Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Italianized Irishman


Όλοι εσείς που νιώθετε ακαθόριστο μίσος για τον Τζόυς ή τον θεωρείτε έναν σχιζοφρενή κάφρο που φλόμωσε επίτηδες την λογοτεχνία του με δυσερμήνευτα και κρυπτικά μηνύματα, αναλογιστείτε τούτο (για να νιώσετε χειρότερα): το βιβλίο που κρατάω στα χέρια μου είναι 220 σελίδες μεγάλου σχήματος, αν αφαιρέσουμε χοντρικά τις 20 σελίδες που δείχνουν μερικές φωτογραφίες και την βιβλιογραφία στο τέλος, θα μείνουν 200. Θέλετε να κόψω άλλες 10; 190, να τα αφήσω; Ωραία, από αυτές τις 190 μόλις οι 16 σελίδες (εν πολλοίς αραιογραμμένες) είναι του ίδιου του Τζόυς – συν άλλες 16 αντικριστές σελίδες η μετάφραση. Σας την δίνει στα νεύρα όλο αυτό; Πολύ το γουστάρω! Κι αν αυτή η λεπτή σύμβαση κουράζει τον αναγνώστη, ας σκεφτεί ότι στην παγκόσμια λογοτεχνία κανείς συγγραφέας που σέβεται τη δουλειά του δεν υποβάλλει προφανείς ερωτήσεις («Who?») με προφανή απάντηση («She»). Οπωσδήποτε ο Τζόις ανήκει στους συγγραφείς εκείνους που θέτουν ψηλά τον πήχη ως προς αυτόν τον θεμελιώδη κανόνα της αναγνωστικής προσδοκίας και απόλαυσης.

Στο ίδιο μοτίβο, όποιον βλέπω να υποστηρίζει ότι είναι αχρείαστες οι τόσες υποσημειώσεις και ερμηνείες στο έργο του Τζόυς, θεωρώ ότι επαληθεύει ακριβέστατα τον ορισμό της αυτογελοιοποίησης – το έθεσα κάπως ήπια, γιατί είμαι και ευγενικός άνθρωπος, δεν θέλω να προκαλώ. (...) αυτή άλλωστε είναι η ομορφιά της απορίας, του αινίγματος, της λογοτεχνίας: η ανασφάλεια του αναγνώστη. Αυτό το εξαιρετικό δοκίμιο του Άρη Μαραγκόπουλου ήρθε να επιβεβαιώσει και να «γαργαλήσει» αυτή την ανασφάλεια των αναγνωστών, ότι ίσως να είναι έτσι τα πράγματα, ίσως πάλι να μην είναι καν έτσι αλλά πολύ αλλιώς, που θα έρθουν άλλες μελέτες (είναι ισχνότατη η ελληνική βιβλιγραφία επί του θέματος, την τρέλα μου μέσα!) να φωτίσουν τα σκοτεινά σημεία της τζοϋσικής ερμηνείας. Εξάλλου και ο ίδιος ο Μαραγκόπουλος ύστερα από την πρώτη, πριν πολλά χρόνια, «λειψή» απόδοση του «Τζάκομο», έρχεται τώρα να διορθώσει τα πράγματα, και θα επανέλθει σίγουρα και στο μέλλον· όχι γιατί δεν κάνει καλά την δουλειά του αλλά γιατί ο Τζόυς κάνει πολύ καλά τη δική του! 
 


Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο στην λογοτεχνία είναι το μη τελεσίδικο της απόλαυσης και των ερμηνειών. Ο Ρίτσαρντ Έλμαν, ο επίσημος βιογράφος του Τζόυς και εκείνος που έφερε στην επιφάνεια το «Τζάκομο Τζόυς» ήταν για πολλά χρόνια και παραμένει σθεναρά ακόμα και τώρα μια μεγάλη αυθεντία γύρω από τον Ιρλανδό. Με βοήθησε πολύ κατά την (πρώτη) ανάγνωση του «Οδυσσέα» και του το χρωστάω αυτό. Όμως κάποια στιγμή επέρχεται η αποκαθήλωση των μελετητών – ενίοτε και των συγγραφέων, αν και με τον Τζόυς δύσκολα να γίνει αυτό – κυρίως όταν ανακύπτουν νέοι μελετητές με νέες ιδέες και νέες μεθόδους, πράγμα αξιοθαύμαστο. Ο John McCourt έγινε ένας από αυτούς· ανυπομονώ να δω κάτι δικό του μεταφρασμένο στα ελληνικά. Ακόμα και η Έλεν Σιξού προσπόρισε μερικές ενδιαφέρουσες ιδέες γύρω από τον Τζόυς («Ο τζοϊσικός ερωτισμός δεν ικανοποιείται απλώς με μια μονόπλευρη υπέρβαση [...] Στον Τζόις η διαδικασία γονιμοποίησης αναστρέφεται: αρσενικό-θηλυκό, ο καλλιτέχνης γονιμοποιεί τον εαυτό του μέσα από τον δίαυλο του φαντασιακού»), όταν έχει γράψει επίσης εκείνο το ανόητο επίμετρο για το ανόητο βιβλίο της Λισπέκτορ – τίποτα δεν μόνο άσπρο ή μαύρο, παιδιά! 
 
Έγραφε σχετικά με τη Βιογραφία αυτή η Kathleen Ferris το 1995:

Αυτό το έργο έχει σε τέτοιο βαθμό κυριαρχήσει στο πεδίο της τζοϊσικής έρευνας που, όταν αναφερόμαστε στον Τζόις, αναφερομαστε στον Τζόις του Έλμαν· δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Και πλέον δεν γράφουμε κριτική με βάση τα βιογραφικά στοιχεία, επειδή μετά τον Έλμαν, τι άλλο μένει να πει κανείς;


Έτσι λοιπόν και ο Άρης Μαραγκόπουλος περιορίζει τα βιογραφικά στοιχεία για τον Τζόυς, τι να πει και αυτός μετά τον Έλμαν, και στρέφεται σε όσες γοητευτικές συνδέσεις κατάφεραν να επιτύχουν με τα χρόνια οι ακούραστοι μελετητές του Μεγάλου Ιρλανδού. Συνηθίζουμε να λέμε ότι ο Τζόυς στον «Οδυσσέα» του μυθοποίησε την πόλη του Δουβλίνου. Όμως και η Τεργέστη, πόλη όπου ο συγγραφέας έζησε 16 από τα πιο γόνιμα καλλιτεχνικά αλλά και πιο δύσκολα χρόνια της ταλαιπωρημένης ζωής του, είναι πιο μυθοποιημένη από ό,τι γενικώς πιστεύεται. Εκεί ο Τζόυς τελείωσε τους «Δουβλινέζους», έγραψε το «Πορτρέτο», τους «Εξόριστους», το «Τζάκομο», και συνέλαβε την μεγάλη ιδέα του «Οδυσσέα», γράφοντας μάλιστα και κάποια από τα πιο απαιτητικά κεφάλαιά του. Το μυθοποιημένο Δουβλίνο είναι περισσότερο η Τεργέστη της καλλιτεχνικής του απελευθέρωσης – η σπουδαία λογοτεχνική του αξία εδράζεται κατά κύριο λόγο σ’ αυτό το μικρό λιμάνι της Μεσογείου!

Γλυκό πλάσμα. Τα μεσάνυχτα, ύστερα από τη μουσική, στον δρόμο Σαν Μικέλε σ’ όλη την ανηφόρα ως επάνω, πρόφερα τρυφερά αυτές τις λέξεις. Σιγά... με το μαλακό, μικρέ μου Τζέιμς! Δεν περπάτησες άλλη φορά στους δρόμους του Δουβλίνου κλαψουρίζοντας μες στη νύχτα κάποιο άλλο όνομα; 
 
