Keeping up with the Durrells

 
Αν θα μπορούσε να υπάρξει λογοτεχνικό αντίστοιχο των Καρντάσιανς – με μια καλαισθησία ωστόσο που στερείται παντελώς το πρωτότυπο σόου – τότε αυτό το βιβλίο θα ήταν μια πιστή και ενδιαφέρουσα σύνοψη. Ο Λόρενς θα ήταν η Κιμ, ο Τζέραλντ θα ήταν η Κλόι, και τους υπόλοιπους δε θα τους ήξερε ούτε η μάνα τους, η απουσία των οποίων όμως, θα καταδίκαζε σε αποτυχία το αποτέλεσμα· έχουμε και αυτά τα παράδοξα όταν παίζουμε το παιχνίδι της δημοσιότητας. Ο χιουμοριστικός και διφορούμενος τίτλος του με τράβηξε αμέσως από την μύτη, καθότι εξυπνοπούλι. Βέβαια, όπως ανακάλυψα προσφάτως, υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καθόλου χιούμορ και μπορεί να διακρίνουν στον τίτλο ηθικά ανοσιουργήματα και λοιπές μιαρότητες, αλλά εγώ χέστηκα, του Ντάρελ είναι η οικογένεια. Αν θέλουν μπορούν να του απευθύνουν με στόμφο την ερώτηση (που φανερώνει, εκτός των άλλων, ότι έχουν ήδη πέσει θύματά της): «Διακρίνω μια ειρωνεία στον τίτλο;»
 
Σιγά το βιβλίο θα πείτε, καμία ιδιαίτερη ουσία, είναι σαν χαζοχαρούμενο χρονικό – παιδιά... είναι χρονικό! Και όπως συμβαίνει με τα χρονικά (στα χρονικά) συνήθως θεωρούνται υποδεέστερη λογοτεχνία (κάποια δικαίως) από την άλλη την επίσημη, τι να κλάσει το τσογλανάκι ο Τζέραλντ μπροστά στην ιδιοφυΐα του Λόρενς;, κάπως έτσι σκεφτόμαστε οι περισσότεροι. Όμως κάποια εξ αυτών αξίζουν την προσοχή μας, ο καθένας μας θα κρίνει για ποιους λόγους συμβαίνει αυτό. Το συγκεκριμένο βιβλίο μου άρεσε γιατί έχω επισκεφτεί πάμπολλες φορές την Κέρκυρα (και έχω μείνει και για ένα μικρό διάστημα) και οι εντυπώσεις που έχω αποκομίσει από τους κατοίκους της είναι τουλάχιστον διφορούμενες. Έτσι θέλησα να δω την Κέρκυρα μέσα από τα μάτια ενός δυτικού. Υπάρχουν χρονικά γραμμένα από ξένους συγγραφείς που περιγράφουν ξένους τόπους, από Έλληνες που περιγράφουν ξένους τόπους, από Έλληνες που περιγράφουν ελληνικούς τόπους, και από ξένους που περιγράφουν ελληνικούς τόπους – τα τελευταία νομίζω είναι τα πιο ενδιαφέροντα· ως Έλληνας θέλω να δω πώς βλέπει ένας ξένος έναν τόπο που έχω φάει με το κουτάλι. Καλώς ήρθες ξένε στον τόπο μου!
 

 
Στην περίπτωση του Ντάρελ τζούνιορ, σε αντίθεση με τον διάσημο μεγαλύτερο αδερφό του, δεν έχουμε την μυθοποίηση του τόπου και ενδεχομένως την απομυθοποίηση του σε κάποιο από τα υπόλοιπα βιβλία της «Τριλογίας της Κέρκυρας» [όσοι θέλετε να πάρετε μια ιδέα πώς αναπτύχθηκαν οι μυθοποιητικές και απομυθοποιητικές δυνάμεις του Λόρενς, δείτε μια περίληψη στο βίντεο από το 43:30 έως το 49:25 περίπου]· σίγουρα κάποιου είδους μυθοποίηση θα υπάρχει και στο βιβλίο του Τζέραλντ Ντάρελ αλλά είναι πιο «αγνή» και επιδερμική, όχι εκείνη που δημιουργείται τεχνητά και εκκωφαντικά για χάρη της υψηλής λογοτεχνίας (ή «υψηλής», γιατί κυκλοφορεί και η Αστυνομία της Σκέψης και δε θέλω να με συλλάβει ως αναρχοάπλυτο κουμάσι, και με την κατηγορία της βλασφημίας των χρηστών λογοτεχνικών ηθών και ειδών). Ο Τζέραλντ – Τζέρυ στο βιβλίο – όταν μετακομίζει με την οικογένειά του στην Κέρκυρα είναι μόλις 10 ετών και άρα εκ των πραγμάτων έχει επέλθει στο παιδικό μυαλό του μία μυθοποιητική πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων και ζωής στο νησί. Δίνοντας την μορφή βιβλίου σε μεταγενέστερο χρόνο, ελπίζει και μαζί μ' αυτόν και μεις, να έχει διατηρηθεί αρκετή από εκείνη την ανακουφιστική σωρεία αναμνήσεων.
 
