Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δυο μέτρα γη


 

 
Τα συστατικά σημειώματα είναι άχρηστα στις δουλειές· συνήθως φεύγεις από μια δουλειά βρίζοντας το παλιό αφεντικό και πηγαίνεις σε μια άλλη γλείφοντας το νέο. Δεν υπάρχει χρόνος για σύνταξη επιστολών ούτε και για σύνταξη, γενικώς. Στη λογοτεχνία, τα συστατικά σημειώματα λειτουργούν κάπως πιο αξιοκρατικά. Όταν ας πούμε θες να ανελιχθείς αναγνωστικά για πρώτη φορά στο επίπεδο του Τολστόι και το βιβλίο που επιλέγεις περιέχει δυο διηγήματα, όπου το πρώτο θεωρείται από τον Τζέημς Τζόυς το σπουδαιότερο που γράφτηκε ποτέ και το δεύτερο αναλύεται εκτενώς από τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στα δοκίμιά του για τη ρωσική λογοτεχνία, κατατάσσοντάς το κιόλας στο ίδιο επίπεδο με τα μεγάλα έργα του αν όχι και σε υψηλότερο, τότε είσαι σίγουρος ότι… η δουλειά έχει κλείσει! Πείτε μου πόσα λεφτά θα παίρνω καθαρά και ξεκινάω αμέσως το διάβασμα.
 
Τα δύο διηγήματα – αν και μόνο το πρώτο μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, το δεύτερο είναι περισσότερο νουβέλα – συνδέονται μεταξύ τους με μια στενή σχέση: τη συνειδητοποίηση του θανάτου. Και παρόλο που είναι κατά πολλούς τρόπους διαφορετικά από αφηγηματική οπτική, ταυτόχρονα είναι και συγκλονιστικά με τον τρόπο που εκθέτουν τους κοινούς προβληματισμούς τους. «Δεν μπορεί να είναι όλοι, πάντα, καταδικασμένοι να ζήσουν αυτόν τον φρικτό τρόμο». Ω, ναι! Το κατά Τζόυς σπουδαιότερο διήγημα, «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;» κυρίως είναι μια παραβολή, ένα διαβολικό παιχνίδι με δόλωμα την ανθρώπινη απληστία που όταν ξυπνήσει εντός του θα κοιμηθεί ξανά μια και καλή μαζί του. Η ερώτηση του τίτλου του διηγήματος βρίσκει την απάντηση στον τίτλο της ανάρτησης, είναι προφανές αυτό. «Απλώθηκε η γη του Παχόμ, στένεψε ο κόσμος του». Το διήγημα δεν είναι τόσο ηθικοπλαστικό όσο ίσως υποθέτετε αλλά ούτε και κάτι λογοτεχνικά εξεζητημένο – το εξυψώνει η πανανθρώπινη αλήθεια του και ο διαυγής ορίζοντάς του. Μπορώ να καταλάβω γιατί άρεσε στον Τζόυς. «[…] Αν έχω όση γη θέλω, κανέναν διάολο δεν φοβάμαι! (…) Ο Διάβολος όμως ήταν κρυμμένος πίσω από τη σόμπα και τα άκουσε όλα». Από την δεύτερη κιόλας σελίδα ο Τολστόι βάζει αδιόρατα τον Διάβολο στο παιχνίδι και στην αρχή διάβασα το συγκεκριμένο απόσπασμα 3 φορές μέχρι να καταλάβω ότι ο Διάβολος θα έχει (μικρό) ρόλο ως χαρακτήρας του διηγήματος και ότι δεν αποτελεί μια μεταφορά ή κάποιο λάθος της μεταφράστριας. Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει, απλώς ο μάστορας Τολστόι το κάνει με το δικό του προσωπικό στυλ, ξαναδιαβάζοντάς το δεν βρήκα κάτι άστοχο. Αυτή η διαβολική εμφάνιση και οι σκανταλιές του με έκανε να πιστέψω ότι άρεσε και στον Τζόυς για έναν ακόμα λόγο, που αποτύπωσε χρόνια μετά στο παιδικό του κείμενο «Η γάτα και ο διάβολος» – δεν θυμάμαι πια τις λεπτομέρειες εκείνου του παιδικού βιβλίου αλλά όπως όλοι ξέρετε καλά, ο διάβολος κρύβεται πάντα στις λεπτομέρειες! 
 
