Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η ανατομία της μελαγχολίας


Αν κάποιος σου έλεγε, «Δείχνεις λίγο μελαγχολικός σήμερα», μέχρι που θα το έπαιρνες και για κομπλιμέντο! Αντί αυτού, αν σου έλεγε, «Δείχνεις κάπως καταθλιπτικός σήμερα», θα του έριχνες ένα βλοσυρό βλέμμα και μπορεί και να τον έβριζες ακόμη, αν η κατατονία δεν είχε καταλάβει υπό την εξουσία της τις εναλλαγές των διαθέσεών σου. Μελαγχολία και κατάθλιψη είναι το ίδιο πρόσωπο που ακούει σε δυο ονόματα, το Ευγενία έγινε Τζένη και το Τερψιχόρη έγινε Έρση, εσύ θα διαλέξεις ποιο σου ταιριάζει καλύτερα.
 
Λέγε με Τερψιχόρη. Η μελαγχολία, σε σχέση κυρίως με τους ανθρώπους της τέχνης και πιο συγκεκριμένα με τους συγγραφείς, πάντοτε με απασχολούσε σε υπερβολικό βαθμό και έψαχνα βιβλία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Η αρχή έγινε με το μικρό βιβλιαράκι του Αριστοτέλη «Μελαγχολία και ιδιοφυΐα» που προσπαθούσε να απαντήσει στο ερώτημα, γιατί όλοι οι εξαιρετικοί άνθρωποι είναι μελαγχολικοί; Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνταν και το ογκώδες βιβλίο του Ρόμπερτ Μπέρτον «Η ανατομία της μελαγχολίας». Η κρατούσα άποψη τότε, ήταν εκείνη με τους τέσσερις χυμούς του ανθρώπινου σώματος, όπου κάπου το χάσαμε με τις δοσολογίες και το κοκτέιλ βγήκε μπόμπα, που πολλές φορές έσκασε και μας πήρε ο διάολος. Τις αυτοκτονίες γνωστών συγγραφέων συγκεντρώνει στο βιβλίο του «Αυτοκτονία» ο Λεωνίδας Χρηστάκης και συμβάλει και κείνος με τον τρόπο του στην δημιουργία μιας απάντησης στο τι τέλος πάντων είναι η μελαγχολία και πόσο κακό μας κάνει.
 
Για καιρό πίστευα ότι οι συγγραφείς είναι περισσότερο επιρρεπείς στην μελαγχολία γιατί διαθέτουν μια οξυμένη ευαισθησία και έναν βαθμό δυσαρέσκειας για τον κόσμο που τους περιβάλλει, την οποία και μεταπλάθουν διαρκώς μέσα στα γραπτά τους. Η κατάθλιψη (θα το κάνω Έρση, αφού βλέπω ότι έτσι το έχεις συνηθίσει τώρα πια!) δεν κάνει διακρίσεις, χτυπάει στα τυφλά, αν και «έχει καταδειχθεί, με σχετικά πειστικό τρόπο, πως οι καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες (προπάντων οι ποιητές) είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στη διαταραχή». Το σίγουρο είναι ότι κανείς δε ξέρει τον λόγο που εμφανίζεται η κατάθλιψη στους ανθρώπους, μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν επ' αυτού.
 
Ο Γουίλλιαμ Στάιρον, ελάχιστα μεταφρασμένος στην Ελλάδα, γνωστός για το βιβλίο του «Η επιλογή της Σόφι», γράφει την δική του προσωπική εμπειρία με την κατάθλιψη, το χρονικό μιας τρέλας, όπως εύστοχα δηλώνεται στον υπότιτλο του βιβλίου. 
 

 
[...] Η κατάθλιψη είναι μια συναισθηματική διαταραχή τόσο μυστηριωδώς οδυνηρή και ασαφής όσον αφορά το πώς την συλλαμβάνει ο νους – η νόηση που δρα ως μεσάζων – ώστε ξεπερνά κάθε περιγραφή (...) αν η περιγραφή του πόνου ήταν εύκολη, οι περισσότεροι από τους πάμπολλους πάσχοντες από τούτη την πανάρχαια αρρώστια θα κατόρθωναν να περιγράψουν με σαφήνεια στους φίλους και τους συγγενείς (ακόμα και στον γιατρό τους) ορισμένες από τις πραγματικές διαστάσεις του μαρτυρίου τους, και να αποσπάσουν ενδεχομένως την, εν γένει ανύπαρκτη, κατανόηση των άλλων· αυτή η αδυναμία κατανόησης συνήθως δεν οφείλεται σε έλλειψη οίκτου, αλλά στη βασική ανικανότητα των υγιών ατόμων να συλλάβουν μια μορφή βασανιστηρίου τόσο ξένη προς την καθημερινή τους εμπειρία.
 