[...] Μέρα τη μέρα, η μαγεία του νησιού μας τύλιγε απαλά, σαν γύρη από λουλούδια. Η κάθε μέρα είχε μια γαλήνη και μια αίσθηση έξω απ' τον χρόνο, έτσι που δεν ήθελες να τελειώσει ποτέ. Μα όταν το σκοτάδι της νύχτας έφευγε σαν φλούδι, μια καινούρια μέρα μας περίμενε, γυαλιστερή και πολύχρωμη σαν παιδική φαντασία, και με τις ίδιες έξω από κάθε πραγματικότητα αποχρώσεις.
 
Μοιραία, οι αναγνώστες θα ψάξουν να βρουν στην αφήγηση του Τζέρυ, μια πιστή και αληθινή εκδοχή του Λάρυ – Λόρενς Ντάρελ – που θα τους φέρει πιο κοντά με την (εκκολαπτόμενη) πολυσχιδή προσωπικότητα του συγγραφέα του «Αλεξανδρινού Κουαρτέτου». Αυτό όμως θα ήταν λάθος. Η λογοτεχνία μάς φλομώνει με ψέματα με σκοπό να δημιουργήσουμε μόνοι τη δική μας προσωπική αλήθεια. Δεν λειτουργεί (ευτυχώς) αντιστρόφως – οποιαδήποτε ντεμέκ αδιαμφισβήτητη αλήθεια προσφέρεται μέσα από την λογοτεχνία, είναι απλώς ένα κατάφωρο ψέμα! Ένα μέρος της αλήθειας (έξω από τα βιβλία) είναι ότι ο Λόρενς Ντάρελ αγαπούσε πολύ τον αδερφό του και τον παρότρυνε να γράψει τα βιβλία του που έγιναν στην πορεία παγκόσμιες επιτυχίες. Δεν τον καπέλωσε με την ιδιοφυΐα του, αλλά ούτε και ο Τζέρυ ένιωθε άβολα ως δεύτερο όνομα στην μαρκίζα της οικογένειας, κούρνιαζε ευχάριστα κάτω από τις λογοτεχνικές φτερούγες του αδερφού του, και τίποτα δεν τον εμπόδισε να αναπτύξει τα δικά του ταλέντα, εξάλλου
 
[...] «...είναι απλώς μια φάση... θα του περάσει στα δεκατέσσερα».
«Βρίσκεται σ' αυτήν την φάση απ' όταν ήταν δύο χρονών», παρατήρησε η Μητέρα, «και τίποτα δεν δείχνει ότι πρόκειται να την ξεπεράσει».
 
