Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το βιολί του, αυτός


Από την στιγμή που διάβασα το «Μούνφλιτ» έπειτα από παρότρυνση καλής φίλης και σε εντελώς λάθος ηλικία, κάτι σκίρτησε εντός μου. Δεν μπορεί να είναι τόσο καλός, πρέπει να διαβάσω οπωσδήποτε και κάποιο άλλο δικό του. Είναι και αυτό το ερεθιστικό επίθετο που σε κεντρίζει, όλες αυτές οι μικρολεπτομέρειες μετράνε πολύ φίλοι μου, ξέρετε τι Joyce Carol Oates και Joyce Mansour και Τζόυς Ευείδη έχω μελετήσει εγώ κατά καιρούς; (Να πούμε εδώ ότι με χαρά έμαθα πως γυρίζεται η τρίτη σεζόν του «Καφέ της Χαράς» 15 χρόνια μετά την διακοπή της· Twin Peaks-Κολοκοτρωνίτσι… ένα «Σχέδιο Καλλικράτης»). Το είχα προτείνει σε ένα κορίτσι 12 χρόνων στην βιβλιοθήκη και όταν την ρώτησα πώς της είχε φανεί, μου είπε μισοένοχα-μισοντροπαλά ότι από ένα σημείο και μετά δυσκολεύτηκε να το παρακολουθήσει, της φάνηκε κάπως δύσκολο και το παράτησε. Την κατάλαβα απολύτως, πρώτον γιατί είχε δείξει πρωτύτερα τις δυνατότητές της, δεν ήταν εκείνη η τυπική έφηβη αναγνώστρια των «Ημερολογίων μιας ξενέρωτης», και δεύτερον, γιατί όντως είναι δύσκολος ο Φόκνερ (ποιος Φόκνερ, δεν είναι, εδώ που τα λέμε!). Η μικρή σίγουρα θα έχει τις ευκαιρίες να αναθεωρήσει. Με σας εκεί έξω δεν ξέρω τι θα γίνει. Το βιολί σας, κι εσείς.
 
Σπανιότατα, χάνω την αίσθηση του χρόνου και της πραγματικότητας με ένα βιβλίο – συγγνώμη αν σας χαλάω το διαδεδομένο όνειρο. Πάντα υπάρχει ένα άγρυπνο μάτι πίσω από το παραπέτασμα των λέξεων που ελέγχει διαρκώς τον τρόπο που εξελίσσεται η αφήγηση, θαυμάζει τις μεταφορές, καταγράφει επιμελώς τις παρομοιώσεις, σαστίζει με αυτό που σκέφτηκε ο συγγραφέας, πώς το εξέφρασε, κλπ. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, θα έλεγα ότι μου αρέσουν περισσότερο αυτά ειδικά τα παρελκόμενα παρά το ίδιο το βιβλίο στο σύνολό του. Μόνο δύο βιβλία μπορώ να ανακαλέσω που κατάφεραν να υπνωτίσουν το άγρυπνο μάτι μου, χωρίς καν να καταλάβω πώς συνέβη αυτό: «Το σπίτι με τα εφτά αετώματα» του Χόθορν και τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται πλέον και το «Χαμένο Στραντιβάριους» του Τζον Μιντ Φόκνερ. Βέβαια, τώρα που το καλοσκέφτομαι, αυτά τα τρία συγκεκριμένα βιβλία διατηρούν, ας πούμε, μία ισχνή θεματική και υφολογική σύνδεση, που ίσως είναι η κοινή συνισταμένη για το υπερφυσικό φαινόμενο που παρατηρείται εντός μου. Θα το διερευνήσω καλύτερα στο μέλλον. 
 
Αφού λοιπόν το μάτι μου κοιμήθηκε από πολύ νωρίς, δεν μπορώ να πω πολλά για το βιβλίο. Πρόκειται για μία υπερφυσική ιστορία και όπως καθετί υπερφυσικό προκαλεί μια προσωρινή παράλυση στον θεατή, ένα σοκ και δέος, μια λεκτική αδυναμία. Ένας νεαρός ευγενής, φοιτητής στην Οξφόρδη, παίζει εκστασιασμένος στο βιολί του μία ξεχασμένη σουίτα, την Γκαγιάρντα της Αεροπαγίτα, η οποία φαίνεται ότι προσκαλεί μια φασματική παρουσία που έρχεται κάθε φορά στο δωμάτιο του για να την απολαύσει. Από κει και ύστερα, η ιστορία ξεφεύγει και μόνο οι οργασμικά επιλεγμένες λέξεις του Φόκνερ μπορούν να την αποδώσουν στην μέγιστη ομορφιά της. 
 
[…] Ο τελευταίος ήχος δεν είχε τίποτα το μελωδικό, έμοιαζε πιο πολύ με ουρλιαχτό, τόσο ανατριχιαστικό που παρόμοιό του εύχομαι να μην ξανακούσω ποτέ στη ζωή μου. Ένας ήχος σαν πληγωμένου θηρίου. Έχω δει έναν πίνακα του Μπλέικ, στον οποίο δείχνει την ψυχή ενός πανίσχυρου κακού άνδρα να εγκαταλείπει το σώμα του την στιγμή του θανάτου. Το πνεύμα πετάει έξω από το παράθυρο με κάτι φρικτά, απαίσια μάτια που κοιτάζουν εμβρόντητα την ερήμωση στην οποία τούτο πηγαίνει. Αν μέσα στην επιθανάτια αγωνία της μπορούσε μια τέτοια ψυχή να βγάλει κραυγή, πιστεύω πως θα ακουγόταν σαν τον θρήνο που άκουσα από το βιολί εκείνη τη νύχτα.
 
