Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Όσο έχω φωνή


Όση φωνή κι αν έχει κανείς, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει για έναν τόσο ιδιαίτερο συγγραφέα όσο ο Τόμας Μπέρνχαρντ. Δεν θα πω πολλά γιατί δεν μπορώ ούτως ή άλλως, απλώς σκέφτηκα τώρα που πεθαίνει και τούτη η χρονιά, τι καλύτερο από τον πεισιθάνατο Τόμας να αφήσει δυο-τρεις μαύρες σκέψεις για να ευφρανθεί η ψυχή μας! Έχει καιρό να πεθάνει και κανένας γνωστός καλλιτέχνης ώστε να μπορέσει να ανατροφοδοτηθεί η εσωτερική μηχανή συναισθημάτων με ταυτόχρονη διαδικτυακή εκροή…  Θλίψις! Τέλος πάντων, ας μείνουμε στα ευχάριστα. Και το ευχάριστο είναι ότι αυτό το βιβλίο μού το έκανε δώρο ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο, από εκείνα που φυτοζωούν καθόλη την διάρκεια της ζωής τους, και τα θυμόμαστε μόνο όταν κάποιο από αυτά πεθάνει. Νομίζετε είναι τυχαίο που τους αναγνώστες τούς λένε και βιβλιοσκώληκες;

Πέρασα λοιπόν από αυτό το βιβλιοπωλείο για να ρωτήσω αν ήρθε ο Σουίφτ που είχα παραγγείλει (δεν είχε έρθει) και έφυγα με Μπέρνχαρντ δώρο. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Παρότι δεν είμαι μακροχρόνιος επισκέπτης ούτε έχω κάνει τον τζίρο για να αξίζω τέτοια δώρα, έχω ήδη δεχθεί τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» του Φιτζέραλντ από «Άγρα», τον οποίον όμως είχα ήδη (προσπαθήσει και να διαβάσω αλλά το παράτησα στις πρώτες 50 σελίδες) και έτσι έφυγα με δώρο ένα ελληνικό, μια συλλογή αστυνομικών διηγημάτων από «Μεταίχμιο». Το θέμα εδώ δεν είναι τι δώρα σου κάνουν (αν και αυτό ακόμα, είναι μεγάλο θέμα) αλλά ότι τα συνοικιακά βιβλιοπωλεία χτίζουν μια οικειότητα με τους αναγνώστες τους, ανταλλάσσεις δυο κουβέντες, βγάζετε χολή για κάποιους συγγραφείς, επαινείτε άλλους, τέτοια πράγματα. Δεν είχε ξανατύχει να μου κάνουν δώρο βιβλίο σε βιβλιοπωλείο, συνήθως μου έκοβαν λίγο στην τιμή, ή και όχι – εξάλλου δεν είναι απαραίτητο, μάθανε όλοι να περιμένουν έκπτωση. Ωστόσο, ενυπάρχει εδώ η ψυχολογία του πελάτη. Αν πας σε μαγαζί και πιεις 4 ποτά και σου κόψουν το ένα στην τελική τιμή δεν θα σου φανεί τόσο όσο αν σου κερνούσαν ένα στο τραπέζι, ακόμα και αν είναι σφηνάκι, δηλαδή κατώτερης αξίας από αυτό που θα σου έκοβαν στο ταμείο. 


Έπειτα έκανα μια βόλτα στα τρία μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία της πόλης σε ώρα αιχμής, Ιανό, Πρωτοπορία και Public όπου και τα τρία μαζί είχαν πάνω από 600 άτομα μέσα – γιατί ως γνωστόν το βιβλίο είναι το καλύτερο δώρο στις γιορτές, αρκεί να μην σε αναγκάσουν να το διαβάσεις! – για να ρωτήσω αν τυχόν και έφτασαν «Η πεταλούδα» και οι «Γατοσημειώσεις» από «Κίχλη». Με κοιτούσαν με ένα ύφος τύπου «Δεν ξέρει από λογοτεχνία το παιδί!» (εν μέρει είχαν δίκιο), «Τι ωραία… πεταλούδα, μας τσαμπουνάει, σίγουρα τα έχει χαμένα» κλπ. Εγώ φταίω που ήθελα να παίξω σωστά τον ρόλο του πελάτη. Κανονικά, η σωστή ερώτηση θα ήταν η εξής: έχει έρθει σήμερα καμιά κούτα από «Κίχλη»; Μπορώ να την δω; 

