Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Θα με πεθάνω


Ο Γκυ ντε Μωπασάν είναι μέγιστος διηγηματογράφος. Τον αγαπώ παράφορα, πεθαίνω για κείνον! Αλλά θα αρκούσε για αυτό, και μόνο η απάντηση που φέρεται ότι έδωσε όταν τον ρώτησαν γιατί γευματίζει καθημερινά στον Πύργο του Άιφελ. Η απάντηση (που θα ήθελα να είχε δώσει αυτολεξεί) ήταν περίπου η ακόλουθη: «Γιατί είναι το μόνο μέρος στο Παρίσι που δεν είμαι αναγκασμένος να αντικρίζω αυτό το έκτρωμα». Έκτοτε, και ο Πύργος του Άιφελ και ο Γκυ ντε Μωπασάν πήραν το μερίδιο της αθανασίας που τους αναλογούσε. Ενδεχομένως, πολλοί απελπισμένοι άνθρωποι αποπειράθηκαν ή και αυτοκτόνησαν πέφτοντας από τον Πύργο του Άιφελ. Τι θα γινόταν όμως αν και ο ίδιος ο Μωπασάν, αντί να δώσει αυτή την ευφυή απάντηση, αποφάσιζε να δώσει τέλος στη ζωή του πέφτοντας στο κενό, ως πράξη αντίδρασης και εκδίκησης απέναντι στον «δαιμονικό» και ακαλαίσθητο πύργο; Και αν ο Πύργος συμβόλιζε την ίδια τη ζωή;
 
Η αυτοκτονία είναι ένα θέμα που ανέκαθεν με γοήτευε – περισσότερο και από τον ίδιο τον θάνατο. Η σκέψη του θανάτου είναι στείρα διαλεκτική, ενώ η σκέψη της αυτοκτονίας είναι ζωοδότρα πηγή, ανακινεί τους στοχασμούς... τουλάχιστον μέχρι να τους εξαλείψει τελείως. Δεν αφήνεσαι να πεθάνεις αλλά επιλέγεις εσύ να δώσεις το τέλος σου. Ακόμα και αν είσαι σάψαλο, 105 χρονών, η επιλογή να αφαιρέσεις μόνος σου τη ζωή σου, εμπεριέχει τους ίδιους προβληματισμούς με όλες τις άλλες αυτοκτονίες. Οι προβληματισμοί γύρω από την αυτοκτονία με κέντριζαν από πολύ παλιά, την εποχή που διάβαζα τον «Μύθο του Σίσυφου» του Καμύ, ενός βιβλίου που με είχε εντυπωσιάσει (παρά την μερική άγνοια και μη κατανόηση από μέρους μου αρκετών από τους προβληματισμούς που εξέθετε) και ενός συγγραφέα που αγαπούσα παλιότερα αλλά πλέον αρνούμαι να ξαναδιαβάσω. Αυτοχειρία! Η δύναμη αυτών που έχουν χάσει κάθε δύναμη, η ελπίδα αυτών που δεν ελπίζουν πια, η ύψιστη πράξη θάρρους των ηττημένων! Μάλιστα, σ' αυτή τη ζωή υπάρχει τουλάχιστον μία πόρτα που μπορείς πάντα να την ανοίξεις και να βρεθείς στην άλλη πλευρά. Η φύση μας λυπήθηκε και δεν μας στέρησε αυτή τη δυνατότητα. Οι απελπισμένοι την ευχαριστούν!
 
Υπέροχος Μωπασάν. Τι μεγαλειώδης φράση, «ύψιστη πράξη θάρρους των ηττημένων» που έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με την ατολμία που επιδεικνύουν πολλοί «νικητές» της ζωής. Γιατί όσοι περιμένουν το τέλος του παιχνιδιού της ζωής δεν είναι σώνει και ντε νικητές, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Βέβαια, ο λόγος περί αυτοκτονίας δεν αποτελεί μόνο φιλοσοφική κατασκευή, ταυτόχρονα απορρέει και από ψυχοπαθολογικά αίτια, μια δυσλειτουργία του μυαλού, ένα εγκεφαλικό τιλτ. «Ο ανθρώπινος εγκέφαλος μοιάζει με στρογγυλό ιπποδρόμιο όπου ένα αλογάκι είναι καταδικασμένο να τρέχει αιωνίως γύρω γύρω». Ο Μωπασάν ως άξιος μαθητής του μέντορά του Φλωμπέρ, ψυχογραφεί εκπληκτικά διάφορες περιπτώσεις χαρακτήρων που επιλέγουν ως έσχατη λύση την αυτοκτονία ή την αναγκαστική καθοδήγηση προς αυτήν. 
 
Τα μόλις οκτώ διηγήματα της συλλογής είναι θαυμάσια και η ενιαία θεματική τους κάνει το βιβλίο πολύτιμο. Ο ίδιος ο συγγραφέας στην σύντομη και περιπετειώδη ζωή του και με δύο απόπειρες αυτοκτονίας στο ενεργητικό του (πείτε μας τώρα ότι και ο Μωπασάν υπήρξε «ηττημένος» να πηδήξουμε από το παράθυρο!), με κατάληξη την απώλεια της συνείδησής του και το θάνατό του σε ψυχιατρικό ίδρυμα, τοποθετεί την αυτοκτονία σε περίοπτη θέση, ως την απώλεια της ταυτότητας ενός ανθρώπου, μια εσωτερική εκμηδένιση που σπρώχνει τα εξωτερικά τοιχώματα προκαλώντας χαίνουσες πληγές, το μόνο εξάλλου που μπορούν να δουν οι θεατές, εκείνοι που μένουν πίσω, και από το οποίο θα προσπαθήσουν να βγάλουν τα, έτσι και αλλιώς επισφαλή, συμπεράσματά τους για τα αίτια της «ήττας».
 
