Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σας πετάω το μπαλάκι


Όλοι έχετε πάθει Τσιτσιπάς τον τελευταίο καιρό και τρέχετε στα δωρεάν και λιμνάζοντα δημοτικά γηπεδάκια με τις ρακέτες σας παραμάσχαλα. Άλλοτε, σε συζητήσεις σε κλειστό χώρο αναλύετε με περισσή άγνοια γιατί το backhand του Στέφανου δεν λειτούργησε στο συγκεκριμένο γκέιμ και τι έπρεπε να κάνει ο Φέντερερ για να μην χάσει – κάπως δηλαδή όπως συζητάμε και εμείς γιατί ο Τζόυς μονολογεί μόνο εσωτερικά, ο Γουάλας δεν κάνει για μυθιστοριογράφος και η Κλαρίσε Λισπέκτορ είναι για τα μπάζα! Έτσι είναι, το τένις και η λογοτεχνία είναι απαιτητικά αθλήματα. Εμείς όμως δεν θα μιλήσουμε για τένις, και εδώ που τα λέμε, ούτε καν για λογοτεχνία. «Μπροστά στο κανονικό τένις σηκώναμε αδιάφορα τους ώμους. Ήταν πολύ αργό για να μας αρέσει. Το βλέμμα μας δεν θα άντεχε τις γαργαντουικές διαστάσεις ενός γηπέδου τένις. Είχαμε ανάγκη από ένα τραπέζι 2,70 επί 1,50, ένα τεντωμένο πράσινο φιλέ κι ένα ωχρό μπαλάκι που μπορούσαμε να το λιώσουμε με τη φτέρνα, στη λέσχη του Μάρτυ Ράισμαν». Πιστεύω να καταλάβατε από το παραπάνω απόσπασμα ότι το λιωμένο μπαλάκι είναι μεταφορά της λογοτεχνίας. Λοιπόν, ποιος σερβίρει;
 
Αγάπησα πολύ το πινγκ πονγκ. Ένα από τα ελάχιστα δώρα της παιδικής μου ηλικίας που θυμάμαι ήταν ένα σετ πινγκ πονγκ που μου είχε δωρίσει μια θεία μου, με ένα φιλέ που ήταν πολύ μεγάλο για να προσαρμοστεί στα πλαστικά τραπέζια που αγοράζαμε από τα Ντάτσουν που βολόδερναν τότε στη γειτονιά. Πολύ αργότερα το ξανασυνάντησα στον στρατό. Κατά την διεστραμμένη λογική του στρατού, το μόνο που είχες να κάνεις εκεί μέσα είναι να παίζεις με μπαλάκια ή με άλλες συνδηλώσεις του πέους, όπως τα όπλα, που μας έβαζαν διαρκώς να λύνουμε και να δένουμε με αυνανιστική προσήλωση. Και στις δύο περιπτώσεις, η επαφή μου με αυτό δεν προχώρησε, αν και πιστεύω ότι θα γινόμουν πολύ καλός. Πλέον, το αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα αλλά δεν το βρίσκω παρά μόνο σε κάτι μπιλιαρδάδικα πληρώνοντας μια περιουσία για μια ώρα παιχνιδιού ή αν αναμειχθώ στην Χριστιανική Αδελφότητα Νέων Θεσσαλονίκης (δυστυχώς από το αρκτικόλεξο Χ.Α.Ν.Θ πληρώ μόνο το Θ!!). Το πινγκ πονγκ βιώνει πια περίοδο ξεπεσμού όπως ακριβώς συνέβη και στο Μπρούκλυν της δεκαετίας του 70, ύστερα από το πικ της δημοτικότητάς του. Ανέκαθεν ήταν ένα άθλημα του περιθωρίου και ο Τσάρυν στο βιβλίο του περιγράφει γιατί συμβαίνει αυτό και γιατί δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Τελευταία το γύρισα στο τένις γιατί βρίσκω ελεύθερα γήπεδα (απορώ γιατί είναι τόσο δύσκολο για τον Δήμο να βάλει 5 τραπέζια πινγκ πονγκ σε έναν χώρο, με δωρεάν είσοδο ή έστω είσοδο με μικρό αντίτιμο) αλλά θεωρώ το πινγκ πονγκ απείρως καλύτερο από το τένις. Όπως θα καταλάβετε αν συνεχίσετε την ανάγνωση του παρόντος, στο πινγκ πονγκ εισέρχεσαι κρατώντας υπό μάλης τον Τζόυς, ενώ στο τένις τον Γουάλας! Καμία σχέση, παιδιά!! 
 
