Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο Νονός

 
Εγώ λατρεύω αυτόν τον συγγραφέα. Τέλος. Διαβάζοντας τα βιβλία του νιώθεις ότι παίρνεις το βάπτισμα του πυρός σε μια κόλαση πόνου και οργής. Πολλοί τον χλευάζουν, τον θεωρούν σαν το αχάριστο «βαφτιστήρι» σε μέρη όπου μοιράζουν πλουσιοπάροχα δώρα οι Νονοί και εκείνος αρνήθηκε να πάρει το μερίδιό του. Μια καταλανική έκφραση μου έδινε ανέκαθεν το μέτρο για το πόσο δύσκολο είναι να ανιχνεύσει κανείς την αλήθεια: «Όταν υπάρχει πλημμύρα, το πρώτο πράγμα που λείπει είναι το πόσιμο νερό». Θέλει να σου προσφέρει μια γουλιά καθαρό νερό και συ αρνείσαι. Μα, δεν πίνεις νερό μόνο όταν διψάς. Αν καταλάβεις ότι διψάς, τότε είσαι ήδη αφυδατωμένος! Σου ζητάει απλώς να διαβάσεις τις λέξεις του. Στο ζητάνε και άλλοι αυτό, το ξέρω. Πρέπει να αποδεχτείς το τίμημα της επιλογής σου. Από αισθητικής άποψης δε, τα πράγματα είναι αρκετά ξεκάθαρα – ο Σαβιάνο μπορεί άνετα να αντιμετωπίσει στα ίσα ένα «Καρτέλ» και από μερικά μυθιστορήματα-λείψανα τύπου Βάσκες είναι πολύ πολύ καλύτερος, είναι σχεδόν αστείο να το συζητάμε περαιτέρω.
 
Πρόσφατα δολοφονήθηκε εν ψυχρώ μία βραζιλιάνα ακτιβίστρια. Και τι μας νοιάζει εμάς; Είμαστε πολύ μακριά από την Βραζιλία και σε λίγο αρχινάει και το Μάστερ Σεφ. Το πολύ πολύ να μάθουμε πεταχτά και πρόχειρα για την δράση της, να δηλώσουμε αλληλέγγυοι και να βάλουμε και ένα «Λυπάμαι» ή «Έλεος» στο φβ, κατά την διάρκεια των διαφημίσεων. Αξίζει αυτό; Το θέμα είναι να μάθεις για την δράση της Μαριέλε Φράνκο πριν εκείνη πεθάνει. Όχι γιατί έτσι θα δείξεις «ψαγμένος» στους φίλους σου αλλά γιατί έτσι θα είχε δικαιωθεί ο αγώνας της. Ο αγώνας της για αλήθεια, για πόσιμο νερό. Σε κάτι παρόμοιο αποσκοπεί και ο Σαβιάνο. Ενδεχομένως κάποια στιγμή να τον ξετρυπώσουν οι διώκτες του και να τον ξεκοιλιάσουν αλλά μέχρι τότε, επιθυμεί όσο γίνεται περισσότεροι αναγνώστες να διαβάσουν τα βιβλία του, ακόμα και αν διατηρούν ένα μειδίαμα χλευασμού στα χείλη τους. 
 
Είδα ότι στη γη μου εμφανίσθηκαν συνθήματα εναντίον μου: «Σαβιάνο, σκατό». «Σαβιάνο, σκουλήκι». Και μια τεράστια κάσα με το όνομά μου. Και μετά προσβολές, αδιάκοπες συκοφαντίες, με πρώτη την πιο συχνή και κοινότοπη: «Αυτός έκανε λεφτά». Με τη δουλειά μου ως συγγραφέας τώρα κατορθώνω να ζω και, ευτυχώς να πληρώνω τους δικηγόρους.
 
Το βιβλίο ανθολογεί κείμενα που γράφτηκαν την περίοδο 2004-2009, δηλαδή πριν και μετά τις αποκαλύψεις του συγγραφέα για την δράση της Καμόρρα (2006). Δεν ακολουθεί χρονική ακολουθία και έτσι μπορεί να διαβάσεις πρώτα ένα κείμενο για την βράβευση της ταινίας «Γόμορρα» στις Κάννες και ύστερα ένα κείμενο αρκετά χρόνια προγενέστερο. Η συνοχή των ιστοριών όμως δεν χαλάει διόλου – ο Σαβιάνο ενδιαφέρεται το ίδιο για τις περιπτώσεις ξεχωριστών ανθρώπων που πήγαν κόντρα στις πιθανότητες και στο εχθρικό τους περιβάλλον και αναδείχθηκαν με τιμιότητα και στο ίδιο το εχθρικό και εγκληματικό περιβάλλον που καταστρέφει με κυνικότητα γενιές και γενιές νέων ανθρώπων. Η αληθινή πείνα να γίνεις κάποιος, να πετύχεις έναν στόχο, να ξεχωρίσεις από την ανανδρία και την γαλιφιά εκείνων που σε περιβάλλουν. Ως αναγνώστης αμφιταλαντεύεσαι διαρκώς ανάμεσα σε δυο συναισθηματικές καταστάσεις, την (χωρίς μελό) συγκίνηση από τη μια και την οργή που φουσκώνει μέσα σου από την άλλη. Η ισορροπία είναι αξιοθαύμαστη, αν και στο τέλος κλίνεις (μάλλον) προς την οργή, καθώς αντιλαμβάνεσαι ότι οι συγκινητικές περιπτώσεις είναι θλιβερά λίγες και απαιτούν πολύ κόπο για να υπάρξουν και να ξεχωρίσουν. Ο Σαβιάνο όμως θέλει να σε πείσει ότι οι περιπτώσεις αυτών των ξεχωριστών ανθρώπων δεν είναι αμελητέες και ισχνές, είναι εκείνες που του δίνουν κουράγιο να γράφει σε μία κατάσταση χρόνιου εγκλεισμού και φόβου, θα δώσουν και σε σένα κουράγιο, και τέλος πάντων, και ο ίδιος ο Σαβιάνο είναι μια τέτοια ξεχωριστή περίπτωση, διάβασέ τον. 
 

