Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Backup & Recovery


Το data loss όταν μιλάμε για βιβλία του Πύντσον είναι δεδομένο, δεν αναφέρομαι σ’ αυτό. Αναφέρομαι στην γενικότερη αίσθηση που μου προκαλεί η ανάγνωσή τους – στην ανασυγκρότηση και ίαση που νιώθει η ύπαρξη μου ακριβώς μετά, κάτι που είχα περιγράψει ποικιλοτρόπως στις αρκετές αναρτήσεις που του έχω αφιερώσει. Τώρα, δε θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό (μη γελάτε, σιλάνς!), θα επικεντρωθούμε περισσότερο στο βιβλίο του, που είναι ένα από τα πρώτα σπουδαία βιβλία του 21ου αιώνα και το είχα αδικήσει όταν το είχα περιγράψει κάπως επιφανειακά στην αναγνωστική σκυταλοδρομία. Για την τεχνολογία ο λόγος – ένας κόσμος συνωμοσιών, αλγορίθμων της βλακείας, ιδιοτέλειας, poke, κρυψίνοιας, followers και καθυστερημένων. «Εμείς το φτιάχνουμε, εμείς το απενεργοποιούμε. Βλοσυρή σε βλέπω. Εμείς εδώ είμαστε πέρα από το καλό και το κακό, η τεχνολογία είναι κάτι το ουδέτερο, σωστά;» Ναι, καλά, αυτά να τα πεις στους εισηγητές των θεμάτων της έκθεσης των Πανελληνίων! Άντε, κάνε με add, είμαι (reader) block.
 
Αν είσαι από αυτούς που δηλώνεις γραπτώς στο facebook να αλλάξει ο αλγόριθμος ώστε να μπορείς να βλέπεις στο σύνολο των 26 φίλων σου παραπάνω από τους 25 που σου δείχνει συνήθως το σύστημα, τότε δεν είσαι ο αναγνώστης που θα ήθελε να έχει ο Πύντσον. Αν πάλι, εσύ ο ίδιος, τυχαίνει να διαβάζεις το συγκεκριμένο βιβλίο, τότε ίσως να σε ήθελε για αναγνώστη του γιατί ο κόσμος του διαδικτύου είναι αλλόκοτος και παρανοϊκός και εσύ αποτελείς μέρος του (όχι αναλώσιμο, σου ευχόμαστε όλοι). Νιώσε οικεία! Τα μυθιστορήματα που έχουν ως επίκεντρο το διαδίκτυο και τον κυβερνοχώρο είναι είτε καθαρόαιμης επιστημονικής φαντασίας που αντιμετωπίζουν την τεχνολογία ως το τέρας που κρύβεται στην ντουλάπα σου και περιμένει πότε θα κάνεις login για να σε κατασπαράξει είτε σύγχρονα βιβλία που χρησιμοποιούν παραπλεύρως την τεχνολογία ως μέσο αλλοτρίωσης των ηθικών και κοινωνικών αξιών των ανθρώπων. Κανένα που να έχω κατά νου (και με ένα γρήγορο google search) που να αντιμετωπίζει το διαδίκτυο ως έχει· δηλαδή, έναν κόσμο παράλληλο αλλά εξίσου πραγματικό, ένα καθαρτήριο βασανισμένων ψυχών και ένα ενδιαφέρον ψυχαναλυτικό φεστιβάλ, ταυτόχρονα. 
 

 
Λοιπόν, αν διατείνεσαι ότι είσαι παιδί του διαδικτύου θα πρέπει να αντέξεις εδώ, με στωικότητα, αυτήν την συνήθη παράνοια του Πύντσον που δεν αντέχεις στα υπόλοιπα βιβλία του, όπως ακριβώς στωικά, την αντέχει και η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, Μαξίν, μια ερευνήτρια υποθέσεων ηλεκτρονικής και λογιστικής απάτης που έχει μπλέξει άσχημα με όλους αυτούς τους geeks και τους υποχθόνιους τύπους του dark web.
 