Τζερόμ Τσάρυν και Ζορζ Μουστακί

 
[…] Ο Μάρτυ άρχισε πάλι να συμμετέχει σε τουρνουά. Παράτησε την λαστιχένια ρακέτα του στους Παναμερικανούς του 1960, έπαιξε με ρακέτα με σπόγγο και κέρδισε το πρωτάθλημα στο απλό των ανδρών. Αλλά το γεγονός δεν τον χαροποίησε ιδιαίτερα. «Πριν από την εισαγωγή του σπόγγου υπήρχε ένας διάλογος μεταξύ των δύο παικτών, που οι περισσότεροι τον καταλάβαιναν. Ένας κορυφαίος επιθετικός, διερευνώντας την κατάσταση σαν μεγάλος σκακιστής που έχει τα λευκά, μπορούσε να κάνει δέκα, είκοσι ή και τριάντα κινήσεις μόνο και μόνο για να φτάσει στο ματ, στο θανατηφόρο καρφί».

Ίσως αποτελεί ειρωνεία της τύχης αλλά ο Bobby Fisher, ένας από τους σπουδαιότερους πρωταθλητές όλων των εποχών στο σκάκι, έπαιξε επίσης πινγκ πονγκ, και μάλιστα στη λέσχη του Μάρτυ. «Ο Φίσερ έπαιζε επιτραπέζιο τένις με τον ίδιο τρόπο που έπαιζε σκάκι: έντονα, άγρια, θέλοντας να αρπάξει τον αντίπαλο απ’ τον λαιμό. Δεν έπαιζε άσχημα, παρόλο που το στυλ του ήταν αδέξιο και ανορθόδοξο. Η αυτοσυγκέντρωσή του ήταν εκπληκτική». Ο Ράισμαν τον θυμάται ως «φονιά, έναν ανελέητο, ασυνείδητο, ψυχρό τύπο που σε ευνούχιζε…»

Και ο Ράισμαν; Έπαιξε ποτέ τόσο άγρια όσο ο Μπόμπυ Φίσερ έχοντας τα «λευκά»;

 
Πριν ακόμα φτάσω στο συγκεκριμένο απόσπασμα, διαβάζοντας για τα πρώτα βήματα του Μάρτυ Ράισμαν, είχα ήδη αρχίσει να δημιουργώ στο μυαλό μου κάποιες εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στους δύο αθλητές. Όπως ο Μπόμπι Φίσερ, έτσι και ο Μάρτυ Ράισμαν, ήταν ρομαντικοί τύποι που αγαπούσαν υπερβολικά το άθλημά τους και αγανακτούσαν να το βλέπουν να τυποποιείται. Ο εκσυγχρονισμός φέρνει και μια κάποια τυποποίηση, δεκτό, αλλά στερεί μέρος από την γοητεία που του ενέπνευσαν οι πρωτοπόροι του είδους. Ο Φίσερ αγανακτούσε με το γεγονός ότι το σκάκι είχε μετατραπεί σε μια εγκυκλοπαίδεια χιλιάδων ανοιγμάτων έτσι ώστε ακόμα και ένας μέτριος παίκτης με καλή μνήμη να μπορούσε να διεκδικήσει κάτι καλύτερο. Αποστραγγιζόταν η φαντασία και η προσωπική δυναμική κάθε παίκτη. Γι’ αυτό δημιούργησε την παραλλαγή «Chess960» όπου η σειρά των βαριών κομματιών στην αρχική θέση θα είναι ανακατεμένη (με δυνατότητα να λάβει 960 διαφορετικές αρχικές θέσεις) αποτρέποντας τους επίδοξους παίκτες να βουτήξουν σε μια δεξαμενή έτοιμων ανοιγμάτων αλλά να βουτήξουν επισφαλώς στο ίδιο τους το μυαλό, με όποια αποτελέσματα συνεπάγεται πάντα αυτό. Ο Ράισμαν από την άλλη αγανάκτησε όταν σε ένα κρίσιμο παγκόσμιο πρωτάθλημα για αυτόν, εμφανίστηκε ένας γιαπωνέζος κρατώντας μια ρακέτα-σάντουιτς, με σπόγγο, που μπορούσε να δώσει διαβολεμένα φάλτσα και απίστευτη ταχύτητα στο μπαλάκι στέλνοντάς το στα πιο πιθανά και απίθανα μέρη. Μία ρακέτα που απορροφούσε τον ήχο από ένα άθλημα που ονομάστηκε έτσι λόγω του ήχου που κάνει χτυπώντας μια στην ρακέτα και μια στο τραπέζι (ας πούμε, σιώπησε… το πινγκ!) και συνεκδοχικά απορρόφησε και όλη την τεχνική και επιδεξιότητα που απαιτούσε το άθλημα από τους προηγούμενους σπεσιαλίστες παίκτες πριν την εμφάνισή της. 
 

Σε αντίθεση με τον Φίσερ που τα έκανε πουτάνα όλα στον σκακιστικό κόσμο, ο Ράισμαν φέρθηκε πιο ήπια, αποδέχθηκε εκείνη την μοιραία σπογγώδη ήττα του παγκόσμιου πρωταθλήματος, «η πραγματική του ιστορία βρίσκεται στην ήττα», και έμεινε για πάντα ο φινετσάτος παίκτης που υπήρξε σε όλη του την ζωή. Το βιβλίο του Τσάρυν είναι απολύτως γαμάτο φέρνοντας στο προσκήνιο εμβληματικές μορφές του πινγκ πινγκ, όπως ο Μάρτυ Ράισμαν, ο Ντικ Μάιλς («Ο Μάιλς ήταν ένας isolato που κουβαλούσε τον Οδυσσέα του Τζόυς υπό μάλης όπου πήγαινε»), ο Βίκτορ Μπάρνα, η Ρουθ Άαρονς, καλλιτέχνες που το λάτρεψαν όπως ο Χένρυ Μίλερ και ο Ζορζ Μουστακί, αναλύσεις για τα οφέλη στην υγεία, την διπλωματία και αλλού. Επιπλέον, έχει μέσα τον ίδιο τον Τσάρυν, σπουδαίο συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας που μια ζωή μοιραζόταν ανάμεσα στη συγγραφή και το πινγκ πονγκ χωρίς να καλοξέρει και ο ίδιος σε ποιον τομέα έπρεπε να αφιερωθεί. «Πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η ζωή μου! Δεν θα χρειαζόταν να κλείνομαι μέσα σε μια ζούγκλα από λέξεις. Θα είχα περάσει πενήντα χρόνια παίζοντας αδιάλειπτα πινγκ πονγκ αντί να ασχολούμαι με τις τσακισμένες σκάλες και τις κουπαστές της συγγραφικής τέχνης».
 
Ας μαθαίνουν και κάποιες «πρωτοετείς» συγγραφείς πώς γράφεται ένα αξιανάγνωστο memoir! Μορφωθείτε από τους καλύτερους, o Τσάρυν καταφέρνει να συγκινεί χωρίς μελούρες και χαρτομάντιλα (άσε μας, ακόμα μια φορά, κουκλίτσα μας Τάρα – έχω παρακολουθήσει για έξι συναπτά έτη, σε prime time zone, παρέα με την γιαγιά και λοιπούς random συγγενείς, ίσαμε 700 επεισόδια της «Λάμψης» και καμιά 500 του «Καλημέρα Ζωή», καθένα τους απολύτως βγαλμένο από την ζωή, γι’ αυτό ξεφορτώσου μας)! Η έκδοση της «Άγρας» είναι πανέμορφη, με ένα εξώφυλλο από τα πιο όμορφα που έχω δει ποτέ σε βιβλία, και έναν υπότιτλο που με την αμφίσημη χρήση της γλώσσας δίνει μια τέλεια αίσθηση στο περιεχόμενο. Υπέροχη σύνθεση και αν δώσετε αρκετοί τα λεφτά σας για να την αποκτήσετε, ίσως κάποτε εκδοθεί και το βιβλίο του Μάρτυ Ράισμαν, «The Money Player». Ενός φοβερά κουλ τύπου. Λέμε τώρα, σιγά μην εκδοθεί, έχουν σειρά άλλα memoir και λοιπές μπούρδες που θα κάνουν τις καρδιές μας να λιώσουν και τις εταιρείες χαρτομάντιλων να πλουτίσουν. Λίγη Ζωή… Πολλά Βιβλία! Έτσι πάει.  
 
 
Υ.Γ. 2666 […] Τον ρώτησα για τη συχνά επαναλαμβανόμενη φήμη ότι δεν πήγαινε ποτέ στη λέσχη του Λώρενς χωρίς τον Οδυσσέα υπό μάλης. Τον άκουσα να γελάει. «Εξακολουθώ να έχω τον Οδυσσέα υπό μάλης. Τον έχω διαβάσει μόλις πενήντα φορές. Μια ζωή διαβάζω αυτό το βιβλίο».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.