Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δυο μέτρα γη


 

 
Τα συστατικά σημειώματα είναι άχρηστα στις δουλειές· συνήθως φεύγεις από μια δουλειά βρίζοντας το παλιό αφεντικό και πηγαίνεις σε μια άλλη γλείφοντας το νέο. Δεν υπάρχει χρόνος για σύνταξη επιστολών ούτε και για σύνταξη, γενικώς. Στη λογοτεχνία, τα συστατικά σημειώματα λειτουργούν κάπως πιο αξιοκρατικά. Όταν ας πούμε θες να ανελιχθείς αναγνωστικά για πρώτη φορά στο επίπεδο του Τολστόι και το βιβλίο που επιλέγεις περιέχει δυο διηγήματα, όπου το πρώτο θεωρείται από τον Τζέημς Τζόυς το σπουδαιότερο που γράφτηκε ποτέ και το δεύτερο αναλύεται εκτενώς από τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στα δοκίμιά του για τη ρωσική λογοτεχνία, κατατάσσοντάς το κιόλας στο ίδιο επίπεδο με τα μεγάλα έργα του αν όχι και σε υψηλότερο, τότε είσαι σίγουρος ότι… η δουλειά έχει κλείσει! Πείτε μου πόσα λεφτά θα παίρνω καθαρά και ξεκινάω αμέσως το διάβασμα.
 
Τα δύο διηγήματα – αν και μόνο το πρώτο μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, το δεύτερο είναι περισσότερο νουβέλα – συνδέονται μεταξύ τους με μια στενή σχέση: τη συνειδητοποίηση του θανάτου. Και παρόλο που είναι κατά πολλούς τρόπους διαφορετικά από αφηγηματική οπτική, ταυτόχρονα είναι και συγκλονιστικά με τον τρόπο που εκθέτουν τους κοινούς προβληματισμούς τους. «Δεν μπορεί να είναι όλοι, πάντα, καταδικασμένοι να ζήσουν αυτόν τον φρικτό τρόμο». Ω, ναι! Το κατά Τζόυς σπουδαιότερο διήγημα, «Πόση γη χρειάζεται ο άνθρωπος;» κυρίως είναι μια παραβολή, ένα διαβολικό παιχνίδι με δόλωμα την ανθρώπινη απληστία που όταν ξυπνήσει εντός του θα κοιμηθεί ξανά μια και καλή μαζί του. Η ερώτηση του τίτλου του διηγήματος βρίσκει την απάντηση στον τίτλο της ανάρτησης, είναι προφανές αυτό. «Απλώθηκε η γη του Παχόμ, στένεψε ο κόσμος του». Το διήγημα δεν είναι τόσο ηθικοπλαστικό όσο ίσως υποθέτετε αλλά ούτε και κάτι λογοτεχνικά εξεζητημένο – το εξυψώνει η πανανθρώπινη αλήθεια του και ο διαυγής ορίζοντάς του. Μπορώ να καταλάβω γιατί άρεσε στον Τζόυς. «[…] Αν έχω όση γη θέλω, κανέναν διάολο δεν φοβάμαι! (…) Ο Διάβολος όμως ήταν κρυμμένος πίσω από τη σόμπα και τα άκουσε όλα». Από την δεύτερη κιόλας σελίδα ο Τολστόι βάζει αδιόρατα τον Διάβολο στο παιχνίδι και στην αρχή διάβασα το συγκεκριμένο απόσπασμα 3 φορές μέχρι να καταλάβω ότι ο Διάβολος θα έχει (μικρό) ρόλο ως χαρακτήρας του διηγήματος και ότι δεν αποτελεί μια μεταφορά ή κάποιο λάθος της μεταφράστριας. Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει, απλώς ο μάστορας Τολστόι το κάνει με το δικό του προσωπικό στυλ, ξαναδιαβάζοντάς το δεν βρήκα κάτι άστοχο. Αυτή η διαβολική εμφάνιση και οι σκανταλιές του με έκανε να πιστέψω ότι άρεσε και στον Τζόυς για έναν ακόμα λόγο, που αποτύπωσε χρόνια μετά στο παιδικό του κείμενο «Η γάτα και ο διάβολος» – δεν θυμάμαι πια τις λεπτομέρειες εκείνου του παιδικού βιβλίου αλλά όπως όλοι ξέρετε καλά, ο διάβολος κρύβεται πάντα στις λεπτομέρειες! 
 