Η «φάση» του Τζέρυ που ποτέ δεν ξεπεράστηκε δεν ήταν η λογοτεχνία, ήταν τα ζώα και η φυσική ιστορία που τον μαγνήτιζε σαν κουνούπι γύρω από την αναμμένη λάμπα. Όσοι παγιδεύσαμε, μικροί, κωλοφωτιές σε ένα βαζάκι αναγκάζοντάς τες να κλάσουν και την τελευταία τους πνοή για χάρη της επιστήμης, να σηκώσουμε το χέρι! Η παιδική σκληρότητα απέναντι στα ζώα – αν δεν οδηγήσει μερικές φορές σε παρεκκλίνουσες σαδιστικές τάσεις – συνήθως οδηγεί σε μια εκτίμηση και αγάπη για τις ζωές των (άλλων) ζώων. Ενίοτε δεν οδηγεί και πουθενά, οκ, συμβαίνει και αυτό. Γενικά όμως, η συνύπαρξη των ανθρώπων με τα ζώα είναι μεγάλο μάθημα για ένα παιδί, όπως και για όλους τους ενήλικες, είτε φθάνουν στο απώτατο όριο να ξερνάνε χνουδόμπαλες μαζί με τα λατρευτά οικόσιτα ζωάκια τους είτε απλώς γιατί συνυπάρχουν αρμονικά μαζί τους και τα αφήνουν να ζήσουν την ζωή τους. Βέβαια, το ζήτημα έχει βαθιές ρίζες και μην με ρωτήσετε τώρα, γιατί κάποια τα τρώμε, το πιθανότερο είναι να δυσκολευτώ να σας απαντήσω έπειτα και από το πελώριο τσιμπούσι της Τσικνοπέμπτης! Ωστόσο, έστω και ο λίγος προβληματισμός είναι καλύτερος από τον μη προβληματισμό. Εδώ, δεν ψάχνουμε μάρτυρες κατηγορίας, ψάχνουμε συνηγόρους υπεράσπισης – «Τα ζώα είναι η μεγάλη πλειοψηφία χωρίς ψήφο και φωνή, και μπορούν να σωθούν μόνο με τη δική μας βοήθεια».
 
Έτσι λοιπόν ο Τζέρυ μαζεύει και παρατηρεί από πολύ μικρός, κάθε είδους μπάμπουρες και σαμιαμίδια (η «Μεταμόρφωση» πρέπει να ήταν από τα αγαπημένα του βιβλία!) με σκοπό να τα γνωρίσει εις βάθος και να μάθει να ζει μαζί τους. Το βιβλίο του Ντάρελ διατηρεί μια ισχνή σύνδεση, σαν παιδική ανάμνηση, με το βιβλίο του Μαεστριπιέρι που παρουσίασα πριν λίγες εβδομάδες. Η παρανόηση των ανθρώπων (που είχε επισημάνει και ο Μαεστριπιέρι στο βιβλίο του) ξεκινά από την πεποίθηση των περισσοτέρων ότι τα ζώα μοιάζουν σε μας – άκρατος ανθρωπομορφισμός! – ενώ η αλήθεια είναι ότι εμείς μοιάζουμε στα ζώα και είναι προς όφελός μας να το συνειδητοποιήσουμε όσο γίνεται γρηγορότερα. Ο Τζέραλντ Ντάρελ μοιράζει την αφήγηση ανάμεσα στα ζώα της οικογένειάς του και σε εκείνα που ζουν έξω και πέριξ της εκάστοτε κατοικίας τους – ειρήσθω εν παρόδω, η βερυκοκιά βίλα που περιγράφεται στο δεύτερο μέρος, βρίσκεται στο λόφο πάνω από την υπέροχη παραλία «Κερασιά» στο βόρειο τμήμα της Κέρκυρας, μην λησμονήσετε να την επισκεφτείτε την επόμενη φορά – την παραλία, μωρέ! Το βιβλίο μετεωρίζεται διαρκώς ανάμεσα σε ευθυμογράφημα και ημερολόγιο φυσιοδίφη, πότε κερδίζοντας μια μερίδα αναγνωστών, και πότε χάνοντας μια άλλη. Ο τρόπος αφήγησης όμως είναι ευχάριστος και ηλιόλουστος, οργιώδης και ευμετάβλητος, σαρκαστικός και πυκνόφυτος, ακριβώς σαν το κλίμα της Κέρκυρας που αντιλαμβάνεται και ένας «εγχώριος τουρίστας». Αυτή δεν ήταν μια άνοιξη για τους τύπους, με μισή καρδιά· όλο το νησί παλλόταν, σαν να είχε αντηχήσει μια δυνατή συγχορδία που όλοι και όλα την είχαν ακούσει, κι ανταποκρίνονταν. Στην τελική, αν γουστάρετε Αιγαίο, διαβάστε Γκάτσο, that' s simple!
 
