Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Italianized Irishman


Όλοι εσείς που νιώθετε ακαθόριστο μίσος για τον Τζόυς ή τον θεωρείτε έναν σχιζοφρενή κάφρο που φλόμωσε επίτηδες την λογοτεχνία του με δυσερμήνευτα και κρυπτικά μηνύματα, αναλογιστείτε τούτο (για να νιώσετε χειρότερα): το βιβλίο που κρατάω στα χέρια μου είναι 220 σελίδες μεγάλου σχήματος, αν αφαιρέσουμε χοντρικά τις 20 σελίδες που δείχνουν μερικές φωτογραφίες και την βιβλιογραφία στο τέλος, θα μείνουν 200. Θέλετε να κόψω άλλες 10; 190, να τα αφήσω; Ωραία, από αυτές τις 190 μόλις οι 16 σελίδες (εν πολλοίς αραιογραμμένες) είναι του ίδιου του Τζόυς – συν άλλες 16 αντικριστές σελίδες η μετάφραση. Σας την δίνει στα νεύρα όλο αυτό; Πολύ το γουστάρω! Κι αν αυτή η λεπτή σύμβαση κουράζει τον αναγνώστη, ας σκεφτεί ότι στην παγκόσμια λογοτεχνία κανείς συγγραφέας που σέβεται τη δουλειά του δεν υποβάλλει προφανείς ερωτήσεις («Who?») με προφανή απάντηση («She»). Οπωσδήποτε ο Τζόις ανήκει στους συγγραφείς εκείνους που θέτουν ψηλά τον πήχη ως προς αυτόν τον θεμελιώδη κανόνα της αναγνωστικής προσδοκίας και απόλαυσης.

Στο ίδιο μοτίβο, όποιον βλέπω να υποστηρίζει ότι είναι αχρείαστες οι τόσες υποσημειώσεις και ερμηνείες στο έργο του Τζόυς, θεωρώ ότι επαληθεύει ακριβέστατα τον ορισμό της αυτογελοιοποίησης – το έθεσα κάπως ήπια, γιατί είμαι και ευγενικός άνθρωπος, δεν θέλω να προκαλώ. (...) αυτή άλλωστε είναι η ομορφιά της απορίας, του αινίγματος, της λογοτεχνίας: η ανασφάλεια του αναγνώστη. Αυτό το εξαιρετικό δοκίμιο του Άρη Μαραγκόπουλου ήρθε να επιβεβαιώσει και να «γαργαλήσει» αυτή την ανασφάλεια των αναγνωστών, ότι ίσως να είναι έτσι τα πράγματα, ίσως πάλι να μην είναι καν έτσι αλλά πολύ αλλιώς, που θα έρθουν άλλες μελέτες (είναι ισχνότατη η ελληνική βιβλιγραφία επί του θέματος, την τρέλα μου μέσα!) να φωτίσουν τα σκοτεινά σημεία της τζοϋσικής ερμηνείας. Εξάλλου και ο ίδιος ο Μαραγκόπουλος ύστερα από την πρώτη, πριν πολλά χρόνια, «λειψή» απόδοση του «Τζάκομο», έρχεται τώρα να διορθώσει τα πράγματα, και θα επανέλθει σίγουρα και στο μέλλον· όχι γιατί δεν κάνει καλά την δουλειά του αλλά γιατί ο Τζόυς κάνει πολύ καλά τη δική του! 
 


Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο στην λογοτεχνία είναι το μη τελεσίδικο της απόλαυσης και των ερμηνειών. Ο Ρίτσαρντ Έλμαν, ο επίσημος βιογράφος του Τζόυς και εκείνος που έφερε στην επιφάνεια το «Τζάκομο Τζόυς» ήταν για πολλά χρόνια και παραμένει σθεναρά ακόμα και τώρα μια μεγάλη αυθεντία γύρω από τον Ιρλανδό. Με βοήθησε πολύ κατά την (πρώτη) ανάγνωση του «Οδυσσέα» και του το χρωστάω αυτό. Όμως κάποια στιγμή επέρχεται η αποκαθήλωση των μελετητών – ενίοτε και των συγγραφέων, αν και με τον Τζόυς δύσκολα να γίνει αυτό – κυρίως όταν ανακύπτουν νέοι μελετητές με νέες ιδέες και νέες μεθόδους, πράγμα αξιοθαύμαστο. Ο John McCourt έγινε ένας από αυτούς· ανυπομονώ να δω κάτι δικό του μεταφρασμένο στα ελληνικά. Ακόμα και η Έλεν Σιξού προσπόρισε μερικές ενδιαφέρουσες ιδέες γύρω από τον Τζόυς («Ο τζοϊσικός ερωτισμός δεν ικανοποιείται απλώς με μια μονόπλευρη υπέρβαση [...] Στον Τζόις η διαδικασία γονιμοποίησης αναστρέφεται: αρσενικό-θηλυκό, ο καλλιτέχνης γονιμοποιεί τον εαυτό του μέσα από τον δίαυλο του φαντασιακού»), όταν έχει γράψει επίσης εκείνο το ανόητο επίμετρο για το ανόητο βιβλίο της Λισπέκτορ – τίποτα δεν μόνο άσπρο ή μαύρο, παιδιά! 
 
Έγραφε σχετικά με τη Βιογραφία αυτή η Kathleen Ferris το 1995:

Αυτό το έργο έχει σε τέτοιο βαθμό κυριαρχήσει στο πεδίο της τζοϊσικής έρευνας που, όταν αναφερόμαστε στον Τζόις, αναφερομαστε στον Τζόις του Έλμαν· δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Και πλέον δεν γράφουμε κριτική με βάση τα βιογραφικά στοιχεία, επειδή μετά τον Έλμαν, τι άλλο μένει να πει κανείς;


Έτσι λοιπόν και ο Άρης Μαραγκόπουλος περιορίζει τα βιογραφικά στοιχεία για τον Τζόυς, τι να πει και αυτός μετά τον Έλμαν, και στρέφεται σε όσες γοητευτικές συνδέσεις κατάφεραν να επιτύχουν με τα χρόνια οι ακούραστοι μελετητές του Μεγάλου Ιρλανδού. Συνηθίζουμε να λέμε ότι ο Τζόυς στον «Οδυσσέα» του μυθοποίησε την πόλη του Δουβλίνου. Όμως και η Τεργέστη, πόλη όπου ο συγγραφέας έζησε 16 από τα πιο γόνιμα καλλιτεχνικά αλλά και πιο δύσκολα χρόνια της ταλαιπωρημένης ζωής του, είναι πιο μυθοποιημένη από ό,τι γενικώς πιστεύεται. Εκεί ο Τζόυς τελείωσε τους «Δουβλινέζους», έγραψε το «Πορτρέτο», τους «Εξόριστους», το «Τζάκομο», και συνέλαβε την μεγάλη ιδέα του «Οδυσσέα», γράφοντας μάλιστα και κάποια από τα πιο απαιτητικά κεφάλαιά του. Το μυθοποιημένο Δουβλίνο είναι περισσότερο η Τεργέστη της καλλιτεχνικής του απελευθέρωσης – η σπουδαία λογοτεχνική του αξία εδράζεται κατά κύριο λόγο σ’ αυτό το μικρό λιμάνι της Μεσογείου!

Γλυκό πλάσμα. Τα μεσάνυχτα, ύστερα από τη μουσική, στον δρόμο Σαν Μικέλε σ’ όλη την ανηφόρα ως επάνω, πρόφερα τρυφερά αυτές τις λέξεις. Σιγά... με το μαλακό, μικρέ μου Τζέιμς! Δεν περπάτησες άλλη φορά στους δρόμους του Δουβλίνου κλαψουρίζοντας μες στη νύχτα κάποιο άλλο όνομα; 
 
Η σκέψη ότι το κείμενο του Τζόυς είναι μια «άτελης» ιστορία αγάπης (κάπως έτσι αναδύθηκε από τον Έλμαν που το ανακάλυψε και το έβγαλε στο φως) είναι πολύ επιφανειακή και αν ζούσε ο Τζόυς σήμερα, αυτό που θα φοβόταν περισσότερο και από τα σκυλιά και τους κεραυνούς, είναι η επιφανειακή ανάγνωση των έργων του! Δεν πρόκειται για την περιγραφή τσιλιμπουρδίσματος ενός καθηγητάκου αγγλικών με μια ή περισσότερες ζουμερές μαθητριές του, λες και βρισκόμαστε σε μεσημεριανή ζώνη (του λυκόφωτος!) – σας παρακαλώ, δεν πείθομαι με τόσο λειψά επιχειρήματα, στην Τατιάνα τατιανιές;; Το βιβλίο είναι κάτι πιο βαθύ που σε λερώνει.

Αναλύω περί Σέξπιρ στην πειθήνια Τεργέστη: ο Άμλετ, έφην εγώ, που είναι αβρότατος σε ευγενείς και λαϊκούς, φέρεται με αγένεια μόνον απέναντι στον Πολώνιο. Ίσως επειδή, ως πικραμένος ιδεαλιστής, στους γονείς της αγαπημένης του μπορεί μόνο να διακρίνει τις γκροτέσκο απόπειρες της φύσης να πλάσει την εικόνα της. ..........
Το σημειώσατε αυτό; 
 
Η έκδοση από τις εκδόσεις «Τόπος» είναι υπέροχη, ακριβώς έτσι όπως θα έπρεπε να είναι ένα βιβλίο που συνοδεύει κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, που αφορά τον Τζόυς. Πλήθος ερμηνευτικών σχολίων, γόνιμες εισαγωγικές σκέψεις, και μία μετάφραση/μεταγραφή στο ιδιάζον ύφος του Ιρλανδού. Επίσης, ο Άρης Μαραγκόπουλος με μια σημείωσή του διευκρινίζει ότι όλα τα αποσπάσματα από τα υπόλοιπα έργα του Τζόυς, είναι σε ολόδική του απόδοση – κάτι απολύτως εκτιμητέο και διόλου «ψωνίστικο» μιας και οποιαδήποτε νέα μεταγραφή του τζοϋσικού λόγου πρέπει να γιορτάζεται από τους αναγνώστες του με χαμόγελο και ένα ποτήρι λευκό κρασί. Κάποιες λίγες φράσεις και λέξεις του μεταφραστή μού φάνηκαν φευγαλέα ελαφρώς επιτηδευμένες (υστερότερα, μητρίδα, κλπ) καθώς και η επιμονή του να μην δίνει την πιο ρέουσα μορφή λόγου όταν αναφερόταν στα βιβλία του Τζόυς (π.χ. όπως συμβαίνει στο Εξόριστοι αντί στους Εξόριστους, κλπ). Ψιλά γράμματα για μένα και ούτε με ενδιαφέρει ποιο είναι πιο σωστό, απλώς μου δημιούργησαν στιγμιαία ενόχληση, και τέλος. Η έκδοση συνοδεύεται από 28 φωτογραφίες εκείνης της εποχής και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, καθώς και από εκτενή βιβλιογραφία. Μην με ρωτάτε τι περιμένετε να διαβάσετε σε αυτό το μικρό και θαυματουργό κείμενο του Τζόυς, γιατί ούτε και γω καλά καλά δεν γνωρίζω, και δεν με νοιάζει κιόλας. Ποτέ δεν με ένοιαζε.

Ο αναγνώστης του βρίσκεται ελεύθερος μεν, στο έλεος ενός ανελέητου κειμένου δε. Παρευρίσκεται σε μια πολυπληθή ερωτική συνεύρεση όπου κανείς δεν «τον συστήνει», κανείς δεν του δίνει σημασία· υποχρεώνεται να συνθέσει κοπιαστικά την αφήγηση, μόνος του, διαβάζοντας ξανά και ξανά τις ίδιες γραμμές, προχωρώντας και επιστρέφοντας ακατάπαυστα στα ίδια γεγονότα και στα ίδια πρόσωπα, αναζητώντας τον κεντρικό μίτο λες και αναζητά ερωτικό παρτενέρ σε μια περίκλειστη χάβρα όπου κυριαρχούν περιπτύξεις αγνώστων. Παρτούζα, δηλαδή. Γαμιέσαι κυριολεκτικά... για να ολοκληρώσεις με τον Τζόυς! 
 
 
Υ.Γ. 1904  Ο χαρακτηρισμός «Italianized Irishman» αποδίδεται στον John McCourt, Ιρλάνδος που ζει στην Τεργέστη, ευθύνεται μεταξύ των άλλων για το ετήσιο θερινό σεμινάριο Τζόις που γίνεται στην πόλη καθώς και το σχετικά καινούργιο (2004) Museo Joyce. 
 
Υ.Γ. 2666  Επειδή υπάρχει πολυπληθές κοινό στα βιβλιοφιλικά γκρουπ του φβ που διψάει για βιβλία με ποιητικό ύφος, όχι όμως ποίηση, και γεμάτα με όμορφα μηνύματα, θα επανέλθω δριμύτερος. Μείνετε... αποσυντονισμένοι, όπως συνήθως σας συμβαίνει όταν έρχεστε αντιμέτωποι με οτιδήποτε σχετικό με τον Τζόυς!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.