 
Ωστόσο, θα αποκρύψω τις συγκινητικές περιπτώσεις, αφήστε τον Σαβιάνο να τις πει που μπορεί να τις αναδείξει καλύτερα, και θα αναφερθώ σε εκείνες τις περιπτώσεις που προκαλούν οργή και ίσως θα έπρεπε να μάθουμε πρώτες μπας και κινητοποιηθούμε. Έχοντας διαβάσει πρόσφατα τα «Παιχνίδια που παίζουν τα πρωτεύοντα» έχω την εντύπωση ότι οι ιστορίες του Σαβιάνο μοιάζουν σαν case studies που θα ζήλευε και ο Μαεστριπιέρι για το δικό του βιβλίο. Εξουσία, νεποτισμός, βία στον υπερθετικό και παράλογο βαθμό.
 
[...] Κάθε φορά που πετάμε κάτι στα σκουπίδια, εκεί στον τενεκέ κάτω απ' το νεροχύτη της κουζίνας ή κλείνουμε τη μαύρη σακούλα, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι δε θα μετατραπεί σε λίπασμα, σε κομπόστ, σε τροφή που θα ταΐσει ποντίκια και γλάρους, αλλά θα μετατραπεί απευθείας σε εταιρική δράση, κεφάλαια, ψήφους. (...) Το τραγικό είναι οι νέες γενιές που καταστρέφονται. Το ίδιο το μέλλον που συμβιβάζεται. Όποιος γεννιέται σήμερα δε θα μπορεί ούτε καν να προσπαθήσει να αλλάξει αυτά που όσοι προηγήθηκαν δεν κατάφεραν να σταματήσουν και να αλλάξουν. Σε τούτα τα καταβασανισμένα εδάφη οι εμβρυϊκές δυσπλασίες είναι ογδόντα τοις εκατό περισσότερες σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο. Αξίζει τον κόπο να θυμίσουμε το δίδαγμα του Μπέογουλφ, του επικού ήρωα που ξερίζωσε τα χέρια του Δράκου που μίαινε τη Δανία: «Ικανότερος δεν είναι ο εχθρός που σου παίρνει τα πάντα, αλλά εκείνος που σε κάνει να συνηθίζεις να μην έχεις πια τίποτα».
 
Το βιβλίο, σχεδόν 330 σελίδες σκληρά συγκινητικών ιστοριών, πωλούνταν στην Πρωτοπορία μόλις 2.40 – ένας μονός εσπρέσο κοστίζει τουλάχιστον 2.50 και ίσως να έχει χάλια γεύση. Δύσκολα να εκτιμηθεί η αλήθεια στις μέρες μας. Μόλις τον καθαρίσουν θα κατακλυστεί το φβ από τα «RIP Robe» και όλοι θα πλακωθούμε στους εσπρέσο της παρηγοριάς! Ο Σιαβάνο είναι ο νονός εκείνος που θα σου φέρει ένα δώρο κάπως ενοχλητικό και άχαρο συγκρινόμενο με τα δώρα των άλλων, αλλά εκείνο που θα εκτιμηθεί καλύτερα όταν θα ωριμάσεις.    
 
Σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα βιβλία του Σαβιάνο, «Γόμορρα» και «000», όπου επικεντρώνονταν κυρίως στις αποκαλύψεις για την δράση των εγκληματικών οργανώσεων και στις συγκινητικές ανθρώπινες ιστορίες αντίστασης, σε αυτό το βιβλίο ενσωματώνει και μερικά θαυμάσια άρθρα που αποτίουν φόρο τιμής σε συγγραφείς που αγαπά για το θάρρος τους και την επιμονή τους στην ελευθερία και την αλήθεια. Μίνι κριτικά δοκίμια για συγγραφείς όπως ο Γουίλλιαμ Βόλμαν, ο Μάικλ Χερ (που έγραψε τις «Αποσπάσεις», «Dispatches», 1977, ένα συγκλονιστικό χρονικό του πολέμου του Βιετνάμ που ενέπνευσε ταινίες όπως το «Full metal jacket» και το «Αποκάλυψη τώρα» – «Δέκα χρόνια του πήρε για να γράψει τις Αποσπάσεις. Και μετά τις Αποσπάσεις τίποτα. Κανένα άλλο βιβλίο. Ίσως γιατί, όπως γράφει ο Τζον Λε Καρρέ, είναι το ωραιότερο που γράφτηκε ποτέ για τον πόλεμο μετά την Ιλιάδα»), ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, ο Ούβε Γιόνζον, ο Γκούσταβ Χέρλινγκ, η Άννα Πολιτκόφσκαγια – με το ένα μάτι ψαχούλευα διαρκώς την «Βιβλιονέτ» και με το ένα χέρι τα ψιλά στο πορτοφόλι μου, για να δω πού θα καταλήξω. Δεν κατέληξα για την ώρα, ωστόσο για την λογοτεχνία του Σαβιάνο είμαι κατηγορηματικός... τα ρέστα μου! 
 
 
[...] Η απάντηση είναι απλή: η λογοτεχνία προξενεί φόβο στο έγκλημα όταν αποκαλύπτει το μηχανισμό του, αλλά όχι όπως γίνεται στα ρεπορτάζ. Προξενεί φόβο όταν το ξεσκεπάζει στην καρδιά, στο στομάχι, στο μυαλό των αναγνωστών.
(...) Δε συμβαίνει το ίδιο στις δυτικές κοινωνίες, όπου μπορείς να γράψεις ό,τι θέλεις, μπορείς να υψώσεις τη φωνή σου, μπορείς να παραγάγεις ό,τι θέλεις. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν ξεπεράσεις τη γραμμή της σιωπής και φτάσεις τότε στους πολλούς. Εκείνη τη στιγμή στις δυτικές κοινωνίες γίνεσαι στόχος.
 
Σε όλους όσοι επιμένουν ότι ο Σαβιάνο έκανε μια «αρπαχτή» πλούτου και φήμης – (...) πήγαινες γυρεύοντας, τι πονηρός που είσαι, πολλοί ζουν σαν εσένα, μην παραπονιέσαι, εσύ φταις για όλα, είσαι βεντέτα, είσαι βρομιάρης, είσαι αλήτης, αντέγραψες... οι φίλοι που είναι έτοιμοι να επικρίνουν τις απουσίες σου ενώ παίζουν playstasion, η νωθρότητά τους που τη δικαιολογούν με τις προσωρινές δουλειές τους – εκείνος αντιτείνει τα ζεστά λόγια αλληλεγγύης ανυπεράσπιστων ανθρώπων, αλλά και την σπουδαία και τιμητική στήριξη σημαντικών ανθρώπων που φαινομενικά δεν είχαν κάτι να «κερδίσουν» συμπαρατασσόμενοι στο πλευρό του. Ο κατάλογος είναι μακρύς, αναφέρω ενδεικτικά τους: Βισλάβα Σιμπόρσκα, Γκύντερ Γκρας, Τζον Μ. Κούτσι, Σαλμάν Ρούσντι, Ελφρίντε Γέλινεκ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Μάρτιν Σκορτζέσε, Πολ Όστερ, Ουμπέρτο Έκο, Κλαούντιο Μάγκρις, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Μάριο Βάργκας Λιόσα, αδελφοί Ταβιάνι, κ.α. 

Το βιβλίο τα σπάει, σπανίως βιβλίο καταφέρνει να κάνει τόσο εύστοχη (αυτο)κριτική ήδη από τον τίτλο του – η ομορφιά και η κόλαση! Σε άψογη έκδοση από τον «Πατάκη» και μετάφραση από την Μαρία Οικονομίδου (αποκαλύπτεται μία χαριτωμένα ειρωνική διάσταση όταν αντιπαραβάλεις φευγαλέα, το όνομα της μεταφράστριας με την αναπτυσσόμενη οικονομία μιας ολόκληρης χώρας, καθώς και άλλων, βασιζόμενη στην δράση εγκληματικών οργανώσεων!). Αγοράστε το βιβλίο αμέσως ή απλώς περιμένετε μέχρι να τον δολοφονήσουν ή να πάρει το Νόμπελ, επιλογές υπάρχουν! Μια από τις πιο συγκινητικές ιστορίες του τόμου είναι εκείνη της Μίριαμ Μακέμπα, της Mama Africa, που πέθανε το 2008 κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας αλληλεγγύης στο Καστέλ Βολτούρνο του ιταλικού νότου, ενώ είχε πρώτα ζητήσει μια αμερικανική έκδοση του βιβλίου του Σαβιάνο.
 
Η Μίριαμ Μακέμπα πέθανε στην Αφρική. Όχι τη γεωγραφική Αφρική, αλλά εκείνη που μεταφέρθηκε εδώ από τους ανθρώπους της, που αναμείχθηκε με αυτή τη γη, στην οποία πριν από λίγους μήνες δίδαξε την οργή της αξιοπρέπειας. Και, ελπίζω, την οργή της αδελφοσύνης. 
 
 
Υ.Γ. 2666   Pata Pata like, μην περιμένεις να πεθάνω πρώτα!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.