[...] Κοίταξε την μικρή, βαθιά, σκοτεινή τρύπα της κάννης, που ξερνούσε θάνατο, σκέφτηκε την ατίμωση, τους ψιθύρους στον κοινωνικό του κύκλο, τα γέλια στα σαλόνια, την περιφρόνηση των γυναικών, τα καυστικά σχόλια των εφημερίδων, τις ύβρεις των δειλών
 
Η πολύ καλή μετάφραση ανήκει στον Γιώργο Ξενάριο. Μου άρεσε πολύ το εξώφυλλο και γενικά όλη η αισθητική της έκδοσης του «Κέδρου» (χαρτί ελαφρύ, αλλά εγώ είμαι με τις μέρες μου σε κάτι τέτοια, αυτή τη φορά δεν με πείραξε). Το βιβλίο ανήκει στη σειρά «Ex Libris» και ανυπομονώ να δω τι άλλο καλό θα βγει εκεί πέρα. Η μεγαλύτερη απογοήτευση του βιβλίου για μένα είναι το επίμετρο (δυο σελίδες) και το βιογραφικό του συγγραφέα (δυο σελίδες επίσης). Κυρίως το επίμετρο, γραμμένο από τον μεταφραστή, μοιάζει σαν ένα «πειραγμένο» βιογραφικό με λίγο πιο επεξεργασμένες πληροφορίες από αυτές που ακολουθούν στο κανονικό βιογραφικό. Με ένα θέμα ταμπού όπως είναι η αυτοκτονία θα περίμενε κανείς να βρει στο βιβλίο ένα εκτενές επίμετρο, ή και δύο ή τρία. Πολλοί αναγνώστες βαριούνται να διαβάζουν επίμετρα αλλά τι με νοιάζει εμένα, αν δεν θέλουν να διαβάζουν καλά βιβλία τότε ας αυτοκτονήσουν μια ώρα αρχύτερα! Αν δεν ήθελε ο μεταφραστής Γιώργος Ξενάριος να γράψει ένα σοβαρό επίμετρο, θα μπορούσε κάλλιστα να ζητηθεί από κάποιον που θα ήθελε ή να αντληθεί ένα έτοιμο από την διεθνή ή ελληνική βιβλιογραφία. Επιπλέον θα μπορούσε να εμπλουτιστεί και το βιογραφικό του Μωπασάν, μία τέτοια απίστευτη περίπτωση όπως του Μωπασάν δεν γίνεται να την ξεπετάς με δυο λόγια. Ναι, το έργο του τα λέει όλα, αλλά όταν η ζωή του είναι σαν μυθιστόρημα, κάνεις και λίγο τα στραβά μάτια. Το βιβλίο κοστίζει 12 ευρώ, όμως αυτή η βλακεία με το επίμετρο μού άφησε μια αίσθηση ανικανοποίητου, σαν να πλήρωσα για σελίδες που έλειπαν! Κρίμα, με δυο μικρές τροποποιήσεις το βιβλίο θα απογειωνόταν. Τι να σου κάνει και ο Μωπασάν, δυο χέρια έχει. 
 

 
Βαριέμαι απίστευτα τα μυθιστορήματά του· για έναν συγγραφέα που αγαπώ αυτό ακούγεται κάπως παράδοξο. Νομίζω όμως ότι όσον αφορά τα μυθιστορήματα συμπεριφέρεται περισσότερο σαν μάγειρας που παίζει επικίνδυνα με τις δοσολογίες στην προσπάθειά του να πετύχει την συνταγή που οραματίζεται, ενώ στα διηγήματα συμπεριφέρεται σαν ζαχαροπλάστης που ακολουθεί αυστηρά τις δοσολογίες και αποδίδει υφές και γλυκόπικρες γεύσεις με μαεστρία και αρμονία. Και τέλος πάντων, είμαι γλυκατζής, πού είναι το πρόβλημα!
 
[...] «Μα, κύριε, εδώ σκοτώνουμε όμορφα και παστρικά – δεν τολμώ να πω ευχάριστα – όσους επιθυμούν να πεθάνουν».

Δεν σοκαρίστηκα, το πράγμα μού φάνηκε φυσικό και δίκαιο. Αντίθετα, με παραξένεψε που σ' αυτό τον πλανήτη, που κατακλύζεται από χαμερπείς, ωφελιμιστικές, ανθρωποκεντρικές, εγωιστικές ιδέες, που καταδυναστεύουν τον άνθρωπο, κάποιοι είχαν αποτολμήσει ένα τέτοιο εγχείρημα, το οποίο προσιδιάζει μόνο σε μια χειραφετημένη ανθρωπότητα. 
 

 
Υ.Γ. 2666 Αυτοκτονία ή θάνατος!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.