Η σκέψη ότι το κείμενο του Τζόυς είναι μια «άτελης» ιστορία αγάπης (κάπως έτσι αναδύθηκε από τον Έλμαν που το ανακάλυψε και το έβγαλε στο φως) είναι πολύ επιφανειακή και αν ζούσε ο Τζόυς σήμερα, αυτό που θα φοβόταν περισσότερο και από τα σκυλιά και τους κεραυνούς, είναι η επιφανειακή ανάγνωση των έργων του! Δεν πρόκειται για την περιγραφή τσιλιμπουρδίσματος ενός καθηγητάκου αγγλικών με μια ή περισσότερες ζουμερές μαθητριές του, λες και βρισκόμαστε σε μεσημεριανή ζώνη (του λυκόφωτος!) – σας παρακαλώ, δεν πείθομαι με τόσο λειψά επιχειρήματα, στην Τατιάνα τατιανιές;; Το βιβλίο είναι κάτι πιο βαθύ που σε λερώνει.

Αναλύω περί Σέξπιρ στην πειθήνια Τεργέστη: ο Άμλετ, έφην εγώ, που είναι αβρότατος σε ευγενείς και λαϊκούς, φέρεται με αγένεια μόνον απέναντι στον Πολώνιο. Ίσως επειδή, ως πικραμένος ιδεαλιστής, στους γονείς της αγαπημένης του μπορεί μόνο να διακρίνει τις γκροτέσκο απόπειρες της φύσης να πλάσει την εικόνα της. ..........
Το σημειώσατε αυτό; 
 
Η έκδοση από τις εκδόσεις «Τόπος» είναι υπέροχη, ακριβώς έτσι όπως θα έπρεπε να είναι ένα βιβλίο που συνοδεύει κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, που αφορά τον Τζόυς. Πλήθος ερμηνευτικών σχολίων, γόνιμες εισαγωγικές σκέψεις, και μία μετάφραση/μεταγραφή στο ιδιάζον ύφος του Ιρλανδού. Επίσης, ο Άρης Μαραγκόπουλος με μια σημείωσή του διευκρινίζει ότι όλα τα αποσπάσματα από τα υπόλοιπα έργα του Τζόυς, είναι σε ολόδική του απόδοση – κάτι απολύτως εκτιμητέο και διόλου «ψωνίστικο» μιας και οποιαδήποτε νέα μεταγραφή του τζοϋσικού λόγου πρέπει να γιορτάζεται από τους αναγνώστες του με χαμόγελο και ένα ποτήρι λευκό κρασί. Κάποιες λίγες φράσεις και λέξεις του μεταφραστή μού φάνηκαν φευγαλέα ελαφρώς επιτηδευμένες (υστερότερα, μητρίδα, κλπ) καθώς και η επιμονή του να μην δίνει την πιο ρέουσα μορφή λόγου όταν αναφερόταν στα βιβλία του Τζόυς (π.χ. όπως συμβαίνει στο Εξόριστοι αντί στους Εξόριστους, κλπ). Ψιλά γράμματα για μένα και ούτε με ενδιαφέρει ποιο είναι πιο σωστό, απλώς μου δημιούργησαν στιγμιαία ενόχληση, και τέλος. Η έκδοση συνοδεύεται από 28 φωτογραφίες εκείνης της εποχής και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, καθώς και από εκτενή βιβλιογραφία. Μην με ρωτάτε τι περιμένετε να διαβάσετε σε αυτό το μικρό και θαυματουργό κείμενο του Τζόυς, γιατί ούτε και γω καλά καλά δεν γνωρίζω, και δεν με νοιάζει κιόλας. Ποτέ δεν με ένοιαζε.

Ο αναγνώστης του βρίσκεται ελεύθερος μεν, στο έλεος ενός ανελέητου κειμένου δε. Παρευρίσκεται σε μια πολυπληθή ερωτική συνεύρεση όπου κανείς δεν «τον συστήνει», κανείς δεν του δίνει σημασία· υποχρεώνεται να συνθέσει κοπιαστικά την αφήγηση, μόνος του, διαβάζοντας ξανά και ξανά τις ίδιες γραμμές, προχωρώντας και επιστρέφοντας ακατάπαυστα στα ίδια γεγονότα και στα ίδια πρόσωπα, αναζητώντας τον κεντρικό μίτο λες και αναζητά ερωτικό παρτενέρ σε μια περίκλειστη χάβρα όπου κυριαρχούν περιπτύξεις αγνώστων. Παρτούζα, δηλαδή. Γαμιέσαι κυριολεκτικά... για να ολοκληρώσεις με τον Τζόυς! 
 
