Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο Λόρδος και ο Αλήτης


 
Αν δεν ήταν Λάρσον δεν πρόκειται να έβαζα το χέρι μου στην τσέπη για να πάρω βιβλίο με τόσο αδιάφορο τίτλο – ίσως να το έκανα για δοκίμιο, με επιφύλαξη πάντα. Με τίτλο «Οι μέρες που έχτισαν την Ιστορία»… δεν πουλάς, για να το πούμε με τα λόγια της εκδοτικής πιάτσας. Αναζήτησα μέσα στο βιβλίο τον πρωτότυπο τίτλο γιατί είχα απορία πώς ο ευφυής Λάρσον χρησιμοποίησε τέτοιον άθλιο τίτλο· το «The splendid and the ville» [sic] έγινε αυτό που έγινε. Χωρίς και ο ίδιος ο Λάρσον να στοχεύει στην απολυτή πρωτοτυπία με την επιλογή των τίτλων του, τουλάχιστον πάντοτε διατηρεί μια υποδόρια νότα ειρωνείας που ενισχύεται και από την ακόλουθη ανάγνωση των εκπληκτικών βιβλίων του. Οι μεταφράσεις των τίτλων προγενέστερων βιβλίων του διατηρούσαν αυτή την ειρωνεία, εδώ όμως παραδόθηκε αμαχητί. Ας το έκαναν «Μεγαλοπρέπεια και αθλιότητα», «Ο εξαίσιος και ο άξεστος» η έστω, «Ο Λόρδος και ο Αλήτης» όπως προτείνει χιουμοριστικά το παρόν μπλογκ. Τέλος πάντων, σύμφωνα και με το κλισέ, χάθηκε μια μάχη αλλά όχι ο πόλεμος. «“Το να μη συμπυκνώνει κανείς τις σκέψεις του είναι σημάδι οκνηρίας”, έλεγε».
 
Έχω σκυλοβαρεθεί τα βιβλία με θέμα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλοί σπουδαίοι συγγραφείς ασχολήθηκαν με αυτόν αλλά κυρίως πολλοί αδιάφοροι συγγραφείς που έφεραν ως μοναδικό παράσημο κάποιας συγγραφικής τόλμης, την όποια ενασχόλησή τους με αυτό το θέμα. Δεν αντέχω πια, παραδίνομαι. Δεν θέλω να τα βλέπω στην λογοτεχνία, στρέφω το βλέμμα αλλού, τα καταγράφω πλέον σε ένα ιδιότυπο και εφιαλτικό φάκελο απόδρασης από τον οποίο προσπαθώ να ξεφύγω. Επέλεξα να διαβάσω τον Λάρσον αφ’ ενός επειδή είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας και αφ’ ετέρου επειδή με συναρπάζει ο τρόπος που γράφει τα βιβλία του. Κάθε τόσο παρασύρεσαι και πιστεύεις ότι πρόκειται για καθαρή και ατόφια επινόηση ενώ εκείνος διατείνεται, ορκίζεται καλύτερα, ότι κάθε λέξη που εμφανίζεται στο βιβλίο είναι αποτέλεσμα πρωτογενών (και ίσως δευτερευόντως, δευτερευουσών) πηγών, αρχείων, ημερολογίων, κλπ. Ακόμα και αν το έχεις αυτό στο μυαλό σου καθώς διαβάζεις – που δεν το έχεις, γιατί η αφήγηση σε παρασύρει γρήγορα και ολοκληρωτικά – η σειρά με την οποία επιλέγει να παραθέσει τα γεγονότα, από τα πιο ασήμαντα έως τα πιο σημαντικά, είναι ίδιον μεγάλου συγγραφέα. Γι’ αυτό τον αγαπώ και τον συστήνω με κάθε αφορμή. 
 

