Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Diamonds are forever

 
Βλέπεις Φώκνερ, είναι καλό! Εκεί έχω καταλήξει εγώ μετά από χρόνια στο λογοτεχνικό στίβο. Στύβω το μυαλό μου για να δω γιατί συμβαίνει αυτό αλλά δεν βρίσκω απάντηση – απλώς συμβαίνει. Νομίζω πως πάντα, από τα χρόνια τα παλιά, ένας χαμένος θησαυρός θα έκανε το αίμα των ανθρώπων να κοχλάζει. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο «χαμένος θησαυρός» – για μένα – είναι ένα βιβλίο και συγκεκριμένα το βιβλίο για το οποίο θα γράψω τις λέξεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Εφηβική αναγνωστική εμμονή μιας φίλης και βιβλιοπρόταση από μέρους της, γεροντική ανάγνωση και γερασμένη κριτική από μέρους μου, η λογοτεχνία χρόνια δεν κοιτά. Γραμμένο το 1898, είναι ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά εφηβικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Έριξα τα ζάρια και έφερα εξάρες!
 
Κατ' αρχάς για να ξεμπερδεύουμε νωρίς με τα ονόματα, η ταύτιση των δύο συγγραφικών επωνύμων μού προκάλεσε την εξής σκέψη: ο Τζ. Μιντ Φόκνερ μού έφερε στο νου τον Φώκνερ (ο ορίτζιναλ γράφεται πάντα... λόγω θαυμασμού... με “ω”!) όταν στην αρχή του μυθιστορήματος του περιγράφει τον τόπο που τοποθετείται η δράση, το Μούνφλιτ, ως έναν χώρο που «διοικείται» από τους Μοχιούν τους παλιούς άρχοντες του τόπου που πλέον είναι νεκροί και μόνο μέσω της ανάμνησης ή της μεταφυσικής τους δυναμικής γίνονται αντιληπτοί από τους τωρινούς κατοίκους. Όπως περίπου ο Φώκνερ τοποθετεί στην αγαπητή του Γιοκναπατούφα οικογένειες με δεσμούς αίματος και μοχθηρές σχέσεις που καταριούνται τις επόμενες γενιές είτε είναι ζωντανοί είτε νεκροί. Στο μυαλό μου είχα κυρίως το μυθιστόρημα του δεύτερου, «Αβεσσαλώμ!, Αβεσσαλώμ!»... και οι συγκρίσεις μεταξύ των δύο τελειώνουν εδώ· αν άρχισαν, ουσιαστικά, ποτέ. 
 

 
Το «Μούνφλιτ» κρατάει όλα τα καλά στοιχεία ενός εφηβικού μυθιστορήματος αφήνοντας απ' έξω όλα τα κακά – όπως ακριβώς θα ήταν και η εφηβεία όλων μας, αν έλειπαν το σχολείο και τα σπυριά. Καθόλου διδακτικό, διατηρώντας μια συνεχή σκοτεινή εσωτερικότητα, περιπετειώδες, ατμοσφαιρικό, μελαγχολικό, ερωτεύσιμο. Σαν να δανείζεται μια συμπυκνωμένη τζούρα από Πόε που δε θα πάψει ποτέ να γοητεύει κάθε έφηβο του κόσμου ετούτου.
 
[...] «Λοιπόν, Τζων, εσύ κι ο Ελζεβίρ φεύγετε από το Μούνφλιτ. Μακάρι να το έκανα κι εγώ. Όμως, τότε, ποιος θα συνόδευε τους νεκρούς στην τελευταία τους κατοικία;» είπε.
Ήμουν μισοκοιμισμένος και του απάντησα μουρμουριστά:
«Αυτός, πάντως, δεν είναι λόγος για να σε κρατά εδώ. Όλο και κάποιος άλλος θα βρεθεί να κάνει τούτη τη δουλειά».
Ήθελα να του δείξω πως δεν είχα διάθεση για πολλές κουβέντες, αυτός όμως δεν πτοήθηκε. Συνέχισε την κουβέντα του, λες και τον ευχαριστούσε ν' ακούει την ίδια τη φωνή του.
«Μου φαίνεται, αγόρι μου, πως δεν ξέρεις τι λες. Μπορεί να βρεθούν άντρες να ανοίγουν τους τάφους, όμως ποιος άλλος γνωρίζει την τέχνη να ρίχνει ελαφριές φτυαριές πάνω στο σκεπασμένο φέρετρο! Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να πετύχεις κάτι τέτοιο;»
 

