Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το βιολί του, αυτός


Από την στιγμή που διάβασα το «Μούνφλιτ» έπειτα από παρότρυνση καλής φίλης και σε εντελώς λάθος ηλικία, κάτι σκίρτησε εντός μου. Δεν μπορεί να είναι τόσο καλός, πρέπει να διαβάσω οπωσδήποτε και κάποιο άλλο δικό του. Είναι και αυτό το ερεθιστικό επίθετο που σε κεντρίζει, όλες αυτές οι μικρολεπτομέρειες μετράνε πολύ φίλοι μου, ξέρετε τι Joyce Carol Oates και Joyce Mansour και Τζόυς Ευείδη έχω μελετήσει εγώ κατά καιρούς; (Να πούμε εδώ ότι με χαρά έμαθα πως γυρίζεται η τρίτη σεζόν του «Καφέ της Χαράς» 15 χρόνια μετά την διακοπή της· Twin Peaks-Κολοκοτρωνίτσι… ένα «Σχέδιο Καλλικράτης»). Το είχα προτείνει σε ένα κορίτσι 12 χρόνων στην βιβλιοθήκη και όταν την ρώτησα πώς της είχε φανεί, μου είπε μισοένοχα-μισοντροπαλά ότι από ένα σημείο και μετά δυσκολεύτηκε να το παρακολουθήσει, της φάνηκε κάπως δύσκολο και το παράτησε. Την κατάλαβα απολύτως, πρώτον γιατί είχε δείξει πρωτύτερα τις δυνατότητές της, δεν ήταν εκείνη η τυπική έφηβη αναγνώστρια των «Ημερολογίων μιας ξενέρωτης», και δεύτερον, γιατί όντως είναι δύσκολος ο Φόκνερ (ποιος Φόκνερ, δεν είναι, εδώ που τα λέμε!). Η μικρή σίγουρα θα έχει τις ευκαιρίες να αναθεωρήσει. Με σας εκεί έξω δεν ξέρω τι θα γίνει. Το βιολί σας, κι εσείς.
 
Σπανιότατα, χάνω την αίσθηση του χρόνου και της πραγματικότητας με ένα βιβλίο – συγγνώμη αν σας χαλάω το διαδεδομένο όνειρο. Πάντα υπάρχει ένα άγρυπνο μάτι πίσω από το παραπέτασμα των λέξεων που ελέγχει διαρκώς τον τρόπο που εξελίσσεται η αφήγηση, θαυμάζει τις μεταφορές, καταγράφει επιμελώς τις παρομοιώσεις, σαστίζει με αυτό που σκέφτηκε ο συγγραφέας, πώς το εξέφρασε, κλπ. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, θα έλεγα ότι μου αρέσουν περισσότερο αυτά ειδικά τα παρελκόμενα παρά το ίδιο το βιβλίο στο σύνολό του. Μόνο δύο βιβλία μπορώ να ανακαλέσω που κατάφεραν να υπνωτίσουν το άγρυπνο μάτι μου, χωρίς καν να καταλάβω πώς συνέβη αυτό: «Το σπίτι με τα εφτά αετώματα» του Χόθορν και τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται πλέον και το «Χαμένο Στραντιβάριους» του Τζον Μιντ Φόκνερ. Βέβαια, τώρα που το καλοσκέφτομαι, αυτά τα τρία συγκεκριμένα βιβλία διατηρούν, ας πούμε, μία ισχνή θεματική και υφολογική σύνδεση, που ίσως είναι η κοινή συνισταμένη για το υπερφυσικό φαινόμενο που παρατηρείται εντός μου. Θα το διερευνήσω καλύτερα στο μέλλον. 
 
Αφού λοιπόν το μάτι μου κοιμήθηκε από πολύ νωρίς, δεν μπορώ να πω πολλά για το βιβλίο. Πρόκειται για μία υπερφυσική ιστορία και όπως καθετί υπερφυσικό προκαλεί μια προσωρινή παράλυση στον θεατή, ένα σοκ και δέος, μια λεκτική αδυναμία. Ένας νεαρός ευγενής, φοιτητής στην Οξφόρδη, παίζει εκστασιασμένος στο βιολί του μία ξεχασμένη σουίτα, την Γκαγιάρντα της Αεροπαγίτα, η οποία φαίνεται ότι προσκαλεί μια φασματική παρουσία που έρχεται κάθε φορά στο δωμάτιο του για να την απολαύσει. Από κει και ύστερα, η ιστορία ξεφεύγει και μόνο οι οργασμικά επιλεγμένες λέξεις του Φόκνερ μπορούν να την αποδώσουν στην μέγιστη ομορφιά της. 
 
[…] Ο τελευταίος ήχος δεν είχε τίποτα το μελωδικό, έμοιαζε πιο πολύ με ουρλιαχτό, τόσο ανατριχιαστικό που παρόμοιό του εύχομαι να μην ξανακούσω ποτέ στη ζωή μου. Ένας ήχος σαν πληγωμένου θηρίου. Έχω δει έναν πίνακα του Μπλέικ, στον οποίο δείχνει την ψυχή ενός πανίσχυρου κακού άνδρα να εγκαταλείπει το σώμα του την στιγμή του θανάτου. Το πνεύμα πετάει έξω από το παράθυρο με κάτι φρικτά, απαίσια μάτια που κοιτάζουν εμβρόντητα την ερήμωση στην οποία τούτο πηγαίνει. Αν μέσα στην επιθανάτια αγωνία της μπορούσε μια τέτοια ψυχή να βγάλει κραυγή, πιστεύω πως θα ακουγόταν σαν τον θρήνο που άκουσα από το βιολί εκείνη τη νύχτα.
 
