Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Dogs never bite me. Just humans.


 
 
Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Γνώρισα τον Τόμας Σάβατζ και το βιβλίο του «Η εξουσία του σκύλου» μέσα από το δοκίμιο του Ζαν Μπερτράν-Πονταλίς «Αδελφός του προηγούμενου». Στο δοκίμιο περιγράφονται οι σχέσεις – συχνότατα οδυνηρές – μεταξύ αδερφών, διατρέχοντας κυρίως λογοτεχνικά περιβάλλοντα. Ο Πονταλίς έκανε εγκωμιαστικά σχόλια για το βιβλίο του Σάβατζ, κάνοντας μνεία στην σκληρότητα των ηρώων του βιβλίου, χρησιμοποιώντας και ένα λογοπαίγνιο με τη λέξη savage που σημαίνει βάναυσος/ άγριος
 

Ανακάλυψα ότι ο Σάβατζ έχει πλούσια βιβλιογραφία αλλά ισχνή μεταφραστική παραγωγή στη χώρα μας, με μόλις ένα βιβλίο μεταφρασμένο, που για καλή μου τύχη είναι η «Εξουσία του σκύλου»! Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι τα δύο αδέρφια, πλούσιοι ιδιοκτήτες του μεγαλύτερου ράντσου της περιοχής· ο Φιλ και ο Τζορτζ. Ο Φιλ είναι ψιλόλιγνος και έξυπνος, δεινός ιππέας, επιδέξιος με τις σκληρές δουλειές του ράντσου που τις διεκπεραιώνει πάντα χωρίς γάντια και γι' αυτό γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από τους εργάτες. Επίσης, είναι πολύ αλαζόνας, «δίνει αξία εκεί που υπάρχει αξία» όπως λέει, περιφρονητικός απέναντι σε συμπεριφορές και καταστάσεις που δεν ταιριάζουν στον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του. Αντίθετα, ο Τζορτζ είναι κοντόχοντρος (χοντρομπαλάς, κατά τα λεγόμενα του Φιλ) και αργόστροφος, μιλάει λίγο και η παρουσία του και μόνο αρκεί να πνίξει στην βαρυθυμία μια εύθυμη παρέα εργατών.
 
Τα δυο αδέρφια (πλέον σχεδόν 40 χρονών) κοιμούνται ακόμα στο ίδιο δωμάτιο, κυρίως από συνήθεια, που δεν μπορεί να διαταράξει ούτε η αχανής έκταση του σπιτιού με τα δεκαέξι δωμάτια. Το ράντσο είναι ανδροκρατούμενο από ιδρωμένους άντρες που δουλεύουν εξαντλητικά κουμαντάρωντας τα εκατοντάδες βοοειδή, με μόνη θηλυκή παρουσία την γηραιά μαγείρισσα Λιούις που τους σερβίρει το πλούσιο πρωινό πριν την έναρξη της εργασίας. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν ο Τζορτζ αποφασίζει να παντρευτεί μυστικά την όμορφη ιδιοκτήτρια του πανδοχείου της γειτονικής πόλης όπου κάθε χρόνο τα δυο αδέρφια πηγαίνουν να πουλήσουν τα βόδια τους. Η Ρόουζ είναι η χήρα γυναίκα του αλκοολικού γιατρού της πόλης, ο οποίος αυτοκτονεί από ντροπή και εξευτελισμό όταν δεν καταφέρνει να υπερασπιστεί τον γιο του από τα ειρωνικά σχόλια του Φιλ στο μπαρ της πόλης, που ισχυρίστηκε ότι ο Πίτερ είναι «αδερφή» σύμφωνα και με τα κουτσομπολιά που διαδίδονται στην πόλη. 
 
