Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Θείο δράμα

 
Ο Θε(ατρ)άνθρωπος των ημερών, για μένα, είναι αναμφίβολα ο Πιραντέλλο. Βαριέμαι θανάσιμα την παρακολούθηση θεάτρου, ενώ την ανάγνωση θεατρικών κειμένων την βαριέμαι οριακά πριν αρχίσουν να νεκρώνονται τα εγκεφαλικά μου κύτταρα· δηλαδή την ανέχομαι κάπως πιο εύκολα. Έτσι λοιπόν, εγκλωβισμένος στο λεωφορείο που με έφερνε ολοένα πιο κοντά στο ετήσιο θέατρο με τα καψαλισμένα αρνιά, τα 12 Ευαγγέλια και τα 120 καγκέλια με συνοδεία παράφωνου κλαρίνου, αναζήτησα σε έναν συγγραφέα μερικά θεατρικά πρόσωπα που θα μου πρόσφεραν σύντομη ευδαιμονία, όμως ο αποτρεπτικός τίτλος του βιβλίου έλεγε ότι τα πρόσωπα ήταν εκείνα που αναζητούσαν συγγραφέα, holy shit, την κάτσαμε την βάρκα!
 
Εντούτοις, τα θαύματα, ναι, υπάρχουν, και δεν χρειάζεται να ακολουθούν ηλίθιες τυπολατρίες, σκάνε σαν τα πυροτεχνήματα πριν καν ο παπάς προλάβει να ψελλίσει ότι ο Χριστός αναστήθηκε – αν και το γεγονός ότι δεν αφήνουν τον παπά να ολοκληρώσει τον θείο λόγο του έγινε πλέον, επίσης, μια ηλίθια τυπολατρία. Θαύμα των θαυμάτων! Τι αριστουργηματάρα είναι αυτή! Αριστουργηματάρα! Και όσοι επιμένετε να μην (με) πιστεύετε, θα το ξαναπώ: αριστουργηματάρα! Γίνεται τρελή κατάχρηση της λέξης «αριστούργημα», σχεδόν τόση κατάχρηση όση γίνεται και με την λέξη «κατάνυξη» κατά την περίοδο του Πάσχα. Όσοι την επικαλούμαστε έχουμε στο μυαλό μας διαφορετικά πράγματα, αν και οι περισσότεροι θεωρούμε αριστουργήματα εκείνα με μια πρωτοτυπία που συνηθέστερα εκπηγάζει από συγγραφικές καινοτομίες «εργαλειακής» υφής, από ένταξη σε σκληροπυρηνικά και δημοφιλή λογοτεχνικά ρεύματα, από λαβυρινθώδεις και ακατανόητες δομές, κλπ. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια τείνω να πιστεύω ότι θεωρούμε αριστούργημα κάθε τι πολυσέλιδο , βλέπε π.χ. Όστερ... 4 3 2 1... μπλοκ! 
 

 
Εκείνο που με εντυπωσιάζει είναι το αριστούργημα που σε κερδίζει με ένα καταφρονημένο στοιχείο: την απλότητα. Διαυγής, ανεπιτήδευτη απλότητα. Ο Πιραντέλλο παρότι έχει γράψει ένα σωρό «ετερόκλητα» αριστουργήματα, εδώ το πετυχαίνει με θαυμαστή ικανότητα. Γεγονός! Όμως, όπως λέει και ένας ήρωας του βιβλίου, «τα γεγονότα είναι όπως τα σακιά, δεν στέκονται άδεια. Για να σταθεί ένα γεγονός πρέπει να το γεμίσουμε πρώτα με τις σκέψεις και τα αισθήματα που το προκάλεσαν». Ο Πιραντέλλο λοιπόν γράφει ένα διασκεδαστικό φιλοσοφικό δοκίμιο για όσους αγαπούν το θέατρο και τις συμβάσεις του, αλλά και για όσους δεν το αγαπούν· ακόμα, για τις συμβάσεις που διέπουν την σχέση πραγματικότητας-φαντασίας· για τις πολλαπλές ταυτότητες των ανθρώπων· για την ίδια την σκέψη και τις θεότρελες λειτουργίες της· για την Ανάσταση Κυρίου, όμως, δεν λέτε τίποτα κυρ Λουίτζι μας! 
 
 
Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα – κυριολεκτικά. Πέρα από τα άλλα θετικά του βιβλίου, συμπεριλαμβανομένου του παράξενου τίτλου που βλέπεις σταδιακά και έκπληκτος να πραγματώνεται θαυμαστά κατά την πορεία της ανάγνωσης, το συγκεκριμένο βιβλίο θα καταγοητεύσει κάθε βιβλιόφιλο που σκέφτηκε κάποτε τι να γίνονται άραγε οι ήρωες που τόσο αγάπησε, καθώς και κάθε συγγραφέα ο οποίος καταλαμβανόμενος ενίοτε από writer's block παράτησε σύξυλους, χαρακτήρες που είχε ήδη προλάβει να διαμορφώσει μερικώς.
 
