Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο αχόρταγος

 
[May I Have Your Attention, Please? Ό, τι ακολουθεί είναι το χρονικό μιας αποτυχημένης ανάγνωσης και ενός επιτυχημένου κειμένου. Θυμήθηκα το βιβλίο «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει» (που δεν έχω διαβάσει) και λέω, γιατί όχι; Να μια ευκαιρία να μιλήσω για ένα βιβλίο που άφησα ημιτελές. Καλά εντάξει, με καταλάβατε, είμαι λεξιλάγνος· με μια ναρκισσιστική φιλαυτία πλανώμαι (πλάνην οικτρά) πάνω από την λίμνη των λέξεών μου και βουτάω περιπαθώς στο βάθος των σκέψεών μου κραυγάζοντας γεμάτος ενθουσιασμό και μπουρμπουλήθρες... Τι έγραψμπρρμπλ παλμπρ ο πούστμπμπρλμπ! Ορίστε, σας έβαλα χωρίς να το θέλω στο λογοτεχνικό μου εργαστήρι – οι αναρτήσεις μου γράφονται παράλληλα με την ανάγνωση γι' αυτό και πλημμυρίζουν ενθουσιασμό ή απέχθεια. Ποτέ δε θα διαβάσετε από μένα την κατασταλαγμένη μετριότητα των αντικειμενικών (μπρρ) κριτικών. Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να το στείλω στον κάλαθο των αχρήστων αλλά νομίζω (και θα το διαπιστώσετε και εσείς αν συνεχίσετε την ανάγνωση) ότι αυτό το κείμενο αξίζει να διασωθεί. Τα συμπεράσματα είναι αναπόφευκτα κάπως πρωθύστερα, αφού δεν ολοκλήρωσα την ανάγνωση αλλά είμαι βέβαιος ότι μέχρι το τέλος δε θα άλλαζαν και ιδιαίτερα μορφή, καταστάλαξαν μέσα μου πριν τα γράψω, αμ πώς! Οι αναρτήσεις (δύο στον αριθμό) θα παρουσιαστούν όπως αρχικά είχαν σχεδιαστεί. Πολλά χρόνια είχε να μου τύχει να εγκλωβιστώ σε ψυχαναγκαστική ανάγνωση και, ακριβώς όπως θυμάμαι ότι συνέβη και την τελευταία φορά, αρνήθηκα ψυχαναγκαστικά να ενδώσω σε ανόητους ψυχαναγκασμούς. Η ανάγνωση σταμάτησε οριστικά στην σελίδα 138 – η συζήτηση όμως σχετικά με το γιατί σταμάτησε, μπορεί κάλλιστα να συνεχιστεί.]

Ο όρος «βιβλιοφάγος» χρησιμοποιείται καταχρηστικά – προφανώς, κανείς δεν τρώει βιβλία, ελπίζω δηλαδή, είναι δύσκολες οι εποχές που διανύουμε, αδέρφια. Και μεταφορικά όμως χωλαίνει γιατί τι βιβλιοφάγος είσαι αν δεν έχεις διαβάσει την «Αδηφαγία». Ένα βιβλίο με την αύρα του δύσκολου που είχα φάει μια μπουκιά πριν χρόνια και την έφτυσα αηδιασμένος. Τότε όμως ήμουν ένας άγευστος αναγνώστης που νόμιζα ότι ο Πύντσον είναι μολυσματική ασθένεια (κατά έναν περίεργο τρόπο, δεν έπεσα πολύ έξω σ' αυτό) και ο Τζόυς ένας φιλόνικος ζωγράφος που από νεαρή ηλικία έχει βαλθεί να φιλοτεχνεί ξανά και ξανά τις αυτοπροσωπογραφίες του (ούτε και σ' αυτό έπεσα πολύ έξω). Προσφάτως, το εκλεκτικό μπλογκ Ficciones έριξε την πρόταση στο τραπέζι και εγώ πέρασα αμέσως την πετσέτα στο λαιμό – μπορεί και να μου χρειαστεί να πνιγώ μ' αυτήν, ποιος ξέρει! Γιάμι γιάμι ή μπλιαχ; Στρωθείτε, σερβίρωωω... 
 

 
Κάποιοι ίσως έχετε βαρεθεί να με βλέπετε να κάνω (ενδεχομένως και άκαιρες) αναγωγές στον Τζόυς και στον Πύντσον. Αφ' ενός το κάνω γιατί με διασκεδάζει, αφ' ετέρου γιατί ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας σε πολλαπλά επίπεδα περνάει μέσα από αυτούς τους δύο – και γενικά, σε αντίθεση με πολλούς άλλους αναγνώστες, εμένα μου αρέσει να διυλίζω την κάμηλον και να καταπίνω τον κώνωπα (στο δεύτερο, σπάω το ρεκόρ μου, σχεδόν κάθε καλοκαίρι!). Στην περίπτωση της «Αδηφαγίας» ωστόσο, η αναφορά στους δύο προαναφερθέντες συγγραφείς δεν είναι καθόλου άκαιρη. Πριν επεκταθώ, ας ξεκαθαρίσω κάτι. Τα βιβλία του Τζόυς και του Πύντσον ορθώς θεωρούνται δύσκολα και απαιτητικά, όμως, πρέπει να ξέρουμε ότι υπάρχουν πάμπολλα δύσκολα και απαιτητικά βιβλία εκεί έξω, που ούτε καν υποψιαζόμαστε την κόλαση που ετοιμαζόμαστε να διασχίσουμε. Εννοώ ότι είναι κάπως άδικο να «δαιμονοποιούμε» τους Τζόυς/Πύντσον χρεώνοντάς τους μια επιπρόσθετη δυσκολία, που το μόνο που καταφέρνει είναι να επιτείνει την δική μας δυσκολία να απολαύσουμε τα βιβλία τους.
 
[...] Και τι άλλο ήταν αυτή η δική του εκδοχή της αξιοπρέπειας, παρά η πραγμάτωση της εξέγερσης (...) κι έπειτα απ' όλα αυτά να πορευτεί με το κεφάλι ψηλά. Κι έπειτα ήρθε η άρνηση αυτής της αξιοπρέπειας με τη μορφή ενός ξεδιάντροπου θηλυκού και της ηδονής που συνδεόταν με την ίδια τούτη άρνηση. Όμως πώς είχε φτάσει αυτό το θηλυκό να συμβολίζει την ανατροπή των παλιών, προσωπικών, υπαγορευμένων ιδεωδών; Θα μπορούσε στ' αλήθεια να «μάθει τη ζωή» μέσω εκείνης και παρ' όλα αυτά να παραμείνει συνεπής απέναντι στον εαυτό του; Τρομακτικό, αλλά απολαυστικό. Τέλος πάντων. 
 

 
Η τελευταία φράση του αποσπάσματος συμπυκνώνει σχεδόν όλο το «Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία» του Τζόυς. Ο επαναστατημένος ιδιοφυής νέος που αρχίζει να αντικρίζει με απολαυστικό τρόμο την πραγματικότητα και διστάζει μπροστά στο χαμό της ιδεαλιστικής νιότης του. Οι πρώτες σελίδες του Βιτκίεβιτς θυμίζουν πολύ έντονα εκείνον τον πρώιμο Τζόυς. Πού είναι ο Πύντσον, θα μου πείτε τώρα. Ο Πύντσον τότε ήταν σπέρμα στ' αρχίδια του μπαμπά του – να μου συγχωρεθεί αυτή η χυδαιότητα αλλά παραδόξως αποτελεί και μία αλλόκοτη λογοτεχνική παρομοίωση για την μετέπειτα εξέλιξή του, μην το αρνείστε! – όταν έγραφε το βιβλίο του ο Βιτκίεβιτς. Όμως διαβάζοντας πρώτα τα έργα του Πύντσον και τώρα ετούτο του Βιτκίεβιτς διαπιστώνω κάποιες ωραίες συγγένειες. Το βιβλίο του Βιτκίεβιτς κατακλύζεται από αλόγιστη μα σαγηνευτική χρήση επιθέτων, από φευγάτες παρομοιώσεις, αλλόκοτες μεταφορές, παράνοια, ό, τι δηλαδή αντιλαμβάνεται πρώτα ένας νέος αναγνώστης του Πύντσον. Επίσης, διακρίνεται και μια στενή σχέση με την ασυνήθιστη χρήση της Ιστορίας που κάνουν και οι δυο συγγραφείς.
 
«Οι ψευδαισθήσεις του ψευδο-ατομικισμού μαίνονται σαν ένας απειλητικός μικρός όγκος στο κωματοειδές πρησμένο κουφάρι της κοινωνίας λίγες στιγμές πριν την τελική έκρηξη της ιστορίας», όπως θα έλεγε ο Αφανάσολ Μπενζ, θεωρητικός της λογικής.
 
Και τώρα που το φέραμε απ' όξω απ' όξω άντε να (καταφέρουμε να) πούμε τι πραγματεύεται τελικά η «Αδηφαγία». Εδώ είναι που ισχύει η φράση «Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς»! Καλύτερα ας τα πει ο Librofilo που έχει πιο δομημένη σκέψη από την δική μου. Θα συμφωνήσω απόλυτα (πιο απόλυτα δεν γίνεται, είμαι απόλυτος σ' αυτό) μαζί του όταν αναφέρει ότι ο εκδότης όφειλε να έχει συμπεριλάβει μία εισαγωγή και ένα επίμετρο για το συγκεκριμένο βιβλίο. Με αφορμή αυτό, θυμήθηκα μια σχετική συζήτηση στο φβ όπου έγραφα κάτι ανάλογο και νομίζω ότι αξίζει να αναπαραχθεί: «Επίσης, λογοτεχνία δεν σημαίνει απαραίτητα αποθέωση της αφήγησης. Είναι πολύ επιφανειακή αντίληψη αυτή. Το ότι ενδεχομένως απολαμβάνουμε τον Σελίν χωρίς ιδιαίτερη εξωτερική βοήθεια, δεν σημαίνει ότι έτσι θα έπρεπε να είναι όλη η λογοτεχνία. Ένα μέρος αυτής, θα μπορούσε να είναι και έτσι, αλλά το κάτω μέρος του παγόβουνου της Λογοτεχνίας δεν είναι έτσι, και αυτό που μας νοιάζει κατά την διάρκεια της αναγνωστικής πλεύσης είναι να μην συγκρουστούμε πάνω του. Οι υποσημειώσεις είναι πάντα προς όφελός μας». Στο βιβλίο του Βιτκίεβιτς, καλύτερα να μην σας πω με τι σαπιοκάραβο πλέουμε γύρω από τα παγόβουνα, για να να μην σας χαλάσω τ' όνειρο... τουλάχιστον, με ένα επίμετρο θα μπορούσα να σας ξηγήσω τ' όνειρο! 
 

 
«(...) η λογοτεχνία μεταφέρει πολύ περισσότερο νόημα, επειδή εκεί τουλάχιστον υπάρχει μια αφήγηση βασισμένη στην εμπειρία που την προκαλεί. Μπορείς να ανακατέψεις αδίστακτα αυτό το υλικό, που σου προσφέρεται έτοιμο στο πιάτο, ζεστό και ζουμερό...»  
[...] «Η μορφή», επανέλαβε, «η μορφή ζωντανεύει το Μυστήριο της Ύπαρξης! Όλα τα υπόλοιπα είναι σκοτάδι. Οι ιδέες είναι άχρηστες. Η φιλοσοφία είναι νεκρή, καθώς τώρα δεν έχει τίποτε καλύτερο να κάνει από το να χαζολογάει με τις πιο λεπτές πτυχώσεις της αιτιότητας. Οι φιλοσοφικές σχολές των πανεπιστημίων σιγά σιγά κλείνουν. Αυτό καθιστά τη μορφή το μοναδικό μέσο...»
 
Δεν σερβίρουμε άλλο, κλείσαμε κύριος. Αύριο πάλι. Σας έκοψα (πάνω σ-) την όρεξη, ε;  
 
Υ.Γ. 2666 Ο τίτλος της ανάρτησης αποτελεί και μια συνδήλωση για τα αναγνωστικά περιττώματα που αναπόφευκτα ένας βιβλιοφάγος θα καταναλώσει στη ζωή του. 
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!