 
Υ.Γ. 1904  Ο χαρακτηρισμός «Italianized Irishman» αποδίδεται στον John McCourt, Ιρλάνδος που ζει στην Τεργέστη, ευθύνεται μεταξύ των άλλων για το ετήσιο θερινό σεμινάριο Τζόις που γίνεται στην πόλη καθώς και το σχετικά καινούργιο (2004) Museo Joyce. 
 
Υ.Γ. 2666  Επειδή υπάρχει πολυπληθές κοινό στα βιβλιοφιλικά γκρουπ του φβ που διψάει για βιβλία με ποιητικό ύφος, όχι όμως ποίηση, και γεμάτα με όμορφα μηνύματα, θα επανέλθω δριμύτερος. Μείνετε... αποσυντονισμένοι, όπως συνήθως σας συμβαίνει όταν έρχεστε αντιμέτωποι με οτιδήποτε σχετικό με τον Τζόυς!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Η λογοτεχνία ως μη βούληση και παράσταση

Το μέλλον δείχνει ότι σε λίγο καιρό θα παριστάνουμε ότι γράφουμε λογοτεχνία. Ο Τζήμας που παριστάνει τον Μπουκόφσκι που παριστάνει τον Φάντε που παριστάνει την Γιαδικιάρογλου. Η λογοτεχνία τρώει πολύ ξύλο, μπας και μάθει επιτέλους καλούς τρόπους και καταφέρει κάποτε να μπει στον παράδεισο. «Ήρθε ένας κύριος για τα ριντό. Ήταν αδερφή . Είχε νύχια που έλαμπαν κι ένα κασμίρ φουλάρι κάτω απ’ το σπορ σακάκι με τη ζώνη» . Θα γράφεται λογοτεχνία απίστευτα βαρετή, πολύ πιο βαρετή από όση υπάρχει ήδη. Οι υπερευαίσθητοι αναγνώστες θα μισούν ακόμα περισσότερο την ζωή τους γιατί θα την βλέπουν να μετατρέπεται σε αυτό που οι ίδιοι διορθώνουν. Οι άλλοι οι αναγνώστες, οι αναίσθητοι, θα αναπολούν μια λογοτεχνία που με τα υλικά που έβρισκες εντός της θα μπορούσες να αναδιαμορφώσεις την πραγματική σου ζωή – να μισήσεις, να νιώσεις θυμό, να βρίσεις, να σιχαθείς, να αποσυμπιεστείς τέλος πάντων για να μην σκάσεις. Αλλά το πρόβλημα είναι τελικά πιο απλό και εμφανές από όσο θέλουν να το παρουσιάζουν: της

Η φάση είναι κρίντζι

  Όπως θα σας έλεγε και ο θείος που κάθεται με την νεολαία κάθε Τσικνοπέμπτη, «Η φάση είναι κρίντζι», δηλώνει μία κατάσταση εξαιρετικά αναληθοφανή που σε παγώνει και σε κάνει να ανατριχιάζεις από την αμηχανία λες και κάποιος όλη την ώρα λέει κρύα αποτυχημένα αστεία χωρίς σταματημό και έλεος. Ο Λέων Τολστόι – back to back ανάρτηση με Τολτσόι, δε σας χάλασε! – επιφυλάσσει αυτή την τιμητική θέση του θείου για τον Σαίξπηρ και τα έργα του, με κύριο στόχο τον «Βασιλιά Ληρ». «Αυτό είναι το τόσο γνωστό έργο. Όσο κακό και να παρουσιάζεται στην αφήγησή μου, την οποία προσπάθησα να κάνω όσο τον δυνατόν πιο ουδέτερη, θα πω χωρίς δισταγμό πως στο πρωτότυπο το έργο είναι ακόμα χειρότερο» . Εν συντομία, δεν κάνει για δραματουργός το παιδί ! Θα σφαχτούμε και σε αυτό το γιορτινό τραπέζι, πάνω απ’ όλα η παράδοση!