[…] «Μα, να ζήσω όπως ζούσα παλιά: καλά, ευχάριστα».
«Πώς και ζούσες καλά και ευχάριστα παλιά;» ρώτησε η φωνή. Και εκείνος βάλθηκε να συλλέγει στη φαντασία του τις καλύτερες στιγμές της ευχάριστης ζωής του. Ωστόσο – τι παράξενο – όλες αυτές οι καλύτερες στιγμές της ευχάριστης ζωής του τώρα δεν του φαίνονταν το ίδιο όπως του είχαν φανεί τότε. Όλες – εκτός από τις πρώτες αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια. Εκεί, στα παιδικά του χρόνια, υπήρχε κάτι το πραγματικά ευχάριστο, με το οποίο θα μπορούσε να ζήσει, αν επέστρεφε. Αλλά ο άνθρωπος που είχε νιώσει αυτό το ευχάριστο δεν υπήρχε πια: ήταν σαν κάποια ανάμνηση από κάτι άλλο».

 
Όσοι είστε πιστοί του και μιλάει η μνήμη σας, αναγνωρίζετε στο παραπάνω απόσπασμα ό,τι πιο ναμποκοφικό υπάρχει στα έργα του σπουδαίου Ρωσοαμερικανού (ή Αμερικανορώσου… ψυχροπολεμικό δίλημμα!) συγγραφέα. Η επιστροφή στην παιδική ηλικία είναι η ραχοκοκαλιά όλου του έργου του· αλλά εδώ δεν είμαστε για να μιλήσουμε για τον Ναμπόκοφ αλλά για τον Τολστόι. «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο που κατάφερε να με συγκινήσει βαθιά και του το δίνω με χαρά γιατί δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που συνέβη κάτι παρόμοιο – σίγουρα όχι με την Λισπέκτορ! Αισθάνεσαι ότι το ύφος του Τολστόι υπαγορεύεται και καθοδηγείται από τις διακυμάνσεις και τις διαθέσεις της ιστορίας του και αυτό είναι καταπληκτικό. Έτσι, η νουβέλα του ξεκινάει με γκροτέσκα (παρωδία της κηδείας) και ανάλαφρη διάθεση για να αποκτήσει σιγά σιγά βάθος και στο τέλος της να αποτελειώσει και σένα μαζί. «Του συνέβη ό,τι του συνέβαινε μερικές φορές στα βαγόνια του τρένου, όταν έχεις την αίσθηση πως προχωράς προς τα εμπρός ενώ πηγαίνεις προς τα πίσω, και αίφνης αντιλαμβάνεσαι την πραγματική κατεύθυνση».
 
Ο Ιβάν Ιλίτς υπήρξε ένας εν ολίγοις χαρούμενος άνθρωπος· ανώτερος δικαστικός υπάλληλος, με κύρος, λεφτά, οικογένεια, με ανάλαφρη αντιμετώπιση της ζωής, βόλτες, χαρτάκι, όχι σκοτούρες. Και ο θάνατος μέσα στη ζωή είναι, αναμφιβόλως· των άλλων· και έτσι ένιωθε και αυτός χωρίς τύψεις ό,τι ένιωθαν και όλοι οι άλλοι όταν πέθαινε κάποιος γνωστός τους· ένα κάποιο αίσθημα χαράς που είχαν πεθάνει οι άλλοι και όχι αυτός. Μέχρι που ένας επίμονος πόνος κάνει εμφάνιση στο σώμα του. Τσα! Μια αλυσιδωτή συνειδητοποίηση γεννάται τότε εντός του και πλήθος ηθικών μαρτυρίων παίρνει θέση πλάι στα σωματικά. Έζησε την ζωή του όπως ήθελε; Και αυτό που νόμιζε ότι ήθελε, άξιζε τελικά; Ο μόνος που είναι αρμόδιος να δώσει απάντηση είναι ο θάνατος που καταφτάνει γοργά και θα λύσει κάθε θολή εικόνα και μυστήριο. Από τα μισά της νουβέλας και μετά, το δημιούργημα του Τολστόι μετατρέπεται σε κάτι εξαιρετικά αριστουργηματικό που δεν γίνεται να σε αφήσει ανεπηρέαστο. Παρόλο που ο θάνατος του πατέρα μου απέχει πολλά χρόνια προς τα πίσω (ευτυχώς που δεν απέχει προς τα μπροστά γιατί θα ήταν κάπως awkward και creepy!) μου έφερε στο μυαλό όλες εκείνες τις βραχύβιες μέρες της αρρώστιας και του θανάτου, ένα σκηνικό που όσο κοντά και αν βρίσκεσαι σε αυτό, ξέρεις ότι δεν είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής του αλλά μόνο ο θεατής και αυτό σε ανακουφίζει κάπως γιατί αναγνωρίζεις ότι αν κάτι πάει στραβά θα κατέβει μια παράσταση, που οι επιπτώσεις αυτού του γεγονότος δεν σε επηρεάζουν τόσο όσο αρχικά υποθέτεις. «Αρκούσε να θυμηθεί ποιος ήταν τρεις μήνες πριν και ποιος τώρα. Να θυμηθεί με πόσο συνεπή ρυθμό κατέρρεε, για να διαλυθεί μέσα του κάθε πιθανότητα ελπίδας». 
 