Υπάρχει μία ωραία κατατοπιστική εισαγωγή του Μαρκ Βάλενταϊν (δεν έχω ιδέα ποιος είναι, η έκδοση μάς αφήνει στα σκοτάδια, μπορεί να είναι ένας ακόμα Μαραμπού της κακιάς ώρας, βοήθειά μας!), που συνοψίζει τα ετερόκλητα στοιχεία της γραφής του Φόκνερ και πώς υπήρξε ένας άνθρωπος του καιρού του, με εξαιρετική δυναμική όμως και άνοιγμα προς το μέλλον, που ζούμε τώρα. […] Ο Τζον Κλουτ, στην Εγκυκλοπαίδεια της Φαντασίας, παρατηρεί με οξυδέρκεια ότι, παρ’ όλο που το μυθιστόρημα δίνει την εντύπωση πως αναφέρεται στην υποδούλωση ενός μόνο ατόμου στις δυνάμεις του Κακού, στην πραγματικότητα ασχολείται με τον φόβο της υπέρβασης, με το άλμα από τον κόσμο της γνώσης και της σύνεσης στο βασίλειο της μυστικιστικής έκστασης (…) Πιθανόν ο συγγραφέας να είναι με το μέρος των αγγέλων, ίσως όμως κάποιοι από αυτούς να είναι έκπτωτοι.
 
Jeremy Brett on «The Lost Stradivarius»

 
Η έκδοση «Parsec» είναι πολύ όμορφη και το εξώφυλλο ασκεί μια παράξενη γοητεία πάνω μου, μου αρέσει. Η μετάφραση είναι απολύτως άψογη. Πώς το κατάλαβα; Όχι, δεν έκανα αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, προς Θεού, με ποιον νομίζετε ότι μιλάτε· είναι άψογη γιατί οι σκέψεις του Φόκνερ με έβαλαν σε έκσταση από πολύ νωρίς και η μετάφραση με αξιοζήλευτη μαεστρία φρόντισε να μην βγω από αυτήν, πριν το τέλος της ανάγνωσης. Τα εύσημα, λοιπόν, στην Δέσποινα Τούσα. Το αριστούργημα αυτό συμπληρώνεται με δύο εξαιρετικά διηγήματα του Φόκνερ, «Η Γαμήλια Νύχτα του Μεσοκαλόκαιρου» και «Χαραλαμπία» – εγώ θα ψάξω να σου βρω γιατρό. Το βιβλίο βρίσκεται στην β’ έκδοσή του και σας παροτρύνω να το αγοράσετε όλοι μπας και κάνει και γ’, και φιλοτιμηθεί ο εκδοτικός να βγάλει και το άλλο μυθιστόρημα του Φόκνερ, «Nebuly Coat». 
 
Ας αναφέρω εδώ ότι εξίσου σπανιότατα αφήνω κάποιες μέρες κενές μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου. Αν για κάθε βιβλίο άφηνα 2-3 μέρες κενές, στο τέλος του χρόνου θα έβγαινα μείον 4-5 βιβλία! Πάτε καλά ρε σεις; Mind the gap! Ούτε καν μετά τον μέγιστο Τζόυς δεν μου έδωσα ρεπό. Υπάρχουν όμως κάποια βιβλία, με έναν εντελώς μεταφυσικό τρόπο, που σου επιβάλουν αυτή την παύση. Κάποιες ιστορίες τόσο αριστοτεχνικά δοσμένες που με κάνουν να παραλύω, σαν να πηγαίνω πρώτη μέρα στο σχολείο – καλή σχολική χρονιά, μπάι δε γούει. Όπως το βιβλίο του Φόκνερ είναι (μετάξυ άλλων) εμμέσως ένας φόρος τιμής στον μεγάλο τεχνίτη Στραντιβάριους, έτσι και η αφήγησή του με αμεσότατο τρόπο γίνεται (μεταξύ άλλων) ένας φόρος τιμής στην παντοντινή ομορφιά της μεγάλης Λογοτεχνίας. Τι τεχνίτης!
 
[…] Αλλά όπως ορισμένες φυσικές οπτικές εντυπώσεις έχουν αποδειχθεί στο παρελθόν τόσο φρικιαστικές που οδηγούν στην παραφροσύνη, έτσι μπορώ να υποθέσω ότι και ο νους σε καταστάσεις ακραίας έξαρσης μπορεί να αναπλάσει κάποιες μορφές ηθικού κακού τόσο αποτρόπαιες, που μεταφυσικά τον τσουρουφλίζουν.
 
Και μια ακόμα σύμπτωση βιβλίου-σελιδοδείκτη, S02/E01 (τα υπόλοιπα επεισόδια αναζητήστε τα μόνοι σας, ούτε θυμάμαι πού τα ανέφερα): στα βιβλία που μας κάνουν δωρέα στη βιβλιοθήκη, εντός τους, εκτός από ραβασάκια, συνταγές για καρυδόπιτα, λίστα με ψώνια, εκκαθαριστικά εφορίας, κλπ, συχνά ξεχνούν και σελιδοδείκτες. Ό,τι πιο ενδιαφέρον μετά τις συνταγές για καρυδόπιτα, είναι φυσικά οι σελιδοδείκτες. Αυτό το καλοκαίρι εντόπισα δύο ωραίους, έναν εντελώς καλοκαιρινό και έναν… υπερφυσικό, όπως αποδείχθηκε μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Φόκνερ. Τρελά πράγματα, η αλήθεια βρίσκεται εκεί έξω! 
 

 
Διαβάστε το γιατί πρόκειται για μεγάλη τέχνη, μην αδιαφορείτε!
 
[…] Πιθανόν να κατηγορηθώ για το κάψιμο του βιολιού από εκείνους που εκθειάζουν την τέχνη αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Αλλά είναι μια μομφή που ευχαρίστως θα δεχθώ.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.