Οι αποσυνάγωγοι

  Το να γράφεις αλλόκοτη και παράδοξη λογοτεχνία δεν σημαίνει κιόλας ότι δεν έχεις συμβιβαστεί με μια εντυπωσιοθηρική παράσταση και έχεις παγιδευτεί εντός της. Το πιο παράδοξο που συναντάς πλέον σε πολλά λογοτεχνικά έργα είναι ότι τους λείπει η λογοτεχνία! Η λεγόμενη παράδοξη λογοτεχνία συνήθως παίζει επικίνδυνα με τα όρια της γραφικότητας, που υποτίθεται ότι η άλλη, κοινή λογοτεχνία τα αποφεύγει… χαχαχα, μπα σε καλό μου. Κανείς δεν γλυτώνει από την γραφικότητα αν δεν ξέρει τον τρόπο να το πετύχει. Ταρώ ρίχνει και ο Χοντορόφσκι ταρώ και ο Χαϊκάλης, ποντάρετε σωστά τα λεφτά σας. Σχεδόν πάντα, είναι το ίδιο δύσκολο και ψυχοφθόρο να είσαι αποσυνάγωγος όσο και να είσαι επίτιμο μέλος της συναγωγής . «Νόμιζα πως είμαι αυτό που είμαι, αλλά στην πραγματικότητα είμαι ακόμα αυτό που ήμουν. Κι αυτό που ήμουν δεν ξέρω τι είναι. Ίσως κάποια μέρα το μάθω. Τότε θα είμαι αυτό που θα είμαι, αλλά δεν θα είμαι πια αυτό που είμαι τώρα. Και το να πάψω να είμαι αυτό που είμαι τώρα, με φοβίζει και με τρομάζε

Ο ακρωτηριασμός της Δύσης

    Όσο διάβαζα το βιβλίο μού ερχόταν στο μυαλό μια εντυπωσιακή φράση του Κούντερα που υπάρχει στο δοκίμιο «Ο ακρωτηριασμός της Δύσης ή Η τραγωδία της Κεντρικής Ευρώπης» , καθώς και στις «Προδομένες διαθήκες» αν θυμάμαι καλά, που λέει ότι πλέον η ζωγραφική έγινε μια περιθωριακή τέχνη, ο κόσμος έπαψε να ενδιαφέρεται για αυτή όπως το έκανε όσο ζούσε ο Πικάσο και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναφέρουν έναν σύγχρονο ζωγράφο πια. Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για το σκάκι και αν όλα πάνε καλά (και κατά διαόλου) και για οτιδήποτε άλλο. «Μαζί με τον Αλιέχιν, ένας κόσμος πέθαινε. Ο θάνατός του δεν αφορούσε μόνο το σκάκι. Ο Αλιέχιν υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας κλάσης παικτών χωρίς δάσκαλο, αριστοκρατών χωρίς βασιλιά, ατόμων χωρίς υποστήριξη, πνευματικών ανθρώπων χωρίς ιδεολογία, πολιτών χωρίς σύνορα, βασιλέων της φαντασίας, ανθρώπων ανένταχτων… Τώρα που δεν υπήρχε πια, ποιος θα έπαιζε;» Ας παίξουμε με τις λέξεις, για την ώρα. Οι λέξεις chess και chase ηχούν πολύ όμοια