 
Ο Πίτερ είναι πράγματι ασυνήθιστο παιδί σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Αρκετά μοναχικός, αρέσκεται σε περιπάτους πλάι στην λίμνη και σε συνθέσεις χάρτινων λουλουδιών που έμαθε από την μητέρα του. Μια τέτοια χάρτινη σύνθεση (ανεπίτρεπτο για έναν άντρα!) γίνεται η αφορμή, να ειρωνευτεί χρόνια αργότερα, ξανά ο Φιλ, τον περήφανο έφηβο Πίτερ που ονειρεύεται να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, προκαλώντας τα συναισθήματα συμπόνοιας του Τζορτζ, ο οποίος επιστρέφει στο πανδοχείο για να ζητήσει συγγνώμη από την στενοχωρημένη Ρόουζ.
 
Η Ρόουζ εγκαθίσταται στο ράντσο των αδερφών και ο Τζορτζ εγκαταλείπει για πρώτη φορά το παιδικό δωμάτιο. Ο Φιλ γίνεται ο δαίμονας της Ρόουζ, η οποία μην αντέχοντας την σιωπή του και την περιφρόνησή του για αυτήν, την επιτήδεια (κατά τον Φιλ) γυναίκα που εποφθαλμιά τα χρήματα τους αλλά και τον αργόστροφο Τζορτζ που δεν μπορεί να διαβλέψει το σχέδιο, οδηγείται σιγά σιγά προς τον αλκοολισμό. Ο Φιλ αναγνωρίζει τα σημάδια και αναμένει την στιγμή που θα το καταλάβει και ο Τζορτζ και θα την διώξει επιτέλους από το σπίτι. Το καλοκαίρι έρχεται και ο Πίτερ στο ράντσο, όπου μέσα από λεπτές κινήσεις, αντάξιες ενός σπουδαίου χειρουργού που ονειρεύεται να γίνει, δίνει την τελική λύση στο δράμα που βιώνει η μητέρα του. 
 
 
[...] «Είχε συλλογιστεί ο Τζορτζ πως όταν το καλοκαίρι το παιδί θα μπαινοβγαίνει στο σπίτι, θα είναι μιας συνεχής υπενθύμιση πως ο Τζόρτζι δεν ήταν ο πρώτος που της έμαθε τα κόλπα; Είχε την αίσθηση ότι ο Τζορτζ απεχθανόταν τις αδερφούλες τόσο όσο και αυτός, και τώρα θα υπήρχε μια τέτοια ανάμεσά τους, στο σπίτι τους, να σαχλαμαρίζει, ν' αφουγκράζεται τα πάντα. Ο Φιλ αντιπαθούσε στο έπακρο τον τρόπο που περπατούσαν και που μιλούσαν».
 
Το βιβλίο διαθέτει εξαιρετική πλοκή και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες αποδεικνύονται εξίσου ενδιαφέροντες με τους κεντρικούς. Οι εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων είναι θαυμαστές. Με αιχμαλώτιζαν τόσο κατά την ανάγνωση, ώστε σε μερικά σημεία που παρεμβάλλονται παράταιρα περιστατικά (η πορεία ενός ινδιάνου με το γιο του από το καταυλισμό που τους έχουν περιορισμένους, στην γη των προγόνων τους, εκεί που τώρα βρίσκεται το ράντσο), τα οποία αργότερα θα εξυπηρετούσαν περισσότερο την πλοκή, μου φάνηκαν σαν αδιανόητη διακοπή, διαφημίσεις σε μια καθηλωτική ταινία!
 