[…] «Μα, να ζήσω όπως ζούσα παλιά: καλά, ευχάριστα».
«Πώς και ζούσες καλά και ευχάριστα παλιά;» ρώτησε η φωνή. Και εκείνος βάλθηκε να συλλέγει στη φαντασία του τις καλύτερες στιγμές της ευχάριστης ζωής του. Ωστόσο – τι παράξενο – όλες αυτές οι καλύτερες στιγμές της ευχάριστης ζωής του τώρα δεν του φαίνονταν το ίδιο όπως του είχαν φανεί τότε. Όλες – εκτός από τις πρώτες αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια. Εκεί, στα παιδικά του χρόνια, υπήρχε κάτι το πραγματικά ευχάριστο, με το οποίο θα μπορούσε να ζήσει, αν επέστρεφε. Αλλά ο άνθρωπος που είχε νιώσει αυτό το ευχάριστο δεν υπήρχε πια: ήταν σαν κάποια ανάμνηση από κάτι άλλο».

 
Όσοι είστε πιστοί του και μιλάει η μνήμη σας, αναγνωρίζετε στο παραπάνω απόσπασμα ό,τι πιο ναμποκοφικό υπάρχει στα έργα του σπουδαίου Ρωσοαμερικανού (ή Αμερικανορώσου… ψυχροπολεμικό δίλημμα!) συγγραφέα. Η επιστροφή στην παιδική ηλικία είναι η ραχοκοκαλιά όλου του έργου του· αλλά εδώ δεν είμαστε για να μιλήσουμε για τον Ναμπόκοφ αλλά για τον Τολστόι. «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο που κατάφερε να με συγκινήσει βαθιά και του το δίνω με χαρά γιατί δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που συνέβη κάτι παρόμοιο – σίγουρα όχι με την Λισπέκτορ! Αισθάνεσαι ότι το ύφος του Τολστόι υπαγορεύεται και καθοδηγείται από τις διακυμάνσεις και τις διαθέσεις της ιστορίας του και αυτό είναι καταπληκτικό. Έτσι, η νουβέλα του ξεκινάει με γκροτέσκα (παρωδία της κηδείας) και ανάλαφρη διάθεση για να αποκτήσει σιγά σιγά βάθος και στο τέλος της να αποτελειώσει και σένα μαζί. «Του συνέβη ό,τι του συνέβαινε μερικές φορές στα βαγόνια του τρένου, όταν έχεις την αίσθηση πως προχωράς προς τα εμπρός ενώ πηγαίνεις προς τα πίσω, και αίφνης αντιλαμβάνεσαι την πραγματική κατεύθυνση».
 
Ο Ιβάν Ιλίτς υπήρξε ένας εν ολίγοις χαρούμενος άνθρωπος· ανώτερος δικαστικός υπάλληλος, με κύρος, λεφτά, οικογένεια, με ανάλαφρη αντιμετώπιση της ζωής, βόλτες, χαρτάκι, όχι σκοτούρες. Και ο θάνατος μέσα στη ζωή είναι, αναμφιβόλως· των άλλων· και έτσι ένιωθε και αυτός χωρίς τύψεις ό,τι ένιωθαν και όλοι οι άλλοι όταν πέθαινε κάποιος γνωστός τους· ένα κάποιο αίσθημα χαράς που είχαν πεθάνει οι άλλοι και όχι αυτός. Μέχρι που ένας επίμονος πόνος κάνει εμφάνιση στο σώμα του. Τσα! Μια αλυσιδωτή συνειδητοποίηση γεννάται τότε εντός του και πλήθος ηθικών μαρτυρίων παίρνει θέση πλάι στα σωματικά. Έζησε την ζωή του όπως ήθελε; Και αυτό που νόμιζε ότι ήθελε, άξιζε τελικά; Ο μόνος που είναι αρμόδιος να δώσει απάντηση είναι ο θάνατος που καταφτάνει γοργά και θα λύσει κάθε θολή εικόνα και μυστήριο. Από τα μισά της νουβέλας και μετά, το δημιούργημα του Τολστόι μετατρέπεται σε κάτι εξαιρετικά αριστουργηματικό που δεν γίνεται να σε αφήσει ανεπηρέαστο. Παρόλο που ο θάνατος του πατέρα μου απέχει πολλά χρόνια προς τα πίσω (ευτυχώς που δεν απέχει προς τα μπροστά γιατί θα ήταν κάπως awkward και creepy!) μου έφερε στο μυαλό όλες εκείνες τις βραχύβιες μέρες της αρρώστιας και του θανάτου, ένα σκηνικό που όσο κοντά και αν βρίσκεσαι σε αυτό, ξέρεις ότι δεν είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής του αλλά μόνο ο θεατής και αυτό σε ανακουφίζει κάπως γιατί αναγνωρίζεις ότι αν κάτι πάει στραβά θα κατέβει μια παράσταση, που οι επιπτώσεις αυτού του γεγονότος δεν σε επηρεάζουν τόσο όσο αρχικά υποθέτεις. «Αρκούσε να θυμηθεί ποιος ήταν τρεις μήνες πριν και ποιος τώρα. Να θυμηθεί με πόσο συνεπή ρυθμό κατέρρεε, για να διαλυθεί μέσα του κάθε πιθανότητα ελπίδας». 
 