Η μετάφραση του βιβλίου αποδείχθηκε εξαιρετική ομαδική δουλειά – πράγμα σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα του «φτιάξ 'το μόνος σου» – και ανήκει στις κυρίες Μαρίνα Δημητρά και Δήμητρα Σίμου. Οι γλαφυρότατες μεταφορές του Τζέραλντ Ντάρελ με τις λυρικές κορυφώσεις τους αποδόθηκαν θαυμάσια. Αντιθέτως η έκδοση του «Καλειδοσκοπίου» δε ξέρω πόσο θα φτουρίσει στα χέρια των αναγνωστών πριν αποδημήσει εις Κύριον. Λεπτό χαρτί και ντελικάτο χάρτινο εξώφυλλο που αν δεν είχα δανειστεί το βιβλίο από βιβλιοθήκη και το είχα πληρώσει (ευτυχώς δεν ξέρω πόσο κάνει, μην μου το πείτε), ίσως να γινόμουν πολύ πικρόχολος. Γενικά οι εκδόσεις με ελαφρύ χαρτί εφημερίδας, κλπ, δεν με χαλάνε εξ ορισμού, μάλιστα τις απολαμβάνω γιατί κάνουν την ανάγνωση παιχνιδάκι. Εκεί που τα χαλάμε είναι στην τιμή. Καθώς επίσης και στην εντύπωση που σχηματίζω ότι αυτές οι εκδόσεις υποβιβάζουν το εκάστοτε βιβλίο σε αναλώσιμο είδος. Φερ' ειπείν, δε θα ήθελα να έχω το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» σε τέτοια έκδοση, τώρα, για το πονηματάκι του βενιαμίν Ντάρελ, ας πάει και το παλιάμπελο! Είναι κρίμα όμως μερικοί εκδότες να καθορίζουν, τρόπον τινά, την ποιότητα ενός βιβλίου, πριν καν εκείνο διαβαστεί, τέλος πάντων. Στο υπαινικτικό εξώφυλλο, (μάλλον) ένας μπούφος που κοιτάζει κατάματα... έναν άλλον;;! 
 

 
Δεν νομίζω να διαβάσω τα υπόλοιπα μέρη της τριλογίας (το δεύτερο μέρος εκδόθηκε πρόσφατα, επίσης από τις εκδόσεις «Καλειδοσκόπιο»), αν και δεν το ξέρω με σιγουριά, καθότι ετούτο το βιβλίο αποδείχθηκε απολαυστικό ανάγνωσμα. Αν μη τι άλλο, σου δείχνει ότι από όλα τα ζώα, μόνο οι άνθρωποι παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο στα σοβαρά (μην μου πείτε ότι τα υπόλοιπα ζώα δεν έχουν συνειδητοποίηση του εαυτού τους, δεν είναι αυτό το θέμα μας!!) και θα άξιζε για μερικές ώρες να χαθούμε σε κείνες τις αλλοτινές παιδικές αναμνήσεις που χαρχαλεύαμε κάθε βρωμερή μπούρδα που βρίσκαμε στον δρόμο. Η ρουφιάνα η νοσταλγία αργεί να πεθάνει, καμιά φορά καθυστερεί περισσότερο και από την ίδια την ελπίδα. Δώστε το και στα παιδιά σας να το διαβάσουν, τα οποία πάντα ετοιμόλογα θα σας πουν, «Μα πώς έβρισκε χωρίς εφαρμογή τόσα πόκεμον; Ίσως να έχανε υπερβολικά τον χρόνο του με εκείνα της χαμηλότερης αξίας, αφήνοντας να του ξεφύγουν τα πιο πολύτιμα. Άσχετος!». Μην κρυφογελάτε δικαιωμένοι, εννοείται πως κάθε πέρσι και χειρότερα, τότε πεθαίναμε σαν τις μύγες. Εμβολιάστε τα, ΖΩΑ! 
 
[...] «Τι αριστοτεχνική υποτίμηση της πραγματικότητας», είπε τελικά. «Έχεις πάντα έτοιμη τη σωστή κοινοτοπία για να περιγράψεις μια καταστροφή. Πόσο ζηλεύω την ικανότητά σου να μην μπορείς να εκφραστείς όταν χτυπάει η Μοίρα».
 
Ακόμα ακόμα, διαβάστε το και για αυτό το εύηχο «The Corfu Trilogy» που έκτοτε κοσμεί την διεθνή βιβλιογραφία, δείτε το και λίγο πατριωτικά, γαμώτο μου, όταν οι άλλοι έγραφαν βιβλία εμείς τρώγαμε βελανίδια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.