[...] Άρα γιατί απορείτε μαζί μας; Φανταστείτε τη δυστυχία ενός θεατρικού προσώπου που γεννήθηκε στη φαντασία ενός συγγραφέα, ο οποίος αρνήθηκε να του χαρίσει ζωή γράφοντας την ιστορία του. Πείτε μου αν ένα τέτοιο πρόσωπο, μετέωρο, δημιουργημένο μεν αλλά χωρίς ζωή, δεν έχει δικαίωμα να κάνει αυτό που κάνουμε εμείς τώρα εδώ, μπροστά σας! Σας λέω ότι πολλά χρόνια προσπαθήσαμε να κάνουμε το ίδιο στο συγγραφέα για να τον πιέσουμε, να τον πείσουμε, πρώτα εγώ, μετά αυτή (Δείχνει την Κόρη) και μετά η καημένη η μάνα... 
 
 
Κατά τη διάρκεια πρόβας έργου του Πιραντέλλο («Πάνε οι καλές εποχές που φέρναμε ωραία έργα από τη Γαλλία. Τώρα καταντήσαμε να παίζουμε μόνο Πιραντέλλο, που ανάθεμα και αν τον καταλαβαίνει κανένας! Λες και το κάνει επίτηδες, να μην αρέσει το έργο ούτε στους ηθοποιούς, ούτε στο κοινό, ούτε στους κριτικούς!»), έξι μυστηριώδη πρόσωπα εμφανίζονται ολοζώντανα στην σκηνή (παρόλο που είναι οι φανταστικοί απόκληροι ενός ταλαιπωρημένου συγγραφικού μυαλού) και ζητούν από τον θιασάρχη-σκηνοθέτη, έναν συγγραφέα που θα τους επιτρέψει να δώσουν ζωή στο δράμα τους. Μπορεί τα Πρόσωπα να βιώνουν το βαρύ προσωπικό τους δράμα αλλά δεν είναι ηθοποιοί, έτσι ο θιασάρχης-σκηνοθέτης αποφασίζει να το ενσαρκώσει με τους ηθοποιούς του θιάσου του, που δεν δείχνουν και ιδιαίτερα ενοχλημένοι στην προοπτική να παρατήσουν τον «ακατανόητο» Πιραντέλλο. Ο Πιραντέλλο (ο κανονικός, έξω από το κείμενό του!) βρίσκει μια θαυμάσια ευκαιρία να αναλύσει την θεατρική τέχνη και να την καταστήσει κατανοητή στον πλέον αδαή – και παράφρονα, που επιμένει να την αρνείται, ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε. Διάκριση θεάτρου και αφήγησης («Φυσικά, θα ήταν πολύ πιο εύκολο κάθε πρόσωπο να κάνει έναν μονόλογο ή κάτι σαν διάλεξη και να ξεφουρνίζει στο κοινό όλα τα εσώψυχά του. Όμως δεν λειτουργεί έτσι το θέατρο»). Υπεροχή της ερμηνείας («Μα αφού εμείς είμαστε τα πρόσωπα του έργου... ΘΙΑΣΑΡΧΗΣ: Εντάξει, είσαστε τα πρόσωπα. Όμως στην σκηνή, αγαπητέ μου, δεν παίζουνε τα πρόσωπα. Παίζουνε οι ηθοποιοί και τα πρόσωπα μένουνε στο κείμενο. (Δείχνει τον Υποβολέα) Όταν βέβαια, υπάρχει κείμενο»). Έντονη αμφιθυμία και η πρόχειρη γεφύρωση που επιχειρείται μεταξύ δύο ισχυρών και εγωκεντρικών τεχνών («Φυσικά, ο Πατέρας και η Κόρη δεν αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στον Πρωταγωνιστή και στην Πρωταγωνίστρια, τους ακούν να προφέρουν τα δικά τους λόγια διαφορετικά και αντιδρούν ποικιλοτρόπως με χειρονομίες, χαμόγελα ή και ανοιχτές διαμαρτυρίες, δείχνοντας την απορία, την κατάπληξη ή και την απογοήτευσή τους»). 
 
Η ωραία μετάφραση είναι του συνήθη υπόπτου στις θεατρικές σκηνές, Ερρίκου Μπελιέ ενώ η καλαίσθητη έκδοση που σηκώνει αυλαία είναι από τις εκδόσεις «Ηριδανός». Η πεμπτουσία του Πιραντελλισμού, όπως ίσως θα έλεγε μια άλλη θεατρική ψυχή, βρίσκεται συμπυκνωμένη σε αυτό το βιβλίο. Με όλη την ένταση του πηγαίου χιούμορ του και την έκλαμψη της γνώριμης διανοητικής τρέλας. Τι προτιμάτε, για πείτε; Να το δείτε σε θεατρικό ή να το διαβάσετε;; Εδώ σας θέλω φιλαράκια μου!
 
[...] Ένα θεατρικό πρόσωπο, κύριε, μπορεί πάντα να ρωτήσει έναν άνθρωπο ποιος είναι, γιατί ένα θεατρικό πρόσωπο έχει δική του ζωή, σημαδεμένη από δικά του χαρακτηριστικά, επομένως είναι πάντα «κάποιος». Ενώ, ένας άνθρωπος, όχι εσείς, γενικά μιλάω, μπορεί να είναι «κανένας»
 

 
Υ.Γ. 2666  Καλή ανάσταση – έτσι είναι αν έτσι νομίζετε!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!