 
Φυγή, λαθρεμπόριο, κυνήγι θησαυρού, μοχθηρία, θάνατος, φυλακίσεις, κατάρες, ναυάγια, συγχώρεση και πάνω απ' όλα αυτά μια δυνατή και αξέχαστη φιλία μεταξύ ενός εφήβου και ενός μεγάλου άντρα που ενσαρκώνει την πατρική φιγούρα αλλά ταυτόχρονα, την υπερβαίνει κιόλας. Και οι αναγνώστριες, θα μου πείτε, θα σκυλοβαρεθούν μ' όλα αυτά τα αντρικά παιχνίδια. Όοοοχι, υπάρχει και έρωτας, δυνατός και παντοτινός. Και μιας και πιάσαμε τα έμφυλα ζητήματα, ας ξεκαθαρίσουμε εδώ, μια και καλή, πως τα καλά βιβλία είναι πάντα άφυλα – παρακαλώ, μην τα μπερδεύετε με τα «ευνουχισμένα» βιβλία, από αυτά έχουμε πήξει!
 
[...] Δεν είχε εκείνη υποσχεθεί πως θα κρατούσε αυτό το κερί αναμμένο για να το έχουν κάθε νύχτα οι ναύτες οδηγό τους, κάθε νύχτα ώσπου εγώ να ξαναγύρναγα· δεν ήταν εκείνη που ακόμα περίμενε· δεν ήμουν εγώ που γύρναγα τώρα σ' αυτή; Μα τι γυρισμός! Όχι πια αγόρι, όχι μια αυγουστιάτικη νύχτα, μα τσακισμένος, σημαδεμένος, μέσα στη θύελλα του Νοεμβρίου! Ήταν ευτύχημα που υπήρχε ανάμεσά μας αυτό το λευκό κρόσσι, αυτός ο λευκός φραμπαλάς του θανάτου, έτσι ώστε να μη δει ποτέ εκείνη την κατάντια μου. 
 

 
Και τάβλι! Το διανοείστε; «Ρε μαλλλάκα, τάβλλλι σε αγγλλλικό βιβλλλίο;; Θα τρελλλαθώ!» Έτσι είναι δυστυχώς, τάβλι δεν είναι μόνο Θεσσαλονίκη!! Ο Τζ. Μιντ Φόκνερ ενσωματώνει το τάβλι από την αρχή του βιβλίου του, σαν μέσο διασκέδασης και στοχασμού των δύο βασικών ηρώων, που καθώς το διαβάζεις τώρα δεν προκαλεί καμία έκπληξη, μόλις αναλογίζεσαι όμως πότε γράφτηκε το βιβλίο, αρχίζεις να αναθεωρείς. Δε ξέρω πόσο συχνή ή όχι ήταν η αναφορά στο τάβλι εκείνη την εποχή, ούτε ξέρω άλλα γνωστά βιβλία που το χρησιμοποίησαν στην πλοκή τους, όμως το στοιχείο του ταβλιού στο συγκεκριμένο βιβλίο μού άρεσε πολύ, μου φάνηκε εντελώς «φεύγα»!
 
[...] Πάνω στον μπουφέ με τα ράφια βρισκόταν το τάβλι, μα τόσο σκονισμένο που δεν μπορούσες να διαβάσεις την επιγραφή που ήταν πάνω του χαραγμένη. Εγώ, όμως, δε χρειαζόμουν να τη διαβάσω· τη θυμόμουν απέξω. Και σκέφτηκα πως εμείς οι δυο υπήρξαμε άτυχοι παίχτες του παιχνιδιού της ζωής.  
 
 
Η πολύ ωραία μετάφραση είναι της Κώστιας Κοντολέων. Στην έκδοση του 1986 που έχω, μερικές φράσεις μοιάζουν να ταλαιπωρούνται από έναν μικρό ανεπαίσθητο «λόξυγγα» χωρίς να χαλάει η ομορφιά της αφήγησης· απλώς μια μικρή αλλαγή των λέξεων σε κάποιες προτάσεις θα εξαφάνιζε το πρόβλημα, ίσως να διορθώθηκε σε επόμενες εκδόσεις. Η έκδοση, φυσικά, «Καστανιώτης»! Είχατε αμφιβολίες; Μπορεί κάποιοι αναγνώστες να επικρίνουν τελευταία τον «Καστανιώτη» ότι δεν προωθεί αρκετά τα βιβλία του, δεν αφήνει να κάνουν τον κύκλο τους ώστε να προλάβει να τα μάθει ο κόσμος, έτσι χάνει λεφτά, κακό στον εαυτό του κάνει, κλπ, όμως εγώ αυτό που ξέρω είναι πως όποια πέτρα και αν σηκώσω, «Καστανιώτη» βρίσκω από κάτω. Είτε τα βιβλία του κυκλοφορούν ακόμη είτε έχουν εξαντληθεί, είτε έχουν πουλήσει αρκετά είτε όχι, το πολιτιστικό εκτόπισμα του «Καστανιώτη» είναι τεράστιο και αξίζει να εκτιμηθεί. Με πρόχειρους υπολογισμούς, τα περισσότερα βιβλία που έχω διαβάσει (και απολαύσει, σημαντικό ποιοτικό κριτήριο και αυτό) είναι από τον «Καστανιώτη». Ίσως τελικά, να μην τον ενδιαφέρει τόσο, τα βιβλία του να έχουν φανταχτερή διαφήμιση αλλά θλιβερά σύντομη ημερομηνία λήξεως, μπορεί να θέλει να μοιάζουν περισσότερο στο μέλι που δεν χαλάει ποτέ ούτε χάνει την γλύκα του – εγώ πάντως, έτσι βουτάω τα βιβλία του από τα ράφια, σαν να βουτάω τα δάχτυλά μου στο βάζο με το μέλι. 
 