Η κατάθλιψη έχει κάποια κοινά συμπτώματα και συγκεκριμένες θεραπείες, όμως ο κάθε ασθενής την βιώνει με μοναδικό τρόπο και το ίδιο μοναδική θα πρέπει να είναι και η λύση που θα τον βοηθήσει να την νικήσει. Στα τελευταία στάδια της, η ιδέα της αυτοκτονίας (δεν προτείνεται ως λύση) γίνεται έμμονη και επιτακτική. Οι περισσότεροι γνωρίζουν κάποιον που έχει αυτοκτονήσει, έχει αποπειραθεί να το κάνει ή απλώς το έχει σκεφτεί. Η κατάθλιψη λόγω του εσωστρεφούς χαρακτήρα της, σπάνια γίνεται βίαιη απέναντι στους άλλους, το πρώτο και τελευταίο θύμα της, είναι εκείνος που την κουβαλά. 
 
[...] Η εν λόγω γενική άγνοια ως προ το τι είναι πραγματικά η κατάθλιψη φάνηκε πρόσφατα στην περίπτωση του Πρίμο Λέβι, του αξιόλογου Ιταλού συγγραφέα και επιζώντα του Άουσβιτς, ο οποίος το 1987, στα εξήντα επτά του χρόνια, ρίχτηκε από μια σκάλα στο Τορίνο (...) αντέδρασαν, θαρρείς και αυτός ο άνθρωπος, τον οποίο θαύμαζαν βαθύτατα και ο οποίος είχε υποστεί τόσα μαρτύρια στα χέρια των Ναζιστών – ένας άνθρωπος υποδειγματικού θάρρους και αντοχής – με την αυτοκτονία του παρουσίασε μια αδυναμία, μια κατάρρευση της προσωπικότητάς του, την οποία αρνούνταν να δεχτούν. Μπροστά σε ένα τρομερό απόλυτο – την αυτοκαταστροφή – αντέδρασαν επιδεικνύοντας αμηχανία και μια υποψία ντροπής.
 
Ο Στάιρον γράφει ένα εκπληκτικό βιβλίο που σε καθηλώνει και περιγράφει με τόσο δεξιοτεχνικό τρόπο τα στάδια της δικής του κατάθλιψης, που για μερικές στιγμές, αισθάνεσαι πως παίζει με το δικό σου μυαλό. Απορρίπτει τον όρο «κατάθλιψη (depression)» που τον βρίσκει κακόγουστο (αν δεν ακουγόμουν πολύ κυνικός, θα έλεγα ότι τον βρίσκει μέχρι και καταθλιπτικό!), και θεωρεί ότι ο όρος «μελαγχολία» αποδίδει καλύτερα το ψυχικό άλγος που νιώθουν οι πάσχοντες. Εντούτοις, διατηρεί τις αντιρρήσεις του και προτείνει απηυδισμένος έναν δικό του όρο.
 
[...] Ως άνθρωπος που βασανίστηκε σε βαθμό υπέρτατο από την ασθένεια, αλλά κατόρθωσε να μιλήσει γι' αυτή, θα έκλινα υπέρ μιας αληθινά εντυπωσιακής ονομασίας. Το «brainstorm», λόγου χάριν, έχει δυστυχώς χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει, ελαφρώς σκωπτικά, την έμπνευση του νου. Απαιτείται πάντως κάτι ανάλογο. Πληροφορούμενος πως η ψυχική διαταραχή ενός ανθρώπου εξελίχθηκε σε θύελλα – μια ατόφια μανιασμένη θύελλα στον εγκέφαλο, κάτι με το οποίο, όντως, μοιάζει πρωτίστως η κλινικώς διαπιστωμένη κατάθλιψη – ακόμα και ο απλός άνθρωπος, ο μη ειδικός, ενδέχεται να την αντιμετωπίσει με κατανόηση και όχι με τη συνήθη αντίδραση απέναντι στη λέξη «κατάθλιψη», του τύπου «Και λοιπόν τι έγινε;» ή «Θα σου περάσει» ή «Όλοι έχουμε τις άσχημες μέρες μας».
 

 
Διαβάστε άφοβα το βιβλίο του Στάιρον, δεν υπάρχει περίπτωση να σας ψυχοπλακώσει. Δοσμένες με καυστικότατο χιούμορ είναι οι συνεδρίες με τον ψυχίατρό του, σαν απολαυστικό ιντερλούδιο. Να θυμάστε όμως ότι δεν προτείνει λύση, παρά μόνο για την δική του κατάθλιψη. Για την κατάθλιψη όλων των υπολοίπων, αφού τα στατιστικά δείχνουν ότι σχεδόν όλοι θα περάσουμε μια έστω και ήπιας μορφής κατάθλιψη, πρέπει να αναζητηθεί λύση κάπου αλλού. Η κατάθλιψη μπορεί να νικηθεί, «που πιθανότατα είναι η μοναδική θετική πλευρά της».
 