Αγαπώ πολύ την σειρά βιβλίων του «Μίνωα», όπου ανήκει και το συγκεκριμένο, «Φάροι ιδεών» – εκεί είχαν βγει και «Η ψυχολογία των μαζών» και «Ο κύριος Μπένετ», να τα αναζητήσετε. Κομψή έκδοση, άνετη γραμματοσειρά, επίμετρα-εισαγωγές, σπουδαία κείμενα, έτσι και έτσι εξώφυλλα (αν και το συγκεκριμένο μου άρεσε, του ταίριαζε). Ο Άθως Δημουλάς που γράφει την εισαγωγή δεν είναι ο γνωστός ποιητής, άντρας της Κικής. Δεν ξέρω αν είναι εγγονός του ή απλή συνωνυμία, βρήκα ότι αρθρογραφεί στην «Καθημερινή» σε σχετική με βιβλία στήλη, αλλά νομίζω ότι θα άξιζε να υπάρχει μια υποσημείωση όπου θα ξεκαθάριζε το πράγμα μιας και το χαρακτηριστικό ονοματεπώνυμο είναι ευεπίφορο σε παρανοήσεις. Η εισαγωγή χρησιμοποιεί μεν σύγχρονες αναφορές αλλά ένας απρόσεκτος αναγνώστης μπορεί να παρασυρθεί· αλλά θα μου πείτε, αν είναι απρόσεκτος μπορεί να παρασυρθεί και από την φαινομενική επιφανειακότητα του κειμένου του Τολστόι και να χάσει την ουσία, με πιθανότητα όμως να παρασυρθεί και από κανένα αμάξι αν είναι απρόσεκτος καθώς διασχίζει τον δρόμο, και η αστραπιαία συνειδητοποίηση τότε να τον επαναφέρει με βία ξανά μέσα στην μεγαλόπνοη φιλοσοφία του σπουδαίου Ρώσου! Η αξιόλογη μετάφραση είναι της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου όπως και το επίμετρο που αποτελεί τον «λόγο που εκφωνήθηκε το 2010 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με την ευκαιρία του εορτασμού των 100 χρόνων από τον θάνατο του Λέοντα Τολστόι». Πόσο τυχερή όμως αποδείχθηκε η άτιμη στην μετάφρασή της μιας και κανείς ήρωας του Τολστόι δεν τρώει κιούι ή ακτινίδιο – εκτός από κάτι νόστιμα γαλλικά δαμάσκηνα που θυμάται ο Ιβάν Ιλίτς ότι έτρωγε ως παιδί – και έτσι δε θα χρειαστεί να περάσει και από άλλο λαϊκό δικαστήριο στο facebook για την μεταφραστική της επάρκεια. 
 


 
Επειδή όμως δεν θέλω να μου πεθάνετε και εσείς πριν διαβάσετε την ανάρτησή μου και κάνετε λάικ, σταματώ εδώ. Η νουβέλα του Τολστόι μάς αφορά όλους άμεσα, γιατί όσο αργά και αν προχωράμε οδεύουμε όλοι στον ίδιο προορισμό και η ιστορία της ζωής μας είναι, παρά τις φαινομενικές διαφορές, ακριβώς ίδια με εκείνη του Ιβάν Ιλίτς, «η πλέον απλή και συνηθισμένη, και την ίδια στιγμή η πλέον τρομερή».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.