Το φόντο της ιστορίας μού θύμιζε τον «Γητευτή των αλόγων» που είχα διαβάσει αναγκαστικά (αλλά όπως αποδείχθηκε με αρκετή ευχαρίστηση) για την εξεταστική κάποιου εξαμήνου. Φυσικά, οι δυο ιστορίες δεν έχουν καμία σχέση! Ίσως, να θυμίζει και λίγο Φώκνερ ή Στάινμπεκ. Το επίμετρο είναι της Άννι Πρου που έγραψε το «Μυστικό του Brokeback Mountain» και οι επιρροές της δύσκολα κρύβονται. Κάποιες κριτικές που ακολούθησαν το βιβλίο αυτό του Σάβατζ, κάνουν λόγο για μια καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία του Φιλ, που καμουφλάρεται κάτω από το προσωπείο του πραγματικού άντρα που απαιτεί η δουλειά σε ένα ράντσο, καθώς και μέσα από την περιφρόνηση που επιφυλάσσει στις «αδερφές». Μέσα από την επαφή του Πίτερ με τον Φιλ, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, φαίνεται να ετεροπροσδιορίζεται η καταπιεσμένη φύση του Φιλ. 
 
 
Μέχρι να διαβάσω το επίμετρο δε μου είχε γίνει διακριτή, μέσα από την αφήγηση, αυτή η σκέψη. Ωστόσο, καθώς ανατρέχω σε κάποια κομμάτια της αφήγησης, διακρίνω πλέον μερικές ενδείξεις. Όπως και να' χει, αυτό το βιβλίο υπήρξε τομή στην αποδόμηση των ιστοριών που είχαν ως ήρωες, καουμπόηδες της άγριας δύσης και αποτέλεσε κοινωνικό σχόλιο εναντίον της πατριαρχικής κοινωνίας.
 
Η έκδοση της «Άγκυρας» είναι πολύ όμορφη και η μετάφραση της Κώστιας Κοντολέων, από όσο θυμάμαι πια, αρκετά λειτουργική. «Η εξουσία του σκύλου» είναι θαυμάσιο βιβλίο και για 3.50 ευρώ που κοστίζει η αγορά του, θα λάβετε περίσσευμα εγγυημένης απόλαυσης. Προλάβετε πριν εξαντληθεί!
 
Υ.Γ. 2666  Η φράση «Dogs never bite me. Just humans» αποδίδεται στην Μέριλυν Μονρόε και την βρήκα πολύ ταιριαστή με τον τίτλο του βιβλίου του Σάβατζ, για τον οποίο δεν μαθαίνουμε την σημασία του παρά μόνο στην τελευταία σελίδα. Ωστόσο, όλη η προηγούμενη αφήγηση, ερμηνεύει ποικιλοτρόπως τον διφορούμενο τίτλο, εστιασμένη περισσότερο στην σκληρότητα των χαρακτήρων, από και προς όλες κατευθύνσεις.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Γλυκοχαράζει λογοτεχνία

      Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε με το «Κομπλεξικό» , ένα λεξικό που θα έκανε ακόμη και τον Μπαμπινιώτη να αναφωνήσει OMG! Μετά από αυτό το πρώτο βήμα λογικό είναι να ακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ξέρεις πλέον πώς λειτουργεί ένα λεξικό, ξεκινάς να το χρησιμοποιείς σωστά – μην κρίνετε από την πλειονότητα των Ελλήνων συγγραφέων που πρωτίστως λειτουργούν… ανελέξεγκτοι ! «Ο Καραβάγγος, πρώην τσομπανόσκυλο σε στάνη των Γρεβενών, δεν κατάλαβε ποτέ πώς είχε καταφέρει να μπλέξει τόσο άσχημα… Η μία μικρή υποχώρηση είχε φέρει την άλλη, και εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε γελοίες πόζες, που καθόλου δεν ταίριαζαν με την ιδιοσυγκρασία του» . Wanna be on top! Και δεν ξέρω τόσο για τον Καραβάγγο, αλλά ο Αχιλλέας ΙΙΙ σίγουρα στοχεύει ψηλά με την λογοτεχνία του και αυτό είναι πολύ καλό – κυρίως για την λογοτεχνία που πασχίζει με αξιοπρέπεια να γίνει μόδα, και όχι τόσο για την μόδα που νομίζει εδώ και χρόνια ότι έγινε λογοτεχν