Αγαπώ πολύ την σειρά βιβλίων του «Μίνωα», όπου ανήκει και το συγκεκριμένο, «Φάροι ιδεών» – εκεί είχαν βγει και «Η ψυχολογία των μαζών» και «Ο κύριος Μπένετ», να τα αναζητήσετε. Κομψή έκδοση, άνετη γραμματοσειρά, επίμετρα-εισαγωγές, σπουδαία κείμενα, έτσι και έτσι εξώφυλλα (αν και το συγκεκριμένο μου άρεσε, του ταίριαζε). Ο Άθως Δημουλάς που γράφει την εισαγωγή δεν είναι ο γνωστός ποιητής, άντρας της Κικής. Δεν ξέρω αν είναι εγγονός του ή απλή συνωνυμία, βρήκα ότι αρθρογραφεί στην «Καθημερινή» σε σχετική με βιβλία στήλη, αλλά νομίζω ότι θα άξιζε να υπάρχει μια υποσημείωση όπου θα ξεκαθάριζε το πράγμα μιας και το χαρακτηριστικό ονοματεπώνυμο είναι ευεπίφορο σε παρανοήσεις. Η εισαγωγή χρησιμοποιεί μεν σύγχρονες αναφορές αλλά ένας απρόσεκτος αναγνώστης μπορεί να παρασυρθεί· αλλά θα μου πείτε, αν είναι απρόσεκτος μπορεί να παρασυρθεί και από την φαινομενική επιφανειακότητα του κειμένου του Τολστόι και να χάσει την ουσία, με πιθανότητα όμως να παρασυρθεί και από κανένα αμάξι αν είναι απρόσεκτος καθώς διασχίζει τον δρόμο, και η αστραπιαία συνειδητοποίηση τότε να τον επαναφέρει με βία ξανά μέσα στην μεγαλόπνοη φιλοσοφία του σπουδαίου Ρώσου! Η αξιόλογη μετάφραση είναι της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου όπως και το επίμετρο που αποτελεί τον «λόγο που εκφωνήθηκε το 2010 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με την ευκαιρία του εορτασμού των 100 χρόνων από τον θάνατο του Λέοντα Τολστόι». Πόσο τυχερή όμως αποδείχθηκε η άτιμη στην μετάφρασή της μιας και κανείς ήρωας του Τολστόι δεν τρώει κιούι ή ακτινίδιο – εκτός από κάτι νόστιμα γαλλικά δαμάσκηνα που θυμάται ο Ιβάν Ιλίτς ότι έτρωγε ως παιδί – και έτσι δε θα χρειαστεί να περάσει και από άλλο λαϊκό δικαστήριο στο facebook για την μεταφραστική της επάρκεια. 
 


 
Επειδή όμως δεν θέλω να μου πεθάνετε και εσείς πριν διαβάσετε την ανάρτησή μου και κάνετε λάικ, σταματώ εδώ. Η νουβέλα του Τολστόι μάς αφορά όλους άμεσα, γιατί όσο αργά και αν προχωράμε οδεύουμε όλοι στον ίδιο προορισμό και η ιστορία της ζωής μας είναι, παρά τις φαινομενικές διαφορές, ακριβώς ίδια με εκείνη του Ιβάν Ιλίτς, «η πλέον απλή και συνηθισμένη, και την ίδια στιγμή η πλέον τρομερή».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».