Υπάρχει μία ωραία κατατοπιστική εισαγωγή του Μαρκ Βάλενταϊν (δεν έχω ιδέα ποιος είναι, η έκδοση μάς αφήνει στα σκοτάδια, μπορεί να είναι ένας ακόμα Μαραμπού της κακιάς ώρας, βοήθειά μας!), που συνοψίζει τα ετερόκλητα στοιχεία της γραφής του Φόκνερ και πώς υπήρξε ένας άνθρωπος του καιρού του, με εξαιρετική δυναμική όμως και άνοιγμα προς το μέλλον, που ζούμε τώρα. […] Ο Τζον Κλουτ, στην Εγκυκλοπαίδεια της Φαντασίας, παρατηρεί με οξυδέρκεια ότι, παρ’ όλο που το μυθιστόρημα δίνει την εντύπωση πως αναφέρεται στην υποδούλωση ενός μόνο ατόμου στις δυνάμεις του Κακού, στην πραγματικότητα ασχολείται με τον φόβο της υπέρβασης, με το άλμα από τον κόσμο της γνώσης και της σύνεσης στο βασίλειο της μυστικιστικής έκστασης (…) Πιθανόν ο συγγραφέας να είναι με το μέρος των αγγέλων, ίσως όμως κάποιοι από αυτούς να είναι έκπτωτοι.
 
Jeremy Brett on «The Lost Stradivarius»

 
Η έκδοση «Parsec» είναι πολύ όμορφη και το εξώφυλλο ασκεί μια παράξενη γοητεία πάνω μου, μου αρέσει. Η μετάφραση είναι απολύτως άψογη. Πώς το κατάλαβα; Όχι, δεν έκανα αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, προς Θεού, με ποιον νομίζετε ότι μιλάτε· είναι άψογη γιατί οι σκέψεις του Φόκνερ με έβαλαν σε έκσταση από πολύ νωρίς και η μετάφραση με αξιοζήλευτη μαεστρία φρόντισε να μην βγω από αυτήν, πριν το τέλος της ανάγνωσης. Τα εύσημα, λοιπόν, στην Δέσποινα Τούσα. Το αριστούργημα αυτό συμπληρώνεται με δύο εξαιρετικά διηγήματα του Φόκνερ, «Η Γαμήλια Νύχτα του Μεσοκαλόκαιρου» και «Χαραλαμπία» – εγώ θα ψάξω να σου βρω γιατρό. Το βιβλίο βρίσκεται στην β’ έκδοσή του και σας παροτρύνω να το αγοράσετε όλοι μπας και κάνει και γ’, και φιλοτιμηθεί ο εκδοτικός να βγάλει και το άλλο μυθιστόρημα του Φόκνερ, «Nebuly Coat». 
 
Ας αναφέρω εδώ ότι εξίσου σπανιότατα αφήνω κάποιες μέρες κενές μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου. Αν για κάθε βιβλίο άφηνα 2-3 μέρες κενές, στο τέλος του χρόνου θα έβγαινα μείον 4-5 βιβλία! Πάτε καλά ρε σεις; Mind the gap! Ούτε καν μετά τον μέγιστο Τζόυς δεν μου έδωσα ρεπό. Υπάρχουν όμως κάποια βιβλία, με έναν εντελώς μεταφυσικό τρόπο, που σου επιβάλουν αυτή την παύση. Κάποιες ιστορίες τόσο αριστοτεχνικά δοσμένες που με κάνουν να παραλύω, σαν να πηγαίνω πρώτη μέρα στο σχολείο – καλή σχολική χρονιά, μπάι δε γούει. Όπως το βιβλίο του Φόκνερ είναι (μετάξυ άλλων) εμμέσως ένας φόρος τιμής στον μεγάλο τεχνίτη Στραντιβάριους, έτσι και η αφήγησή του με αμεσότατο τρόπο γίνεται (μεταξύ άλλων) ένας φόρος τιμής στην παντοντινή ομορφιά της μεγάλης Λογοτεχνίας. Τι τεχνίτης!
 
[…] Αλλά όπως ορισμένες φυσικές οπτικές εντυπώσεις έχουν αποδειχθεί στο παρελθόν τόσο φρικιαστικές που οδηγούν στην παραφροσύνη, έτσι μπορώ να υποθέσω ότι και ο νους σε καταστάσεις ακραίας έξαρσης μπορεί να αναπλάσει κάποιες μορφές ηθικού κακού τόσο αποτρόπαιες, που μεταφυσικά τον τσουρουφλίζουν.
 
Και μια ακόμα σύμπτωση βιβλίου-σελιδοδείκτη, S02/E01 (τα υπόλοιπα επεισόδια αναζητήστε τα μόνοι σας, ούτε θυμάμαι πού τα ανέφερα): στα βιβλία που μας κάνουν δωρέα στη βιβλιοθήκη, εντός τους, εκτός από ραβασάκια, συνταγές για καρυδόπιτα, λίστα με ψώνια, εκκαθαριστικά εφορίας, κλπ, συχνά ξεχνούν και σελιδοδείκτες. Ό,τι πιο ενδιαφέρον μετά τις συνταγές για καρυδόπιτα, είναι φυσικά οι σελιδοδείκτες. Αυτό το καλοκαίρι εντόπισα δύο ωραίους, έναν εντελώς καλοκαιρινό και έναν… υπερφυσικό, όπως αποδείχθηκε μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Φόκνερ. Τρελά πράγματα, η αλήθεια βρίσκεται εκεί έξω! 
 

 
Διαβάστε το γιατί πρόκειται για μεγάλη τέχνη, μην αδιαφορείτε!
 
[…] Πιθανόν να κατηγορηθώ για το κάψιμο του βιολιού από εκείνους που εκθειάζουν την τέχνη αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Αλλά είναι μια μομφή που ευχαρίστως θα δεχθώ.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!