Τα περισσότερα βιβλία τα διαβάζω με το μυαλό, κάποια λίγα με την καρδιά και ένα μόνο κατάφερα να το διαβάσω με το στομάχι. […] «Ο αεροπορικός πόλεμος εναντίον της Βρετανίας αναζωπυρώθηκε για ένα σύντομο διάστημα όταν το 1944 ήρθαν η ιπτάμενη βόμβα V-1 και η ρουκέτα V-2, τα όπλα «Εκδίκησης» του Χίτλερ, που έφεραν έναν νέο τρόμο στο Λονδίνο, αλλά αυτό ήταν μια τελική επίθεση που είχε ξεκινήσει με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει θάνατο και καταστροφή πριν από την αναπόφευκτη ήττα της Γερμανίας». Το σοκαριστικά ανεπανάληπτο «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» εκκινεί την ιστορία του από το τέλος του πολέμου και ο τρόμος είναι ένα συναίσθημα που γουργουρίζει απειλητικό στο στομάχι σου καθώς εσύ φαινομενικά κάθεσαι αραχτός και ήρεμος στην πολυθρόνα σου. Ουδέποτε γράφτηκε καλύτερο βιβλίο για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.- Εδώ, ο Έρικ Λάρσον, εκκινεί και τελειώνει την ιστορία του κατά την διάρκεια της πρώτης αεροπορικής επιδρομής εναντίον του Λονδίνου, το 1940-1941, και μαζί καταγράφει και τον πρώτο χρόνο στην Πρωθυπουργία της Αγγλίας του Ουίνστον Τσόρτσιλ. Όσοι αναζητάτε μέσα στο βιβλίο εκείνη την πληθωρική και σαρωτική μορφή του Τσόρτσιλ που του χάρισε κάποτε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, πριν αυτό παραδοθεί φέτος στον έφεδρο Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, θα απογοητευτείτε – όπως ακριβώς και εγώ. 
 
Η μορφή του Τσόρτσιλ έχει υποστεί εκατοντάδες μεταμορφώσεις στο πέρασμα των χρόνων και όλοι θα ανακαλύψουν μια περσόνα του με την οποία θα μείνουν ευχαριστημένοι, αρκεί να διαβάσουν τα σωστά ή και τα λάθος βιβλία, το ίδιο αποτέλεσμα θα έχει στο τέλος. Ο Λάρσον την είδε λίγο πιο οικογενειακά την φάση και μάζεψε όλο το σκυλολόι του (μπουλντόγκ) Τσόρτσιλ για να μας δείξει πόσο τρομακτική μπορεί να είναι η εμπειρία να πέφτουν βόμβες και έξω από μια οικογενειακή εστία! Ο Τσόρτσιλ και οι παρατρεχάμενοί του, μαζί με μια ολόκληρη χώρα που αναθάρρευε διαρκώς στην αγκαλιά του και στην όψη της πατρικής του φιγούρας (οποιαδήποτε ομοιότητα με πατερούληδες εκείνης της περιόδου είναι εντελώς συμπτωματική), δημιούργησαν μέσα από την πένα του ευφυούς Λάρσον μια εκτεταμένη οικογενειακή εποποιία που συναρπάζει. Το χρονικό πλαίσιο είναι περιορισμένο και η δράση μοιάζει τέτοια επίσης (χάρη στη μονοτονία της) αλλά οι 700 σελίδες μεγάλου σχήματος δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να σε καθηλώνουν κάθε στιγμή.
 
[…] «Για τον Κόλβιλ, αυτή ήταν μια παράξενη στιγμή. Άλλο να ζεις τον πόλεμο από υπουργική απόσταση, και εντελώς διαφορετικό να βλέπεις από κοντά την απόδειξη της βίας και του κόστους του. Εδώ υπήρχε ένα γερμανικό βομβαρδιστικό πεσμένο σε μια εξοχή τόσο κλασικά αγγλική όσο θα μπορούσε να φανταστεί οποιοσδήποτε ταξιδιώτης, ένα κυματιστό τοπίο από βοσκοτόπια, δάση και χωράφια που κατηφόριζαν απαλά προς τον νότο, με ίχνη από ένα μεσαιωνικό δάσος που κάποτε το χρησιμοποιούσαν για το κυνήγι και για την ξυλεία. Πώς ακριβώς είχε καταλήξει εδώ το βομβαρδιστικό, ο Κόλβιλ δεν ήξερε. Αλλά ήταν εδώ, μια ξένη μηχανική παρουσία, με σκούρο πράσινο κύτος, φτερά με γκρίζα κάτω επιφάνεια, και κίτρινα και μπλε εμβλήματα εδώ κι εκεί, σαν λουλούδια πεταμένα τυχαία. Ένας λευκός αστερίας γυάλιζε στο κέντρο μιας μπλε ασπίδας. Κάποτε τρομακτικό σύμβολο του σύγχρονου πολέμου, το βομβαρδιστικό ήταν πεσμένο και άχρηστο σ’ ένα χωράφι, ένα απλό απομεινάρι για να δει κανείς πριν επιστρέψει στο σπίτι του για τσάι».
 