Υ.Γ. 2666  Σήμερα, 10 Οκτωβρίου 2018, είναι η παγκόσμια μέρα ψυχικής υγείας (καλά και πέρσι ήταν, όπως θα είναι και του χρόνου!) και είπα να θυμηθούμε μια παλιά ανάρτηση – όχι όμως για να μελαγχολήσουμε. Αν και εγώ, με τον Στάιρον τώρα τελευταία, έχω βάσιμους ή/και αβάσιμους λόγους για να πέσω σε κατάθλιψη. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ποταμός» και η μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου είναι πολύ καλή.
 
Πρόσφατα προσπάθησα να διαβάσω και το βιβλίο του «Η επιλογή της Σόφι». Πιο φλύαρο βιβλίο δεν έχω ξαναδιαβάσει. Η Σόφι, η πρωταγωνίστρια σύμφωνα με τον τίτλο, πρωτοεμφανίζεται περίπου στην σελίδα 70 – μην ρωτήσετε καλύτερα πού εμφανίζεται η επιλογή της! Έχω ήδη δει την ταινία και ξέρω το στόρι, σκέφτηκα όμως ότι η ανάγνωση θα μου προσφέρει άλλη τέρψη. Τόση αμετροέπεια δεν έχω ξαναματαδεί. Άσε μας ρε Στάιρον με τις καύλες σου – και εδώ έχει διττή σημασία η λέξη: κυριολεκτική, μιας και ο Στίνγκο, ο αφηγητής, έχει στύση με κάθε βλεφάρισμα, και, μεταφορική, καθώς το άλτερ-έγκο του, ο ίδιος ο Στάιρον απολαμβάνει αυτήν την ατέρμονη ομφαλοσκόπηση ή ακριβέστερα, φαλλοσκόπηση, σε σημείο εμμονής, ώστε να ξεχνάει διαρκώς την δυνατή ιστορία που προσπαθεί να πλάσει ή να την μεταθέτει πολλές πολλές πολλές πυκνογραμμένες και τεράστιες σελίδες πιο μετά. Όσο συγκλονιστικό και ακριβές είναι το βιβλίο του «Θέα στο σκοτάδι», τόσο βαρετό και εκνευριστικό είναι «Η επιλογή της Σόφι». Ο μόνος λόγος να το διαβάσει κανείς είναι από την περιέργεια να μάθει επιτέλους ποια είναι αυτή η επιλογή της Σόφι. Από την στιγμή που βγήκε η ταινία χάθηκε και αυτός ο λόγος – απόρω ρε Στάιρον πώς επέτρεψες η ταινία να σου κλέψει μέσα από τα χέρια το μοναδικό σου συγγραφικό ατού! 
 

Σχόλια

  1. Να πώς την είδαν:


    1. Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ, έλεγε ο Λί Πό, είν' έν' ασήμαντο λουλούδι, σχεδόν άχρωμο, αλλά με άρωμα τόσο μοναδικό, τόσο υπέροχο που, ακόμα κι όταν βρίσκεται μονάχο του, σε κήπο απέραντο, χαμένο ανάμεσα σε αναρίθμητα, εκρηκτικά χαράς λουλούδια, είναι αυτό μονάχα που αναζητά ο επισκέπτης, αυτό που τελικά θ' αποκομίσει φεύγοντας, αυτό που θα καρφώσει στα μαλλιά του ή στο πέτο του ή στην καρδιά του.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Εσωτικά τοπία

    *

    2. Μελαγχολία

    Μὴ φοβόσαστε. Ὅταν σᾶς κτυπήση τὴν πόρτα καὶ δὲν ἀνοίξετε
    θὰ φύγει. Εἲν’ εὔθικτη εὐτυχῶς,
    εἶν’ εὐτυχῶς ἀσυνήθιστη στὰ «ὄχι».

    ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

    *

    3. Τὸ μυστικό της μελαγχολίας

    Τὸ κακὸ εἶναι ποὺ παρέμεινες στὴν ἐπιφάνειά της
    Τὸ κακὸ εἶναι ποὺ δὲν ἤξερες
    Πὼς ἡ διέξοδος εἶναι στὸν πυθμένα
    Ποὺ φοβήθηκες νὰ βυθιστεῖς μέχρις αὐτοῦ.

    ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ


    4. The Moody Blues-Melancholy Man
    https://www.youtube.com/watch?v=66KMiXcOjPU

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Μόντης Νο2 έρχεται κάπως σε σύγκρουση με τον Μόντη Νο3 αλλά τους συγχωρούμε αμφότερους γιατί βρίσκονται υπό της επήρεια της μελαγχολίας :p

      Έξοχα και εξόχως μελαγχολικά και τα τέσσερα σημεία.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.