 
Λατρεύω τις κλισέ φράσεις απ' όπου κι αν προέρχονται, για την αποχαυνωτική τους δύναμη μέσα στην γλώσσα. Έτσι λοιπόν, κάθε αναγνώστης δικαιούται ν' αναφωνήσει «Διαμαντάκι... το τάδε βιβλίο!», ακόμα και αν είναι ξεκάθαρο ότι είναι άνθρακας ο θησαυρός. Γούστα είναι αυτά, θα μου πείτε. Βέβαια όταν πάμε ένα διαμάντι σε έναν εκτιμητή και μας πει ότι είναι ψεύτικο, δεν φέρουμε ιδιαίτερη αντίρρηση και ίσως πάψουμε να πείθουμε πλέον και τον εαυτό μας ότι αυτό που κρατάμε έχει όντως αξία· όταν όμως πούμε για την κάθε παπάτζα-βιβλίο ότι έχει ύψιστη λογοτεχνική αξία, το θεωρούμε αδιαπραγμάτευτο και δεν ανεχόμαστε κάποιος να έρθει να κάνει την σωστή εκτίμηση! Το παράξενο βότσαλο που ανασύραμε μικροί από τις ακρογιαλιές το ανάγουμε στον πλέον πολύτιμο λίθο. Ηλίθιο! Ο υπότιτλος του βιβλίου, «Το μυστήριο του θρυλικού διαμαντιού», θα μπορούσε ίσως να διαβαστεί ως εισαγωγή ή/και ως επιμύθιο των παραπάνω σκέψεων. Διαμαντάκι, λοιπόν! Ποιος νοιάζεται περισσότερο, εξάλλου; Να κι αν είναι, να κι αν δεν είναι.
 
[...] «Σου εύχομαι το διαμάντι να σου φέρει κάθε κακό σε τούτη τη ζωή και την αιώνια καταδίκη στη μελλοντική που σε περιμένει!» 
 

 
Υ.Γ. 2666 Οι φωτογραφίες από τη Folio έκδοση είναι ευγενική παραχώρηση της «εμμονικής» φίλης – εμείς είμαστε κυρίως οικονομικά ναυάγια και σπανίως θα κρατήσουμε στα χέρια μας τέτοιες εκδόσεις-διαμάντια!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Does nobody understand?

  Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Rising star

Θα καταφέρει η συγγραφέας να ανεβάσει τον τοίχο της γραφής ή θα πέσει και θα την πλακώσει; Χάρη στις ψήφους των περισσοτερών βιβλιοφιλικών μπλογκς αλλά και στην συντονισμένη προσπάθεια της επίσημης κριτικής επιτροπής, όλα δείχνουν  πως θα καταφέρει να περάσει στην επόμενη φάση. Όλα αυτά όμως θα τα δούμε αμέσως μετά τις διαφημίσεις. Μείνετε συντονισμένοι και κατεβάστε και το ανάλογο app για να ψηφίσετε. Οι πραγματικοί κριτές είστε εσείς!

Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο

Βράδυ Παρασκεύης, παρουσίαση βιβλίου στη μικρή μας πόλη. Την ίδια ώρα παίζει η Πανάθα στην Ευρωλίγκα. Τι δίλημμα! Ταυτόχρονα να καίγομαι γιατί έχω ποντάρει και τρία ευρώ στην υπουργοποίηση της Λυδίας Κονιόρδου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Πολιτισμός ή αθλητισμός; Δεν ήξερα σε ποιο γήπεδο να παίξω μπάλα. Τελικά επέλεξα την παρουσίαση – αν ήταν τόσο βαρετή όσο οφείλουν να είναι όλες οι παρουσιάσεις βιβλίου, σκέφτηκα, θα προλάβω το ημίχρονο του Πανάθα. Για στάσου, τι βιβλίο παρουσιάζεται; Νεανική λογοτεχνία; Καλά, παίζει να προλάβω και το δεύτερο δεκάλεπτο! Δυο παρατάσεις αργότερα δεν σκεφτόμουν καθόλου τον Πανάθα (που έχασε γαμώ την τρέλα μου, τώρα το συνειδητοποιώ!) και είχα κολλήσει σε όσα θαυμαστά άκουσα στην πιο ενδιαφέρουσα παρουσίαση βιβλίου που έγινε ποτέ.

Εσύ αποφασίζεις

  Ρε φίλε, όχι πες και συ γιατί θα τρελαθώ. Έχεις δει καλύτερη εφαρμογή της φράσης «Η ζωή μιμείται την τέχνη» ; Με το χέρι στην (ματωμένη σου) καρδιά, πες. Έλληνας είσαι, με πρωθυπουργό τον Αλέξη ζεις, κάτι θα έχεις καταλάβει. Παραβαίνει τον χρυσό κανόνα της επιμέλειας όταν αλλάζει ένα «ναι» με ένα «όχι» σε μια Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας. Απλώς ο Αλέξης το έκανε ανάποδα – γι' αυτό και οι πολιτικές δηλώσεις ότι «Εμείς δεν είμαστε Πορτογαλία» και τέτοια. Ο Ζοζέ πήρε το Νόμπελ, ο Αλέξης παράταση και μεις μια τόνωση αυτοπεποίθησης πριν από την επικείμενη αυτοκτονία. Λογοτεχνία μέχρι να σβήσει ο ήλιος!

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Son of a Beach

Δεν είναι βρισιά, είναι καταξίωση. Το πιο άξιο μέλος (και ο πιο κάφρος) υπήρξε σίγουρα ο Τζέημς Τζόυς. «Τότε η Σίλβια κάνει την εξής πρόταση: να εκδώσει αυτή το βιβλίο, στα αγγλικά βέβαια, αλλά στη Γαλλία! Μα φυσικά, ποια θα μπορούσε να είναι πιο λογική πρόταση; Μια επιεικώς άσχετη βιβλιοπώλισσα, που δεν ξέρει καλά καλά να κρατάει ούτε τα κατάστιχα της δανειστικής βιβλιοθήκης του μαγαζιού της, που δεν έχει τις παραμικρές γνώσεις από εκδόσεις, αποφασίζει να εκδώσει ένα βιβλίο τερατώδες σε όλα τα επίπεδα. Αλήθεια, τι θα μπορούσε να πάει στραβά;» Αλλά και ο Χεμινγούει∙ και διάφοροι πολλοί άλλοι επωφελήθηκαν από την αγάπη της∙ ήταν όλοι τους παιδιά της.  

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Marabout Hero

Μετά το βαθυστόχαστο άρθρο της Κατερίνας Μαλακατέ , γεννήθηκαν στο μυαλό μου πολλά ερωτήματα. Γιατί έφτιαξα ετούτο το μπλογκ; Σίγουρα ήταν μια παρορμητική σκέψη που συνέπεσε χρονικά με την επέτειο θανάτου του Νίκου Καββαδία. Αν ο Καββαδίας είχε πεθάνει τρεις μήνες αργότερα, μάλλον δεν θα είχα το φτιάξει!

0 + ∞

Μαθηματικά σύμβολα ενός προβλήματος που ψάχνει τις πιθανές του λύσεις. Κάποτε οραματίστηκαν την μία και μοναδική του λύση, τώρα εξετάζουν και το ενδεχόμενο να είναι άλυτο. Από τον άκρατο καπιταλισμό της προηγούμενης ανάρτησης ας περάσουμε σε κάτι πιο “ανθρώπινο”. Όσο διάβαζα το βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ (Καίστλερ, στην έκδοση που έχω, προτίμησα όμως το πιο διαδεδομένο) δύο βιβλία τριγύριζαν συνεχώς στο μυαλό μου – “Το βιβλίο της Εξουσίας” του Κάφκα (εκείνο το θεσπέσιο πολύτομο έργο που περιλαμβάνει όλες τις εκφάνσεις και διακυμάνσεις της εξουσίας σε κεφάλαια με τίτλους όπως “Δίκη”, “Ο Πύργος”, “Μεταμόρφωση”, “Αμερική” κ.α. !!) και το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, την βαθιά πολιτική αλληγορία που καταδεικνύει πως κάποιος είναι ικανός να θυσιάσει την ζωή του για μια κούφια ιδεολογία.

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!