 
ΔΥΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

«Ο βιβλιοθηκάριος της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης του Σαλτσμπουργκ κρεμάστηκε στον μεγάλο πολυέλαιο του μεγάλου αναγνωστηρίου επειδή, όπως έγραψε σ’ ένα σημείωμα, ύστερα από εικοσιδύο χρόνια υπηρεσία, δεν άντεχε άλλο να ταχτοποιεί και να δανείζει βιβλία που είχαν γραφεί για να προξενούν κακό, εννοώντας φυσικά όλα τα βιβλία που είχαν γραφεί ποτέ. Αυτό μου θύμισε τον αδελφό του παππού μου, που ήταν αγροφύλακας στο Άλτενταν κοντά στο Χένντορφ, που αυτοπυροβολήθηκε στην κορυφή του όρους Τσιφάνκεν γιατί δεν άντεχε να βλέπει άλλο τα μαρτύρια που τραβούσαν οι άνθρωποι. Κι αυτός επίσης είχε αφήσει ένα σημείωμα, όπου κατέγραφε τις σκέψεις του».

Ας ανοίξουμε το δώρο. Το οπισθόφυλλο λέει ότι το συγκεκριμένο βιβλίο το ονόμασε εύστοχα(;) κάποιος κριτικός, «Τόμας Μπέρνχαρντ για αρχάριους», – καλά κουμάσια και οι ξένοι κριτικοί! Δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό. Εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο: βάζω τρία τέσσερα χιουμοριστικά ποστ για τον θάνατο του Θάνου Μικρούτσικου (και του κάθε Θάνου) για να στηλιτεύσω όλη αυτή την γελοία κατάσταση με το μνημόσυνο που συμβαίνει στο ελληνικό facebook κάθε φορά, και οι διαγραφές πέφτουν βροχή, οι εμετοί λερώνουν τον τοίχο μου, και διάφοροι πόνοι εμφανίζονται μυστηριωδώς στο σώμα μου… όταν είναι οι ίδιοι φίλοι (όπως τους λέμε στο facebook) που με έκαναν φίλο ακριβώς γιατί αγαπούσα πολύ τον Νίκο Καββαδία και έβαζα κάθε τρεις και λίγο τα τραγούδια (που τα έχω ακούσει χιλιάδες φορές) που συνέθεσε ο Θάνος Μικρούτσικος. Και θέλετε να μου πείτε ότι όλοι αυτοί θα εκτιμήσουν τα κείμενα του Μπέρνχαρντ; Θα παραμένουν πάντοτε αρχάριοι για Μπέρνχαρντ. Ή μικρός μικρός λογικέψου ή μικρός καλογερέψου! 

Ορίστε, ιδού μία ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ προς εκείνους τους αμβλύνοες που ισχυρίζονται ότι με κάποιες περιστασιακές αρνητικές κριτικές μου καταστρέφω οικονομικά τον εκδοτικό κόσμο και βάζω βόμβα στα θεμέλια της καλή λογοτεχνίας. 

«Ένας έμπορος από το Κόμπλεντς επισκέφθηκε τις πυραμίδες της Γκίζας, πραγματοποιώντας τη μεγαλύτερη επιθυμία της ζωής του, όμως αφού τις επισκέφθηκε, χαρακτήρισε αυτή του την επίσκεψη ως τη μεγαλύτερη απογοήτευση της ζωής του, πράγμα που καταλαβαίνω, γιατί κι εγώ που ήμουν τον περασμένο χρόνο στην Αίγυπτο ήμουν τελείως απογοητευμένος, κυρίως από τις πυραμίδες. Όμως, σε αντίθεση με μένα που ξεπέρασα πολύ γρήγορα την απογοήτευση αυτή, ο έμπορος από το Κόμπλεντς, θέλοντας να εκδικηθεί για τη δική του απογοήτευση, άρχισε να δημοσιεύει επί ολόκληρους μήνες ολοσέλιδα κείμενα στις σημαντικότερες εφημερίδες της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Αυστρίας, προειδοποιώντας τους μελλοντικούς επισκέπτες της Αιγύπτου για το τι θα αντιμετώπιζαν στις πυραμίδες και κυρίως πηγαίνοντας στην πυραμίδα του Χέοπος που τον είχε απογοητεύσει πολύ περισσότερο απ’ όλες τις άλλες. Ο έμπορος από το Κόμπλεντς, με όλ’ αυτά τα αντιαιγυπτιακά και αντιπυραμιδικά δημοσιεύματα, ξόδεψε μέσα σε ελάχιστο διάστημα την περιουσία του και βυθίστηκε σε μαύρη απελπισία. Όπως ήταν φυσικό, τα δημοσιεύματά του δεν είχαν την αναμενόμενη επίδραση σ’ εκείνους που σκόπευαν να ταξιδέψουν στην Αίγυπτο, αντίθετα, ο αριθμός όλων αυτών που επισκέφθηκαν φέτος την Αίγυπτο ήταν ο διπλάσιος από τον περσινό». 

