδες". 

Σχόλια

  1. Ίσως χρειάζεται να επιχειρήσει κανείς κάποια λογοτεχνική μετάφραση, για να μπορέσει να νιώσει, να καταλάβει, τις ικανότητες και το ταλέντο που χρειάζονται για να μεταφέρει κανείς ένα έργο. Μάλιστα οι μεταφραστές που συνδέουν το όνομά τους με το σύνολο του έργου συγκεκριμένων συγγραφέων στη δική μου αίσθηση γίνονται συγγραφείς οι ίδιοι. Κι ας τους τοποθετούμε πάντα στη σκιά τους (σαφές: η εργασία του μεταφραστή δεν αγαπά τους προβολείς). Δεν ξέρω, π.χ, πώς θα ήταν για μένα ο Σαραμάγκου, αν δεν τον προσέγγιζα μέσα από το φίλτρο της Αθηνάς Ψυλλιά. Κι έτσι, μέσα από τη διαδικασία της ανάγνωσης και του κυλίσματος του χρόνου που ζούμε μαζί τους, γίνονται σιγά σιγά, όπως κι οι συγγραφείς, πρόσωπα οικεία, φίλοι, παρουσίες ζεστές - κι ας μην τους έχουμε γνωρίσει εκ του φυσικού.
    Κάπως έτσι και με την Έφη Καλλιφατίδη. Κι όμως. Πίσω από τα "ταπεινά" γράμματα:"μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη", τώρα μια απουσία φωνάζει και πονάει.
    Ευχαριστώ για την ανάρτηση. Ο θάνατος και βέβαια είναι μοναχική υπόθεση γι' αυτούς που φεύγουν. Θέλω να πιστεύω ότι γι' αυτούς που μένουν δεν είναι. Μάλλον γι' αυτό σχολιάζω και την ανάρτηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι βέβαια, η Αθηνά Ψυλλιά έχει ταυτιστεί απόλυτα με το έργο του Σαραμάγκου, όπως και η Μαρία Παπαδήμα με τον Πεσσόα -- για να περιοριστούμε στην Πορτογαλία. Απλώς δεν μου είχε ξανατύχει μεταφραστής να «υπαγορεύει» τις αναγνώσεις μου, και μάλιστα αναγνώσεις που δεν είχα σκοπό να διαβάσω. Μόνο με την Έφη Καλλιφατίδη το είχα νιώσει αυτό.

      Να σημειωθεί ότι κάποιοι άλλοτε έγκυροι μεταφραστές με το πέρασμα του χρόνου κάπου το έχουν χάσει το παιχνίδι. Και οι μεταφραστές περνάνε (και θα έπρεπε να γίνεται) από αξιολόγηση.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .