Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Diamonds are forever

 
Βλέπεις Φώκνερ, είναι καλό! Εκεί έχω καταλήξει εγώ μετά από χρόνια στο λογοτεχνικό στίβο. Στύβω το μυαλό μου για να δω γιατί συμβαίνει αυτό αλλά δεν βρίσκω απάντηση – απλώς συμβαίνει. Νομίζω πως πάντα, από τα χρόνια τα παλιά, ένας χαμένος θησαυρός θα έκανε το αίμα των ανθρώπων να κοχλάζει. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο «χαμένος θησαυρός» – για μένα – είναι ένα βιβλίο και συγκεκριμένα το βιβλίο για το οποίο θα γράψω τις λέξεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Εφηβική αναγνωστική εμμονή μιας φίλης και βιβλιοπρόταση από μέρους της, γεροντική ανάγνωση και γερασμένη κριτική από μέρους μου, η λογοτεχνία χρόνια δεν κοιτά. Γραμμένο το 1898, είναι ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά εφηβικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Έριξα τα ζάρια και έφερα εξάρες!
 
Κατ' αρχάς για να ξεμπερδεύουμε νωρίς με τα ονόματα, η ταύτιση των δύο συγγραφικών επωνύμων μού προκάλεσε την εξής σκέψη: ο Τζ. Μιντ Φόκνερ μού έφερε στο νου τον Φώκνερ (ο ορίτζιναλ γράφεται πάντα... λόγω θαυμασμού... με “ω”!) όταν στην αρχή του μυθιστορήματος του περιγράφει τον τόπο που τοποθετείται η δράση, το Μούνφλιτ, ως έναν χώρο που «διοικείται» από τους Μοχιούν τους παλιούς άρχοντες του τόπου που πλέον είναι νεκροί και μόνο μέσω της ανάμνησης ή της μεταφυσικής τους δυναμικής γίνονται αντιληπτοί από τους τωρινούς κατοίκους. Όπως περίπου ο Φώκνερ τοποθετεί στην αγαπητή του Γιοκναπατούφα οικογένειες με δεσμούς αίματος και μοχθηρές σχέσεις που καταριούνται τις επόμενες γενιές είτε είναι ζωντανοί είτε νεκροί. Στο μυαλό μου είχα κυρίως το μυθιστόρημα του δεύτερου, «Αβεσσαλώμ!, Αβεσσαλώμ!»... και οι συγκρίσεις μεταξύ των δύο τελειώνουν εδώ· αν άρχισαν, ουσιαστικά, ποτέ. 
 

 
Το «Μούνφλιτ» κρατάει όλα τα καλά στοιχεία ενός εφηβικού μυθιστορήματος αφήνοντας απ' έξω όλα τα κακά – όπως ακριβώς θα ήταν και η εφηβεία όλων μας, αν έλειπαν το σχολείο και τα σπυριά. Καθόλου διδακτικό, διατηρώντας μια συνεχή σκοτεινή εσωτερικότητα, περιπετειώδες, ατμοσφαιρικό, μελαγχολικό, ερωτεύσιμο. Σαν να δανείζεται μια συμπυκνωμένη τζούρα από Πόε που δε θα πάψει ποτέ να γοητεύει κάθε έφηβο του κόσμου ετούτου.
 
[...] «Λοιπόν, Τζων, εσύ κι ο Ελζεβίρ φεύγετε από το Μούνφλιτ. Μακάρι να το έκανα κι εγώ. Όμως, τότε, ποιος θα συνόδευε τους νεκρούς στην τελευταία τους κατοικία;» είπε.
Ήμουν μισοκοιμισμένος και του απάντησα μουρμουριστά:
«Αυτός, πάντως, δεν είναι λόγος για να σε κρατά εδώ. Όλο και κάποιος άλλος θα βρεθεί να κάνει τούτη τη δουλειά».
Ήθελα να του δείξω πως δεν είχα διάθεση για πολλές κουβέντες, αυτός όμως δεν πτοήθηκε. Συνέχισε την κουβέντα του, λες και τον ευχαριστούσε ν' ακούει την ίδια τη φωνή του.
«Μου φαίνεται, αγόρι μου, πως δεν ξέρεις τι λες. Μπορεί να βρεθούν άντρες να ανοίγουν τους τάφους, όμως ποιος άλλος γνωρίζει την τέχνη να ρίχνει ελαφριές φτυαριές πάνω στο σκεπασμένο φέρετρο! Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να πετύχεις κάτι τέτοιο;»
 

 
Φυγή, λαθρεμπόριο, κυνήγι θησαυρού, μοχθηρία, θάνατος, φυλακίσεις, κατάρες, ναυάγια, συγχώρεση και πάνω απ' όλα αυτά μια δυνατή και αξέχαστη φιλία μεταξύ ενός εφήβου και ενός μεγάλου άντρα που ενσαρκώνει την πατρική φιγούρα αλλά ταυτόχρονα, την υπερβαίνει κιόλας. Και οι αναγνώστριες, θα μου πείτε, θα σκυλοβαρεθούν μ' όλα αυτά τα αντρικά παιχνίδια. Όοοοχι, υπάρχει και έρωτας, δυνατός και παντοτινός. Και μιας και πιάσαμε τα έμφυλα ζητήματα, ας ξεκαθαρίσουμε εδώ, μια και καλή, πως τα καλά βιβλία είναι πάντα άφυλα – παρακαλώ, μην τα μπερδεύετε με τα «ευνουχισμένα» βιβλία, από αυτά έχουμε πήξει!
 
[...] Δεν είχε εκείνη υποσχεθεί πως θα κρατούσε αυτό το κερί αναμμένο για να το έχουν κάθε νύχτα οι ναύτες οδηγό τους, κάθε νύχτα ώσπου εγώ να ξαναγύρναγα· δεν ήταν εκείνη που ακόμα περίμενε· δεν ήμουν εγώ που γύρναγα τώρα σ' αυτή; Μα τι γυρισμός! Όχι πια αγόρι, όχι μια αυγουστιάτικη νύχτα, μα τσακισμένος, σημαδεμένος, μέσα στη θύελλα του Νοεμβρίου! Ήταν ευτύχημα που υπήρχε ανάμεσά μας αυτό το λευκό κρόσσι, αυτός ο λευκός φραμπαλάς του θανάτου, έτσι ώστε να μη δει ποτέ εκείνη την κατάντια μου. 
 

 
Και τάβλι! Το διανοείστε; «Ρε μαλλλάκα, τάβλλλι σε αγγλλλικό βιβλλλίο;; Θα τρελλλαθώ!» Έτσι είναι δυστυχώς, τάβλι δεν είναι μόνο Θεσσαλονίκη!! Ο Τζ. Μιντ Φόκνερ ενσωματώνει το τάβλι από την αρχή του βιβλίου του, σαν μέσο διασκέδασης και στοχασμού των δύο βασικών ηρώων, που καθώς το διαβάζεις τώρα δεν προκαλεί καμία έκπληξη, μόλις αναλογίζεσαι όμως πότε γράφτηκε το βιβλίο, αρχίζεις να αναθεωρείς. Δε ξέρω πόσο συχνή ή όχι ήταν η αναφορά στο τάβλι εκείνη την εποχή, ούτε ξέρω άλλα γνωστά βιβλία που το χρησιμοποίησαν στην πλοκή τους, όμως το στοιχείο του ταβλιού στο συγκεκριμένο βιβλίο μού άρεσε πολύ, μου φάνηκε εντελώς «φεύγα»!
 
[...] Πάνω στον μπουφέ με τα ράφια βρισκόταν το τάβλι, μα τόσο σκονισμένο που δεν μπορούσες να διαβάσεις την επιγραφή που ήταν πάνω του χαραγμένη. Εγώ, όμως, δε χρειαζόμουν να τη διαβάσω· τη θυμόμουν απέξω. Και σκέφτηκα πως εμείς οι δυο υπήρξαμε άτυχοι παίχτες του παιχνιδιού της ζωής.  
 
 
Η πολύ ωραία μετάφραση είναι της Κώστιας Κοντολέων. Στην έκδοση του 1986 που έχω, μερικές φράσεις μοιάζουν να ταλαιπωρούνται από έναν μικρό ανεπαίσθητο «λόξυγγα» χωρίς να χαλάει η ομορφιά της αφήγησης· απλώς μια μικρή αλλαγή των λέξεων σε κάποιες προτάσεις θα εξαφάνιζε το πρόβλημα, ίσως να διορθώθηκε σε επόμενες εκδόσεις. Η έκδοση, φυσικά, «Καστανιώτης»! Είχατε αμφιβολίες; Μπορεί κάποιοι αναγνώστες να επικρίνουν τελευταία τον «Καστανιώτη» ότι δεν προωθεί αρκετά τα βιβλία του, δεν αφήνει να κάνουν τον κύκλο τους ώστε να προλάβει να τα μάθει ο κόσμος, έτσι χάνει λεφτά, κακό στον εαυτό του κάνει, κλπ, όμως εγώ αυτό που ξέρω είναι πως όποια πέτρα και αν σηκώσω, «Καστανιώτη» βρίσκω από κάτω. Είτε τα βιβλία του κυκλοφορούν ακόμη είτε έχουν εξαντληθεί, είτε έχουν πουλήσει αρκετά είτε όχι, το πολιτιστικό εκτόπισμα του «Καστανιώτη» είναι τεράστιο και αξίζει να εκτιμηθεί. Με πρόχειρους υπολογισμούς, τα περισσότερα βιβλία που έχω διαβάσει (και απολαύσει, σημαντικό ποιοτικό κριτήριο και αυτό) είναι από τον «Καστανιώτη». Ίσως τελικά, να μην τον ενδιαφέρει τόσο, τα βιβλία του να έχουν φανταχτερή διαφήμιση αλλά θλιβερά σύντομη ημερομηνία λήξεως, μπορεί να θέλει να μοιάζουν περισσότερο στο μέλι που δεν χαλάει ποτέ ούτε χάνει την γλύκα του – εγώ πάντως, έτσι βουτάω τα βιβλία του από τα ράφια, σαν να βουτάω τα δάχτυλά μου στο βάζο με το μέλι. 
 

 
Λατρεύω τις κλισέ φράσεις απ' όπου κι αν προέρχονται, για την αποχαυνωτική τους δύναμη μέσα στην γλώσσα. Έτσι λοιπόν, κάθε αναγνώστης δικαιούται ν' αναφωνήσει «Διαμαντάκι... το τάδε βιβλίο!», ακόμα και αν είναι ξεκάθαρο ότι είναι άνθρακας ο θησαυρός. Γούστα είναι αυτά, θα μου πείτε. Βέβαια όταν πάμε ένα διαμάντι σε έναν εκτιμητή και μας πει ότι είναι ψεύτικο, δεν φέρουμε ιδιαίτερη αντίρρηση και ίσως πάψουμε να πείθουμε πλέον και τον εαυτό μας ότι αυτό που κρατάμε έχει όντως αξία· όταν όμως πούμε για την κάθε παπάτζα-βιβλίο ότι έχει ύψιστη λογοτεχνική αξία, το θεωρούμε αδιαπραγμάτευτο και δεν ανεχόμαστε κάποιος να έρθει να κάνει την σωστή εκτίμηση! Το παράξενο βότσαλο που ανασύραμε μικροί από τις ακρογιαλιές το ανάγουμε στον πλέον πολύτιμο λίθο. Ηλίθιο! Ο υπότιτλος του βιβλίου, «Το μυστήριο του θρυλικού διαμαντιού», θα μπορούσε ίσως να διαβαστεί ως εισαγωγή ή/και ως επιμύθιο των παραπάνω σκέψεων. Διαμαντάκι, λοιπόν! Ποιος νοιάζεται περισσότερο, εξάλλου; Να κι αν είναι, να κι αν δεν είναι.
 
[...] «Σου εύχομαι το διαμάντι να σου φέρει κάθε κακό σε τούτη τη ζωή και την αιώνια καταδίκη στη μελλοντική που σε περιμένει!» 
 

 
Υ.Γ. 2666 Οι φωτογραφίες από τη Folio έκδοση είναι ευγενική παραχώρηση της «εμμονικής» φίλης – εμείς είμαστε κυρίως οικονομικά ναυάγια και σπανίως θα κρατήσουμε στα χέρια μας τέτοιες εκδόσεις-διαμάντια!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.