«Εδώ που τα λέμε, γιαγιά, παππού, με όλο τον σεβασμό», θυμάται τώρα ο Ότις, «καλύτερη ήταν η Αρίθα Φράνκλιν, τότε που αντικατέστησε τελευταία στιγμή τον Παβαρότι στα βραβεία Γκράμι, παλιά, το ’98».
«“Παλιά, το ’98”. Τον παλιό εκείνο καιρό. Έλα δω, εξυπνοπούλι».
 
Η πλοκή τοποθετείται το 2001 και έτσι 3 χρόνια είναι σχεδόν το 1/3 της ζωής ενός μικρού παιδιού, μεγάλη περίοδος, όπως μεγάλη είναι και για την εξέλιξη της τεχνολογίας. Πλέον έχουμε τελειώματα 2018, η Αρίθα πέθανε προσφάτως και η τεχνολογία έχει ταξιδέψει μερικά έτη φωτός μπροστά. Η ουσία όμως παραμένει ίδια. Το 2001 ήταν κομβική χρονιά γιατί τότε είχαν ανθίσει και άρχιζαν ήδη να μαραίνονται οι χιλιάδες εταιρείες πληροφορικής που έδωσαν μια νέα πνοή στο διαδίκτυο όπως το ξέρουμε (και κυρίως, όπως δεν το ξέρουμε) σήμερα. Αυτό που ζούμε μπορεί να μην έχει τα τεχνολογικά σημεία αναφοράς του τότε, αλλά δεν διαφέρει και πολύ στον πυρήνα του (οκταπύρηνο, όχι αστεία).

Σκεφτείτε μία οποιαδήποτε διαδικτυακή εταιρεία, μικρή ή μεγάλη· δεν χρειάζεται να είστε αναγνώστες του makeleio.gr για να αναρωτηθείτε ότι ενδεχομένως αυτή η εταιρεία θα μπορούσε να έχει ιδιοτελείς σκοπούς απέναντί σας, απέναντι στα προσωπικά δεδομένα που της παραχωρείτε, απέναντι στην ελευθερία της έκφρασής σας, απέναντι στο πορτοφόλι σας. «Είναι άραγε όλο αυτό μια ακόμα άσκηση στο φρικάρισμα των απλών ανθρώπων έτσι ώστε να συνεχίσουμε να βελάζουμε και να παρακαλάμε για προστασία»; Δεν είναι συνωμοσιολάγνο σενάριο αυτό – αν ήταν δε θα δίναμε πουθενά τα πιο προσωπικά μας στοιχεία. Ούτε όμως είναι και εντελώς ανέφικτο σενάριο – αλλιώς θα τα δίναμε σε κάθε σπαμ που θα μας ερχόταν στο μέιλ! Είναι απλώς εφικτό. Ευτυχώς το διαδίκτυο είναι σε μεγάλο βαθμό παραμετροποιήσιμο και πολλοί από μας πολύ άχρωμοι για να γίνουμε στόχος (σε ποιον να γίνω στόχος εγώ; Άντε το πολύ πολύ να με διασύρει η λογοτεχνική κριτική των Εξαρχείων, μέχρι εκεί, και πολύ μου είναι). Η διττή συμπεριφορά του διαδικτύου, η ευτυχία που ευαγγελίζεται από την μια και οι δεκάδες κίνδυνοι που προοικονομεί από την άλλη, apple από τη μια και office από την άλλη (ειδικά οι τελευταίες βερσιόν!) το καθιστούν εντελώς ευμετάβλητο μα και ελκυστικό συνάμα. Και αυτόν τον δυισμό, ο Πύντσον τον παίζει στα δάχτυλα στα βιβλία του, λες και πληκτρολογεί με τυφλό σύστημα. Στα προηγούμενα βιβλία του, όταν η παράνοια κορυφωνόταν, έφερνε στο προσκήνιο την προσωποποίηση της εξουσίας με ένα χαρακτηριστικό απρόσωπο «They», «Εκείνοι» – πάντα με κεφαλαίο. Στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν χρειάζεται καν αυτή η προσθήκη, όλοι μας μπορούμε να υποθέσουμε ποιοι είναι «Εκείνοι», και αν δεν μπορούμε, τότε σίγουρα νιώθουμε έναν ύπουλο φόβο που μας υπονομεύει την διάχυτη ευδαιμονία.
 