Οι μικρές ιστορίες του Μπέρνχαρντ είναι υπέροχες, θυμίζουν κάτι από τους «Παραδειγματικούς φόνους» του Μαξ Άουμπ, βιτριολικές σκέψεις του Αμβρόσιου Μπηρς, κ.α., και όταν κυκλοφόρησαν «υποβλήθηκαν πολλές μηνύσεις εναντίον του από συγγενείς που αναγνώρισαν στο βιβλίο του δικούς τους ανθρώπους», κάτι αντίστοιχο αλλά σε μικρότερη κλίμακα, με αυτό που γίνεται στο λαϊκό δικαστήριο του facebook σήμερα. Πολλές από τις εμμονές του είναι εδώ αλλά καλά κρυμμένες μέσα στην συμπύκνωση των σύντομων ιστοριών. Γι’ αυτό θα πρότεινα σε κάποιον αρχάριο προς τον Μπέρνχαρντ, να πιάσει ένα εκτενές βιβλίο του, τον εκπληκτικό «Αφανισμό» για παράδειγμα, και πολύ σύντομα θα διαπιστώσει αν του κάνει ή όχι αυτός ο συγγραφέας. Η θαυμάσια μετάφραση είναι του Αλέξανδρου Ίσαρη και η έκδοση από «Άγρα» ένα μικρό κομψοτέχνημα. Οι πίνακες του εξωφύλλου είναι του CY Twombly. Οι ιστορίες του Τόμας με παρηγορούν βαθιά, ειδικά σήμερα που όλος ο κόσμος με λοιδορεί και με φτύνει. Καλές γιορτές με αγάπη, φίλοι μου! 



ΦΙΛΕΥΣΠΛΑΧΝΗ προτροπή: 

«Μια ηλικιωμένη κυρία που έμενε κοντά στο σπίτι μας ήταν υπέρ το δέον φιλεύσπλαχνη. Είχε αναλάβει υπό την προστασία της έναν πάμπτωχο Τούρκο, που ένιωθε μεγάλη ευγνωμοσύνη απέναντί της, γιατί φεύγοντας από την υπό κατεδάφιση παράγκα όπου έμενε, μετακόμισε στο σπίτι της, ένα αστικό σπίτι στη μέση ενός μεγάλου κήπου. Δούλευε εκεί ως κηπουρός της ηλικιωμένης κυρίας, που όχι μόνο του αγόρασε καινούρια ρούχα, αλλά έκανε το παν για να τον ευχαριστεί. Κάποια μέρα ο Τούρκος εμφανίστηκε στην αστυνομία και δήλωσε πως δολοφόνησε την ηλικιωμένη κυρία που τον είχε πάρει στο σπίτι της από φιλευσπλαχνία. Η δικαστική επιτροπή, κατά την αυτοψία που διενήργησε αμέσως, διαπίστωσε πως ο δράστης την είχε στραγγαλίσει. Όταν ο Τούρκος ρωτήθηκε από τη δικαστική επιτροπή γιατί στραγγάλισε την ηλικιωμένη κυρία, εκείνος απάντησε, από φιλευσπλαχνία».
 
Υ.Γ. 2666   Ο Τόμας Μπέρνχαρντ σάς εύχεται χρόνια πολλά και ευτυχισμένο το νέο έτος!!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».