Στο βιογραφικό του συγγραφέα στο αυτί του βιβλίου αναφέρεται ότι το παρόν βιβλίο καθώς και το προηγούμενο του, το «Dead Wake» βρέθηκαν στο Νο1 της λίστας των «New York Times». Πιο κάτω αναφέρεται και στο βιβλίο του, «Ο Διάβολος στη Λευκή Πόλη» που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις τους. Κανείς δεν περιμένει ένας εκδότης να διαφημίζει βιβλία άλλων εκδοτικών, δεν είναι απαραίτητο (εξάλλου εκείνο που είχε κυκλοφορήσει παλιότερα από «Μεταίχμιο» το έθαψαν), αλλά από την στιγμή που αναφέρεσαι για δικούς σου λόγους στο προηγούμενο βιβλίο του, θα έπρεπε να το αναφέρεις με τον μεταφρασμένο του τίτλο, «Βουβό κύμα» δηλαδή, όπως κυκλοφόρησε από τον «Ίκαρο» πριν από 4 χρόνια. Αυτές είναι χαζομικρότητες και ψωροπερηφάνιες που δεν προσφέρουν κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα όπως θα σας έλεγε και ο Τσόρτσιλ. Οι εκδότες πρέπει να καταλάβετε ότι δεν πουλάει το ένα βιβλίο ενός συγγραφέα (συνήθως αυτό που έχετε εκδώσει εσείς) παραπάνω από τα υπόλοιπα – αν αξίζει ο ίδιος ο συγγραφέας, πουλάνε όλα! Μάλιστα, πριν λίγες μέρες που ήταν η Black Friday η «Διόπτρα» πρωτοπορώντας ΔΙΑΔΟΣΕ ένα πολύ ζουζουνιάρικο μήνυμα στο διαδίκτυο που κέρδισε αμέσως την συμπάθειά μας και τις καρδιές μας: να πάτε στα βιβλιοπωλεία της γειτονιάς σας για να σας προτείνουν βιβλία με έκπτωση είτε δικά μας (προφανώς και πρωτίστως) είτε και άλλων εκδοτών· γιατί εμείς δεν πρόκειται να το κάνουμε – τουλάχιστον το δεύτερο!
 
Ένα λάθοs της έκδοσηs που το αντιλήφθηκα πρώτη φορά περίπου στην 120 σελίδα και ωs το τέλοs τηs δεν μπόρεσα να το βγάλω από το μυαλό μου είναι ότι το τελικό σίγμα που χρησιμοποιείται δεν είναι το ελληνικό αλλά το αγγλικό. Ξενομανία, τι να πειs! Κατά τ’ άλλα, η έκδοση της «Διόπτρας» είναι πολύ όμορφη και το ίδιο φαίνεται να είναι και η μετάφραση του Αλέκου Αντωνίου. Το βιβλίο του Λάρσον είναι ένα συλλογικό ημερολόγιο μεμονωμένων ανθρώπων, με όλες τις συναισθηματικές παλινωδίες, τα αποσπάσματα ετεροντροπής (κάπως cringe λέξη!)*, αλλά και τις στιγμές θάρρους, τις αναμνήσεις που θέλεις να θυμάσαι, μαζί με εκείνες που ενδεχομένως θέλεις να χαθούν διαπαντός, ένα σύνολο στιγμών στις οποίες σπανίως ανατρέχεις, σκονίζονται σε μια άκρη απαρηγόρητες αλλά και που θα στεναχωρηθείς βαθιά αν κάποτε γίνονταν στάχτη – και ως τέτοιο πρέπει να διαβαστεί.
 

[…] «Έκανε έναν κατάλογο των βιβλίων, τουλάχιστον εκείνων που μπορούσε να θυμηθεί. Ήταν, έγραψε αργότερα σ’ ένα δοκίμιο, “ο πιο θλιβερός κατάλογος· ίσως ένας κατάλογος που δεν θα έπρεπε να κάνει κανείς”. Κάπου κάπου θυμόταν έναν τίτλο που είχε παραλείψει, σαν την γνώριμη χειρονομία ενός χαμένου αγαπητού προσώπου. “Συνεχίζω να θυμάμαι κάποιο παράξενο βιβλιαράκι που είχα· δεν είναι δυνατόν να τα συμπεριλάβω όλα και είναι καλύτερα να τα ξεχάσω τώρα που έγιναν στάχτη”».
 
* Το κατάκλεψα από φίλο και δεν ετεροντρέπομαι καθόλου.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !