Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ρεμάλι όρθιο



To άλλοτε επίκαιρο παραμύθι της συγκεκριμένης γιορτινής περιόδου, το «Κοριτσάκι με τα σπίρτα», δεν έχει πλέον τύχη στην εποχή μας γιατί είναι πολιτικά μη ορθό, σε σύγκριση με τον συγγραφέα του που είχε την τύχη να πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια γλυτώνοντας τον εξευτελισμό. Αυτά που μας συγκινούν πια είναι παραμύθια για φτωχά κοριτσάκια που ξαπλώνουν δίπλα από τα βιβλιοπωλεία και πεινάνε περισσότερο για βιβλία παρά για ψωμί – αν βέβαια γνώριζαν και το παραμυθάκι των κριτικών που τα συνοδεύει, τότε σίγουρα θα επέλεγαν το ψωμί! Το κοριτσάκι του Άντερσεν, σήμερα θα κρατούσε τα σπίρτα για την πάρτη του και θα άναβε δυο-τρία τσιγάρα εκεί στη μέση του δρόμου ανάμεσα στους δυστυχισμένους καταναλωτές των γιορτών. Θέλει κότσια όμως να μιλήσεις για το κοριτσάκι και το τσιγάρο· ειδικά τώρα με τον αντικαπνιστικό νόμο του Κούλη υπάρχει περίπτωση να πας να ανάψεις ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι σου και να σε συλλάβουν τα ΜΑΤ! «Η παιδική ηλικία έγινε το όνειρο της κοινωνίας, αυτό που της επιτρέπει να ανέχεται τους περιορισμούς, όπως ανεχόμασταν την παιδική μας ηλικία συντηρώντας το όνειρο της ενηλικίωσης…». Καθίστε αναπαυτικά, θα σας μιλήσω για την πολιτική ορθότητα!  
 
Αυτό το βιβλίο ήταν εντελώς άγνωστο σε μένα – συμβαίνει, μην χάσκετε – και μου το έκανε δώρο μία καλή φίλη που φαίνεται ότι ξέρει να με διαβάζει αρκετά σωστά. Το πολλά υποσχόμενο οπισθόφυλλο, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των πολλά υποσχόμενων οπισθόφυλλων, κατάφερε να μην διαψευστεί μετά το πέρας της ανάγνωσης. Βέβαια, η φράση «γραμμένο με τον τρόπο και το χιούμορ του Σουίφτ...» τσινάει κάπως, μιας και κανείς άλλος δεν μπορεί να γράψει με τον τρόπο και το χιούμορ του Σουίφτ – Αγαπητό Οπισθόφυλλο, μέτρα καλύτερα τα λόγια σου την επόμενη φορά, σε παρακαλώ πολύ! Προφανώς και κρίνοντας από την θεματική του βιβλίου του Ντυτέρτρ, εννοεί το βιβλιαράκι του Σουίφτ με τον λακωνικό τίτλο «Σεμνή πρόταση ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών ν’ αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα στην κοινωνία». Δεν το είχα μέχρι πρότινος στη συλλογή μου αλλά λέω, wtf, Χριστούγεννα είναι, και έτσι το παρήγγειλα!
 
Η χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τα έργα του Σουίφτ ή άλλων άτακτων παιδιών όπως του Βίλχελμ Μπους, κάνει την οργή μας να καταλαγιάζει, χωρίς να έχουμε πλέον την ευχαρίστηση να την εκτονώσουμε στο facebook γράφοντας «ΨΟΦΟΣ» και «ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΥ!». Έτσι, αναγνωρίζουμε ότι εκείνοι έγραφαν μεν έργα πολιτικά μη ορθά, αλλά εκείνη η εποχή ήταν πρόσφορη. Η δική μας έχει προοδεύσει, σωστά; Τι λέτε και σεις; Το βιβλίο του Μπενουά Ντυτέρτρ είναι γραμμένο το 2005 αλλά θεωρώ ότι τώρα στην αυγή του 2020 κορυφώνεται η δυναμική των προβληματισμών του – βέβαια, μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες αναγνώστες θα το βρουν πιο επίκαιρο λόγω και του πρόσφατου αντικαπνιστικού νόμου, οι άλλες χώρες τα έχουν λύσει χρόνια αυτά. Αυτό που φαίνεται να μην έχει καταφέρει να λύσει καμία χώρα είναι η πολιτική ορθότητα που έγινε πολύ μέινστριμ, περισσότερο και από τον Άγιο Βασίλη τα Χριστούγεννα. «Οτιδήποτε πεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου» – αυτό δεν είναι πια μια φράση ενός αστυνομικού που σε συλλαμβάνει αλλά ένα προειδοποιητικό σημάδι καπνού που βγαίνει από τις καμινάδες κάθε σπιτιού. 
 
Η πολιτική ορθότητα στις βάσεις της είναι πολύ σημαντικό πράγμα, όμως αν απλωθεί πολύ και ξεχειλώσει, μπορεί να γίνει ένα απίστευτα διασκεδαστικό βιβλίο ή και οτιδήποτε άλλο. Ο Ντυτέρτρ δεν γίνεται κυνικός ή προκλητικός με τον τρόπο ενός Ουελμπέκ, φερ’ ειπείν, αλλά παίζει ήπια και συναρπαστικά με όλες εκείνες τις φράσεις ή τις ιδέες που αν τις έβλεπες γραμμένες στο facebook θα αναλωνόσουν σε ατέρμονες αναλύσεις για το ποιος είναι πιο προοδευτικός και ποιος… πιο Προοδευτική (χουλιγκάνος, δηλαδή)! Από την μια έχουμε έναν μαύρο ραστοφόρο θανατοποινίτη ο οποίος κατηγορείται ότι σκότωσε έναν αστυνομικό («Είναι αλήθεια ότι δεν τον σκότωσα. Όμως αυτός ο τύπος ήταν πραγματικά μαλάκας ρατσιστής!») και λίγο πριν την εκτέλεσή του έχει ως τελευταία επιθυμία να απολαύσει ένα τσιγάρο, σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα όμως με ανιχνευτές καπνού και καθολική απαγόρευση του τσιγάρου – όπως και σε όλη την υπόλοιπη χώρα, δια νόμου. Αυτό είναι ένα υπέροχο δείγμα λογικής παγίδας, το Catch 22, που περιέγραφε σε απίστευτες καταστάσεις πολεμικού περιβάλλοντος ο Χέλερ στο σπουδαίο μυθιστόρημά του.
 
«Αυτό είναι που δυσκολεύομαι να καταλάβω!» αντέκρουσε ο Ινδονήσιος. «Πώς μπορεί να υπερασπίζεται συγχρόνως το δικαίωμα στη ζωή και το δικαίωμα στο τσιγάρο;»
«Το δικαίωμα στη ζωή» απάντησα «είναι επίσης και το δικαίωμα να γευόμαστε τις επικίνδυνες απολαύσεις».
 
Από την άλλη, έχουμε έναν σαραντάρη δημόσιο υπάλληλο που δεν τρέφει κανένα ενδιαφέρον για τα παιδιά (τα θεωρεί ατελή όντα) και ζει επικούρεια με την σύντροφό του. Ο δήμαρχος όμως («Τα ΜΜΕ ήθελαν πάση θυσία να βλέπουν τον δήμαρχο ως άντρα αλάθητο – αφού είχε παντρευτεί μια μαύρη, είχε υιοθετήσει κίτρινα παιδιά, είχε σταδιοδρομήσει στην αριστερά, πριν κατακτήσει την δημαρχία με την στήριξη της σόομπιζ»Είσαι θεά αγάπη μου!!) στην προσπάθεια να παραμείνει δημοφιλής και να δείξει ότι νοιάζεται τα παιδιά, το μέλλον του κόσμου μας, χωρίζει την Διοικητική Πολιτεία σε γραφεία για τους υπαλλήλους και σε χώρους για παιδιά, νηπιαγωγεία, παιδικούς σταθμούς, χώρους ανάπαυσης, κλπ. Σε αυτό το καθημερινό περιβάλλον γεμάτο παιδιά που εντείνει την βαρυθυμία του ήρωά μας, εκείνος κρύβεται στις τουαλέτες του κτιρίου με ένα κατσαβίδι στο χέρι για να ανοίξει το σφραγιστό παράθυρο, ώστε να μπορέσει να απολαύσει ένα απαγορευμένο τσιγάρο – ό,τι δηλαδή κάνανε τα παιδιά όλου του κόσμου εκεί γύρω στο γυμνάσιο. Σε αυτή την δυστοπία της πολιτικής ορθότητας όμως, τα παιδιά είναι το παν, ο λόγος τους έναντι των ενηλίκων είναι πανίσχυρος και αδιαμφισβήτητος, και γενικά έχε το νου στο παιδί… μπλα μπλα… τα ξέρουμε αυτά. Έτσι λοιπόν, ο ήρωας του βιβλίου χωρίς σχεδόν να μπορεί να το προβλέψει (παρότι είναι έξυπνος άνθρωπος και υπήρξε διορατικός στη δουλειά του) και με συνοπτικότατες διαδικασίες κατηγορείται (εδώ η σύνδεση με τον Κάφκα που αναφέρει το οπισθόφυλλο) για έγκλημα κατά της παιδικής ηλικίας, αυτό που άλλοτε ονομαζόταν παιδεραστία: «Δυο χρόνια νωρίτερα, κάτω από την πίεση συλλόγων των θυμάτων, ο νόμος είχε καταργήσει την χρήση του όρου «παιδεραστής», που θεωρήθηκε πολύ ήπιος για εγκληματίες (ενυπήρχε σε αυτήν την λέξη η ιδέα της «αγάπης για τα παιδιά», που δεν είναι συμβατή με την αποτρόπαια πράξη)»
 

 
Το βιβλίο ενδέχεται να εξοργίσει αρκετούς αναγνώστες αλλά δεν φταίει ο συγγραφέας του γι’ αυτό, όπως ίσως θα πιστεύατε. Δεν είναι επίτηδες προκλητικός ή κυνικός. Απλώς βάζει κάποιες τυχαίες φράσεις που βλέπουμε γραμμένες παντού στο διαδίκτυο κάθε μέρα, σε σωστή σειρά. Είναι σαν να εμπαίζει τους αναγνώστες του με τις ίδιες τους τις σκέψεις! Αυτό βέβαια δεν στερεί βαθύτητα από το έργο του, υπάρχουν κάποιες υπέροχες σκέψεις, ούτε και θεωρείται λογοτεχνικά κατώτερο. Το βρήκα εξαιρετικό και εκπληκτικά επίκαιρο – ο πολιτικά ορθός χαρακτηρισμός «επίκαιρο» που τον κολλάμε μπροστά σε κάθε παλιατζούρα, εδώ βρίσκει, σε μια σπάνια συνάντηση, τις αληθινές του διαστάσεις. Η ωραία μετάφραση είναι της Λίνας Σιπητάνου. Το βιβλίο είναι των εκδόσεων «Εστία» που πρέπει να ομολογήσω ότι ποτέ μου δεν τις συμπάθησα ιδιαιτέρως ως εκδόσεις, πάντοτε τις έβρισκα, αναφερόμενος μόνο εξωτερικά, αρκετά πολιτικά ορθές για τα γούστα μου. Αν έπρεπε να αναφερθώ και εσωτερικά θα έλεγα ότι μια καλή επιμέλεια θα ήταν απαραίτητη, πολλά τυπογραφικά λάθη… παιδιά!!
 
[…] «Ρουφάω ακόμα μια τζούρα και με βρίσκω μάλλον ευφυέστατο, με τον τρόπο μου. Καθισμένος πάνω στη λεκάνη, ευχαριστιέμαι τη γεύση του καπνού, και αυτή η απόλαυση ενισχύει ακόμα περισσότερο το θαυμασμό που τρέφω για το μυαλό μου, γι’ αυτήν την τέχνη μου να ξεσηκώνω πολεμική, όταν οι συνάδελφοί μου αρκούνται σε ευλαβικές επιδοκιμασίες». Χέσε μας ρε Μουζίλη! 
 
 
Let the «Sunshine» in!
 
Υ.Γ. 2020 Ακόμα και αν όλα γίνουν σιγά σιγά πολιτικώς ορθά, να θυμάστε ότι οι γιορτινές μέρες με συγγενείς θα παραμείνουν για πάντα σκληρές και αδυσώπητες! Καλή χρονιά σε όλους 😊

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.