[…] «Μάξι, ευσυνείδητη Μάξι, κυνηγάς τα στοιχεία όπως πάντα. Αυτοί οι αστικοί μύθοι μπορούν να προσελκύσουν πολύ κόσμο, μαζεύουν από παντού μικρά θραύσματα παραδοξότητας, και μετά από λίγο κανείς δεν μπορεί να δει ολόκληρη την εικόνα και να την πιστέψει, γιατί παραείναι αδόμητη. Αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούμε να επιλέγουμε τα πιο σκανδαλιστικά κομματάκια, προς Θεού, δεν υπάρχει περίπτωση να πιαστούμε κορόιδα, βέβαια, παραείμαστε έξυπνοι και μοδάτοι, αλλά απ’ την άλλη δεν υπάρχει καμιά οριστική απόδειξη ότι δεν είναι αλήθεια κάποια απ’ αυτά. Τα υπέρ και τα κατά και όλο αυτό το πράγμα εκφυλίζεται σε καβγάδες στο διαδίκτυο, προκλητικές κουβέντες, τρολαρίσματα, νήματα που οδηγούν όλο και βαθύτερα μέσα στον λαβύρινθο».
 
Γι' αυτό αγαπώ πολύ το συγκεκριμένο βιβλίο. Γιατί η παράνοια που ο Πύντσον μπορεί να διαχειριστεί με μαεστρία σε πολλά διαφορετικά πλαίσια, εδώ, μπορεί να συντονιστεί με πλήθος αναγνώστες που θα κινούνται, ακόμα και εν αγνοία τους, στο ίδιο μήκος κύματος μ' αυτόν, αφ' ης στιγμής ανοίξουν το wifi τους – ακόμα και αν αντιπαθούν τον τρόπο γραφής του (ειλικρινά, ποτέ δεν θα το καταλάβω αυτό, αυτή η σκέψη μπορεί να με στείλει στο τρελοκομείο). Θα είναι ένα κλασικότατο βιβλίο των επόμενων γενιών. Κομβικό, μια καμπή στην τεχνολογική πορεία του κόσμου. Μπορεί να μην είναι από τα σπουδαιότερα του Πύντσον αλλά είναι ένα σπουδαίο βιβλίο ανεκτίμητης αξίας. Δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για την τεχνολογία. Ο Πύντσον όταν το έγραφε ήταν περίπου 70 χρόνων και ενδεχομένως όχι τόσο εξοικειωμένος με τον κόσμο του διαδικτύου (αν και αυτό το τελευταίο μπορεί να είναι απόρροια του απρόσιτου μύθου που τον περιβάλλει. Μπορεί να είναι ολημερίς στα social media και να τρολάρει τον κόσμο! Πλάκα κάνω, αν συνέβαινε αυτό, δεν θα έγραφε βιβλία. Μόνο οι Έλληνες συγγραφείς γράφουν πιο πολλές λέξεις στο φβ απ’ ό,τι στα βιβλία τους, και στην πλειονότητα είναι ακριβώς αυτά τα ποστ που γίνονται στην πορεία, ανεκδιήγητα βιβλία). Το πώς όμως αφομοίωσε έναν κόσμο που έστω και μόνο λόγω ηλικίας είναι έξω από τα νερά του, και τον μετουσίωσε σε τόσο σύγχρονη λογοτεχνία, είναι δείγμα μεγάλου συγγραφέα. Αυτό και αν είναι δείγμα bleeding edge γραφής!
 