Γεύση πικραμύγδαλου

Να είσαι φαν του κουραμπιέ, να τον ξεκινάς με λαχτάρα και να σου σκάει πικραμύγδαλο. Κάπως έτσι ένιωσα με το συγκεκριμένο βιβλίο. Ήθελα πολύ να μου αρέσει. Αγαπώ την ιταλική λογοτεχνία (ειδικά την λίγο πιο παλιά, δεν έχω μελετήσει τόσο την σύγχρονη), βρίσκεται σταθερά στις τοπ λογοτεχνίες μου, συνθέτοντας πάντα δείγματα γεμάτα αισθητική κομψότητα και τόλμη μαζί, γιατί καλώς ή κακώς στη λογοτεχνία όλα τα υπόλοιπα οφείλουν να ακολουθούν∙ αν προηγούνται ή κυριαρχούν, δυναμιτίζουν την συνολική αξία του έργου και καταλήγεις να περιπλανιέσαι αμήχανος ανάμεσα σε λεκτικά ερείπια ενώ γνωρίζεις βέβαια ότι η λογοτεχνία είναι κατ’ αρχήν σκοτεινή και υπόγεια διαδρομή. Πρώτα θα γίνει ορυχείο, βαθύ και αδυσώπητο, και αν καταφέρει να βρει φλέβα ίσως εξορύξει και ό, τι πολύτιμο κουβαλά εντός της. Ο ήρωας του μυθιστορήματος «Πικρή ζωή» και άλτερ έγκο του Λουτσάνο Μπιαντσάρντι τα γνώριζε καλά όλα αυτά όταν ξεκίνησε να το γράφει αλλά προτίμησε να τα ξεχάσει γρήγορα, και μαζί και ο αναγνώστης την ελπίδα

Round About Midnight

  Μεγάλο Σάββατο απόψε και λίγο μετά τις μονότονες κροτίδες και αφού σταματήσουν και οι πρόβες με τις εφτά σάλπιγγες της Αποκάλυψης, όλοι μας θα ετοιμαστούμε ψυχολογικά για την μουσική που αγαπάμε να μισούμε: τα κλαρίνα. Εναλλακτική δεν έχει δυστυχώς και οι πιθανοί αυτοσχεδιασμοί εξαντλούνται στο πασχαλινό τραπέζι, τίποτα περισσότερο. Τα μαύρα πρόβατα της κάθε οικογένειας, πάντα υπάρχουν τέτοια, καμμένα από χέρι όπως και τα άλλα τα κανονικά, θα δείχνουν λίγο τζαζ μέσα σε όλο αυτό το ομοιόμορφο μπουλούκι αλλά δεν μπορείς να κάνεις και πολλά για να βοηθήσεις. Θα φαλτσάρουν κοινότοπες ευχές όπως όλοι και θα ελπίζουν να δείχνουν κάπως φυσιολογικοί – αλλά μέσα τους θα είναι χαρούμενοι και θα νιώθουν αγαλλίαση καθώς θα θυμούνται τον Ted Joans που έλεγε χαρακτηριστικά και το υποστήριζε εμπράκτως, ότι «Jazz is my religion and Surrealism is my point of view».  

Mission impossible

  Η μοναδική αποστολή του βιβλιοθηκάριου (βιβλιοθηκονόμοι πλέον ρε Ορτέγκα, μας προσβάλλεις γαμώτο∙ ναι, ο φερετζές μάς έλειπε), τουλάχιστον στην Ελλάδα και για μια γεμάτη 25ετία, είναι να μην πεθάνει από την πείνα. Τα πάμε καλά, συνάδελφοι! Άλλος για μπαρ τράβηξε, άλλος για γραμματειακή υποστήριξη και άλλος στου ΟΑΕΔ τα ΚΟΧ αίμα και δάκρυα πίνει. Ευαισθητοποιημένοι πολίτες λένε συνεχώς να χαρίσουμε βιβλία στις βιβλιοθήκες μας, είναι ο πολιτιστικός μας πνεύμονας (με χρόνια βρογχίτιδα), το κράτος από την μεριά του λέει κανένα πρόβλημα, στα τέτοια μου, αλλά να ξέρετε όποτε χρειαστεί να κόψω χρήματα για τις εκλογικές διαφημίσεις θα τα πάρω από τις βιβλιοθήκες, no offense. Και η σχολή Βιβλιοθηκονομίας συνεχίζει να βγάζει εκατοντάδες επιστήμονες κάθε χρόνο σαν να μην υπάρχει αύριο (που δεν υπάρχει!), μια θλιβερή γραμμή παραγωγής από ρομποτάκια σε μια δυστοπική και λοβοτομημένη πολιτιστικά χώρα. Does that make sense? «Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από μια παράξενη τάση να τρέφονται, κυρίως, με

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!