Και μιας και αναφέρθηκα στον τίτλο του βιβλίου, ας μείνω λίγο ακόμα εδώ. Ο Πύντσον συνηθίζει να χρησιμοποιεί αμφίσημους περιπαικτικούς τίτλους και μου αρέσει πολύ αυτό. Βέβαια, να μην είναι σκέτη πρόκληση μόνο ο τίτλος και το βιβλίο να είναι τζούφιο, εξυπακούεται αυτό. Το «bleeding edge» δηλώνει την τεχνολογία αιχμής, όπως είναι και το θέμα του βιβλίου. Στο πρωτότυτο, το «bleeding» υποψιάζομαι ότι έχει πολλές και διαφορετικές έννοιες· μία εξ αυτών είναι το «πληγωμένος» που αντικατοπτρίζεται και σε κάτι φόνους μέσα στο βιβλίο, μην φανταστείτε τίποτα σπλάτερ. Μεταφέροντας όμως την λέξη «πληγωμένος» πίσω στα ελληνικά και στην μεταφορική της διάσταση – γιατί δεν γνωρίζω με σιγουριά αν η μεταφορική της διάσταση διατηρείται και στα αγγλικά – σημαίνει επίσης, μια συναισθηματική και ψυχική κατάρρευση, μια ανάγκη για παρηγοριά, μια ρακένδυτη συμπάθεια που όλοι οι άνθρωποι, κάθε είδους και τάξης, επιζητούν με ζήλο μέσα στις παρανοϊκές ζωές τους.
 
[…] «Τους μεγιστάνες των ακινήτων είναι εύκολο να τους μισήσεις, με αυτούς τους τύπους της υψηλής τεχνολογίας τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Ξέρεις τι λέει η Σούζαν Σόνταγκ».
«“Μ’ άρεσει η γκρίζα τούφα, θα την κρατήσω;”»
«Αν υπάρχει μια ευαισθησία που θέλεις πραγματικά να μιλήσεις γι’ αυτήν και όχι να την επιδείξεις ο ίδιος, χρειάζεσαι “βαθιά συμπάθεια συνδυασμένη με περιφρόνηση”».
«Αυτό με την περιφρόνηση το καταλαβαίνω, αλλά θύμισέ μου πάλι αυτό με τη συμπάθεια».
 
Όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του μάς θυμίζουν πάλι αυτό με τη συμπάθεια. Ξανά για τον Πύντσον κατέληξα να γράφω. Κράσαρα. Ctrl+Alt+Delete. 
 

 
Θυμήσου την Άλεϊ,
γιορτή κάθε μέρα,
και ήμασταν φρέσκοι στην πόλη…
Μεγάλοι σπασίκλες
με κόκκινα μάτια
και μες στη μαστούρα μας όλοι…
 
Χωρίς ιεραρχία
και μέσα στο χάος
του τόσο μικρού μας σπιτιού,
γινόμασταν κουλ
κι εκατομμυριούχοι
στο διπλό κλικ ενός ποντικιού…
 
Ήταν άραγε αλήθεια,
ή ένα όνειρο μόνο,
μια αμυδρή φευγαλέα προσευχή;
Νιώθαμε να γεμίζει
μοχθηρία η οθόνη
από κάποια ενέργεια κακή…
 
Όταν όλες εκείνες
οι στιγμές οι ωραίες
και οι άσχημες φεύγουν, για δες,
τούτοι οι δρόμοι είν’ γεμάτοι
με λαχτάρα και φούρια
ακριβώς όπως τότε, σαν χτες…  
 
Τώρα είμαι σε άλλο σπίτι,
το ενοίκιο υψηλό,
και η πόλη δεν είν’ όμορφη πια.  
Στο τηλέφωνο πάρε με,
δοκίμασε πάλι,
ίσως κάποτε με βρεις ξανά...
 
Υ.Γ. 2666 Εννοείται ότι δεν προτείνεται απλώς αλλά επιβάλλεται να κάνετε share την συγκεκριμένη ανάρτηση.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !