Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εγώ σε λέω αγάπη



 
Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη, το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!». Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς που δηλώνετε αντιμελβιλιστές – σοβαρευτείτε!
 
Ανακάλυψα την επικείμενη έκδοση του «Μεγάλου απατεώνα» στο αυτί του βιβλίου με το οποίο εγκαινίασα την σειρά «sub rosa» και έκτοτε έπαθα εμμονή περιμένοντάς την. Όπως ίσως κάποιοι να γνωρίζετε, από εκείνη την στιγμή καθόμουν οκλαδόν στο πατάκι του «Πατάκη» κραδαίνοντας μονίμως ένα πανό διαδικτυακής διαμαρτυρίας μέχρι να εκδοθεί. Οι ημερομηνίες διαδέχονταν η μία την άλλη, σαν τις μεταλλάξεις ενός ιού, και ο καιρός περνούσε βασανιστικά αργά. Εδώ να πω ότι αν κούρασα ή ενόχλησα με την επιμονή μου, ζητώ συγγνώμη· ειλικρινά, πίστευα και πιστεύω, ότι οι διαμαρτυρίες ενός αναγνώστη προς τους εκδότες δεν επισπεύδουν κανένα εκδοτικό αποτέλεσμα, εμένα μόνο η χαρά μου για την επικείμενη έκδοση με κινητοποιούσε, όποτε και αν ερχόταν αυτή. Σαφώς και θέλω να βγαίνουν καλά βιβλία και εκείνα που συμπαθώ – ει δυνατόν, πριν πεθάνω. Αλλά και αν δεν βγουν, δεν πειράζει. Δεν θέλω να το παίξω εκδότης στην θέση του εκδότη, δεν είμαι ειδικός, αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι είναι από τις ελάχιστες ειδικότητες στις οποίες δεν έχουν μεταμφιεστεί οι Έλληνες τα τελευταία δύο χρόνια, έτσι ώστε η συλλεκτικότητα και σπανιότητά της να με ερεθίζουν απροκάλυπτα.
 
Κοιτάξτε όμως ποιο είναι το παράδοξο· από τον Μάρτιο του 2020 που πάγωσε η έκδοση του βιβλίου μέχρι τον Ιούλιο του 2021 που ξεπάγωσε, ήταν τόσα τα fake news σε εύρος και επικινδυνότητα που κατέστησαν το βιβλίο του θαυματουργή θεραπεία της ψυχής. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Μέλβιλ ήταν πάντοτε πολύ μπροστά από την εποχή του, και θα είναι για πολύ καιρό ακόμα, κανείς δεν γνωρίζει πότε θα εμφανιστούν και οι τελευταίες παρενέργειές του στο ταλαιπωρημένο πνεύμα του καιρού μας («… γιατί το μυαλό του, που ποτέ δεν είχε σηκωθεί από την μούχλα, ήταν τώρα πια ολότελα σαπισμένο»). Αν εξαιρέσουμε τις πρώτες κανιβαλικές του περιπέτειες, όλα τα επόμενα βιβλία του αξιώνουν τουλάχιστον μία δεύτερη ανάγνωση, όχι τόσο με την πληκτική απαίτηση ενός Τόμας Μαν, όσο με την αξία ενός μοναδικά πρωτότυπου συγγραφέα. Δεν έχω ξαναδιαβάσει ακόμα κανένα βιβλίο του και αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα, γιατί επιβεβαιώνει μέσα μου ό,τι είχα νιώσει με την πρώτη δοκιμή· σαν ένα από τα καλύτερα κρασιά που κυκλοφόρησαν ποτέ, έχει την πιο μακρά επίγευση από όσους συγγραφείς έχω δοκιμάσει. Ουδέποτε πρόδωσε στο ελάχιστο την εμπιστοσύνη που ανεπιφύλακτα του έδειξα εξαρχής!
 
«Αυτό που σε ρωτάω τώρα είναι το εξής: Θεωρείς λογικό, για έναν λογικό άνθρωπο, να στέκεται με το ένα του πόδι στην εμπιστοσύνη και με το άλλο στην καχυποψία; Δεν νομίζεις ότι θα έπρεπε να επιλέξεις;». Αν αυτή η φράση που συνοψίζει πολύ καλά το μυθιστόρημα, δεν μπόρεσε να γίνει αρκετά κατανοητή στους ανθρώπους του 19ου αιώνα (καταδικάζοντας στην αφάνεια το βιβλίο), οι άνθρωποι του 20ου και του 21ου την τρώμε για πρωινό – χωρίς να θέλω να μειώσω την αξία του βιβλίου με αυτό που γράφω, κάθε άλλο, η αξία ενός καλού πρωινού παραμένει διαχρονική και απολύτως σημαντική· μανούλες του φβ, είστε μαζί μου; Το θέμα των πολλαπλών ταυτοτήτων με απασχολεί όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια και ο Μέλβιλ στο βιβλίο του το απέδωσε με τον πλέον αρεστό τρόπο για μένα: με χιούμορ, ανελέητη σάτιρα και ακραίες αντιφάσεις – όπως ακριβώς δηλαδή πρέπει να αντιμετωπίζεται. Αν αφήσουμε στην άκρη τα ατμόπλοια που δεν υπάρχουν πια, τον – κατά Φώκνερ, Γέρο – Μισισιπή που υπάρχει μεν αλλά πολύ μακριά μας, και όλες αυτές τις μικροαπατεωνιές που πια έχουν επικαιροποιηθεί με απανωτά updates στα app τους (#cancel_efood, έτσι μου ήρθε στο άσχετο, προχωράμε!), τίποτα δεν είναι πιο σύγχρονο από μια καλή και αξιόπιστη απατεωνιά. Το βιβλίο του Μέλβιλ μού ξαναθύμισε ότι πρέπει να αγοράσω το βιβλίο του Γκόφμαν (αν και την πρώτη φορά με φρέναρε η μέτρια έκδοση, θα άξιζε μια καλύτερη, μην κάνετε απατεωνιές) «Η παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή», βιβλίο που θα σας το θυμίσει και εσάς, μαζί με τόσα άλλα. Η πλοκή είναι απλή, 45 κεφάλαια… συνιστούν ένα αριστούργημα, με έναν ή περισσότερους χαρακτήρες να προσπαθούν να κλονίσουν την πίστη σας σε όσα διαβάζετε – μην φοβάστε, αφεθείτε, η καλή λογοτεχνία πάντα αναζητά τα θύματά της, τους προσεκτικούς αναγνώστες. Για του λόγου το αληθές, ο ίδιος ο Μέλβιλ παρεμβάλει μερικά κεφάλαια (σημείωσα το 14, 33, 44) για την ίδια την αξία της λογοτεχνίας και την επινόησή της.
 
Σε πολλά κεφάλαια, ο απατεώνας μέσω της τέχνης του προσπαθεί να αποκομίσει κάποιο όφελος, στα αρχικά κεφάλαια φτηνό και σχετικά σύντομα, αργότερα βαθύ και ουσιαστικό, όπως μόνο οι φιλοσοφικές γεμάτες ανατροπές και αντιφάσεις συζητήσεις μπορούν να προσφέρουν. Εγώ θα σταθώ στο πρώτο είδος, και συγκεκριμένα σε ένα κεφάλαιο όπου ο απατεώνας μας ξοδεύει πολύ χρόνο μέχρι να καταλήξει στο θέμα των χρημάτων. Αυτό μου θύμισε μια βιωματική ιστορία που αν ήμουν λαοπρόβλητος συγγραφέας στο φβ (και εν τω μεταξύ, δεν ήμουν απασχολημένος να σώζω γριούλες στα ταμεία του σουπερμάρκετ) θα την ανέβαζα εκεί και θα έπαιρνα 3000 λάικς. Αλλά σκέφτηκα να την ανεβάσω εδώ και να πάρω τα 3 μου, όσα αξίζει και η ιστορία μου δηλαδή, δεν είμαι δα και Μέλβιλ. 
 
Πέρσι το καλοκαίρι, Αύγουστο μήνα, είμαι μόνος τα μεσημέρια στο μαγαζί και περιμένω να αλλάξει η βάρδια ή να μπει κανένας σοβαρός πελάτης (χαχα, σόρι μου φάνηκε κάπως αστείο) να περάσει η ώρα. Σκάει τύπος και μαζί και το παραμύθι, Τι κάνεις φίλε, ωπ δεν είναι ο άλλος εδώ σήμερα, ρεπό, ο πρωινός, πώς τον λένε μωρέ όλο τον ξεχνάω, ο ψηλός, είμαι φίλος του, αστυνομικός, πέρασα να πω ένα γεια, ήμουν εδώ κοντά στο κτίριο που μένει ο Mr Μασούτης, εδώ κοντά μένει δεν το ξέρεις, μιλούσα με τον σεκιούριτι, είμαι ο Θανάσης, χάρηκα. Πού ’σαι Θανάση, σκέφτηκα εγώ, εσένα περίμενα τώρα, αναμφιβόλως. Δεν μπορούσα να προφασιστώ δουλειά, το να βαράς μύγες δεν μετράει και επειδή ήταν ευχάριστος τύπος είπα να κάτσω να δω τι θα μου πει. Βεβαιότητες καχυποψίας φώλιαζαν ήδη μέσα μου αλλά είμαι μανούλα στην προσποίηση εμπιστοσύνης και έτσι άκουσα την ενδιαφέρουσα ιστορία του! 10 χρόνια στα ΜΑΤ στην Αθήνα (ούτε 50 κιλά δεν ήταν, ίσως είναι γυμνασμένος, δεν κρίνω) μου είπε διάφορα για την ζωή εκεί, πόσο δύσκολα είναι, και ότι αποφάσισε να έρθει με την γυναίκα και τα δυο παιδιά του εδώ στη Θεσσαλονίκη με μετάθεση, πιο χαλλλαρά, ο μισθός καλύτερος και όλα καλά και ρόδινα. Αλλά φίλε, τώρα που σε συμπάθησα θα σου πω κάτι, θα με πεις ήρωα το ξέρω (όχι δεν είχα σκοπό) αλλά η ζωή είναι σκληρή. Έχασα την γυναίκα μου και μεγαλώνω τα παιδιά μόνος μου, κλπ, και η μάνα μου έπαθε εγκεφαλικό πριν έναν χρόνο και ζορίζομαι πολύ. Η συζήτηση βάρυνε και είχαν περάσει ήδη 45 λεπτά και δεν υπήρχε κάτι άλλο να ειπωθεί. Πάει να φύγει και μου ξεφουρνίζει το άσχημο κλείσιμο: θέλω να σου ζητήσω μια χάρη, πήγα να πάρω τις εξετάσεις της μάνας μου εδώ στην κλινική πιο κάτω και έκαναν 290 ευρώ και εγώ είχα μόνο 280(!) και δεν μου τις δίνουν. Ω ρε συ, εγώ, είναι δυνατόν, πες τους να τους τα πας αύριο, δεν γίνεται να μην δεχτούν, αστυνομικός είσαι, δείξε και την ταυτότητα αν είναι (ψιλοδούλεμα, το παραδέχομαι). Δεν δέχονται, και τώρα πρέπει να ξανάρθω άλλη μέρα και με τα προβλήματα που έχω είναι δύσκολο καταλαβαίνεις, γι’ αυτό έλεγα μήπως θα μπορούσες να μου δώσεις εσύ τα 10 ευρώ και θα σου τα φέρω αύριο το πρωί, υπόσχομαι (α αύριο πρωί μπορείς να περάσεις, ε; Δεν το είπα αυτό). Τέλος πάντων, δεν είχα πάνω μου 10 ευρώ (είχα 20!) και έτσι έφυγε άπραγος ο Θανάσης. Πόσο σκατόψυχος είμαι μερικές φορές, ώρες ώρες δεν μου έχω καθόλου εμπιστοσύνη!
 
Την ιστορία αυτή έφερε στην επιφάνεια η ανάγνωση του «Μεγάλου απατεώνα» και την αναφέρω γιατί θυμίζει πολύ όσα αναφέρει μέσα στο βιβλίο και ο Μέλβιλ με πολύ καλύτερο τρόπο, εννοείται, και σαφέστατα λιγότερη επίκληση στο συναίσθημα όσον αφορά τις ιστορίες του απατεώνα, ο οποίος παρουσιάζεται πιο εγκεφαλικός. Ωστόσο, μου έκανε εντύπωση ότι αυτός ο Θανάσης αφιέρωσε κοντά μία ώρα προσπαθώντας να πετύχει τον σκοπό του όταν άλλοι συνάδελφοί του θα σε ρωτούσαν με την μία αν μπορείς να τους δώσεις λίγα ευρώ. Αυτή η παραδοσιακή μορφή εξαπάτησης έχει εκλείψει πια (υπάρχουν πιο γρήγοροι και σίγουροι τρόποι εξαπάτησης μέσω διαδικτύου) και σκέφτηκα να την γράψω εδώ γιατί κάπως με συγκίνησε η φιλότιμη προσπάθεια – ασχέτως αν έμεινα ασυγκίνητος στο «δράμα» του.
 
Δεν χρειάζεται να πω τίποτα περισσότερο για τον Μέλβιλ γιατί είμαι τόσο θετικά προδιατεθειμένος απέναντί του που ό,τι πω στο τέλος θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μου. Δεν μπορεί κανείς να μείνει απογοητευμένος όταν διαβάζει βιβλία του. «Σε κάθε περίπτωση, το ύφος και η γλώσσα του Μέλβιλ στον Μεγάλο απατεώνα έχουν επαινεθεί ομόφωνα από τη σύγχρονη κριτική. Η δομή της πρότασης είναι σύνθετη, διαθέτει ωστόσο νοηματική καθαρότητα, αλλά και αμφισημία, που δηλώνει πως η γλώσσα δεν αποκαλύπτει πάντα το ποιόν του προσώπου που τη χρησιμοποιεί – αντιθέτως, μπορεί κατεξοχήν να συμβάλει στη δημιουργία μιας πειστικής, πλην όμως ψευδούς, περσόνας» όπως σημειώνει εύστοχα στο επίμετρό της η Ελένη Κεχαγιόγλου. Και αυτή την σπουδαία γλώσσα την απολαμβάνει στο μέγιστο ο Έλληνας αναγνώστης, πράγμα που αποτελεί και τα εύσημα για την μετάφραση του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Το εξώφυλλο είναι του Πάρι Μέξη, ενώ μνεία αξίζει και η Μαριάνθη Κιουρτσόγλου που έκανε τις διορθώσεις σε ένα αναμφισβήτητα απαιτητικό και δύστροπο κείμενο. Η συνολική έκδοση του «Πατάκη» είναι σούπερ. Πάντως, δεν θα πάψω να περιμένω κάποτε ότι κάποιος εκδότης θα βγάλει βιβλία του Μέλβιλ και σε πολυτελή σκληρόδετη έκδοση, το αξίζει περισσότερο από κάθε άλλο συγγραφέα, δεν αστειεύομαι τώρα. 
 
[…] «Όπως και να ’χει, το ίδιο το χιούμορ έχει κάτι, δεν ξέρω πώς να το πω, ευεργετικό, μαγεύει και γιατρεύει τα πάντα – σχεδόν όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν για το πόσο απολαυστικό είναι, κι ας μη συμφωνούν σε τίποτε άλλο οι ίδιοι –, και με τον τρόπο του φέρνει αναμφισβήτητα τόση καλοσύνη στον κόσμο, ώστε δεν είναι να απορεί κανείς που έχει γίνει σχεδόν παροιμία ότι ένας άνθρωπος με χιούμορ, ένας άνθρωπος ικανός για ένα καλό δυνατό γέλιο – ό,τι και να ’ναι κατά τ’ άλλα – δεν μπορεί να είναι παλιάνθρωπος».
 
Υ.Γ. 49 Ξέρω ξέρω, γράφω υπέροχα, γιατί δεν σκέφτομαι να τα στείλω κάπου μπας και εκδοθούν. Θα σας ειδοποιήσω!
 
Υ.Γ. 2666 Ευχαριστώ θερμά την Ελένη Κεχαγιόγλου για το δώρο που μου έκανε. Ένα από τα πιο όμορφα και ουσιαστικά. 
 
 
 
Στην μνήμη του Γιάννη που σκόπευα να τον πειράξω λίγο γιατί έβαλε μόνο 4 αστέρια στο βιβλίο του Μέλβιλ. Αλλά μπροστά στη τελεσίδικη μεταμφίεση του ανθρώπου δεν έχει καμία σημασία. «Και πολύ πιθανόν αυτή η Μεταμφίεση να έχει και συνέχεια».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Ομπρέλες, προκαταλήψεις και κροκόδειλοι

  Έχω προκατάληψη με την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και συνήθως κρατάω ομπρέλα γιατί τις περισσότερες φορές που έπιασα βιβλία τους μετά από λίγο έριχνα κάτι χασμουρητά ωσάν να είχα στόμα κροκόδειλου. Μετρημένες οι εξαιρέσεις. Ετούτο το βιβλιαράκι εδώ μου το πρότεινε η βιβλιοπώλισσά μου και επειδή είχε μόνο φράγκα εφτά (με την ισοτιμία βγαίνει περίπου έντεκα ευρώ) είπα να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Σπανίως παρασύρομαι από τις προτάσεις των άλλων. Ξέρω καλά πια ότι αρκεί μια ματιά για να επιλέξω ή να απορρίψω ένα βιβλίο ό,τι και αν μου πουν οι άλλοι. Αλίμονο σε αυτούς που διαλέγουν βιβλία μέσα από τα αλλήθωρα μάτια τρίτων. Από την άλλη, ενίοτε χρειάζεται να θρέφεις και τις προκαταλήψεις των άλλων, Αστείος φαίνεται αυτός, ειρωνικός και αλλόκοτος, ας του πλασάρουμε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο – το μεροκάματο να βγαίνει, παιδιά. «Βιοπορίζομαι από τις προκαταλήψεις των άλλων. Δεν βγάζω πολλά κι η δουλειά είναι αρκετά σκληρή» .

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Αισιόδοξη τοξικότητα

  Η αιώνια συζήτηση γύρω από τον Σελίν μου θυμίζει κάτι ταμπέλες σε διάφορα χιπστερομάγαζα του τύπου «Αν είσαι ομοφοβικός, ρατσιστής ή θρησκόληπτος, μην μπαίνεις στο μαγαζί μου!» (αν διαλέγεις πελάτες, σύντομα θα είσαι ο τελευταίος που θα μπαίνεις στο μαγαζί σου) ή κάτι προφίλ στα σόσιαλ μίντια, «Παρακαλώ κάντε μου την χάρη να αυτοδιαγραφείτε!» (εσύ κάνε μας την χάρη!) και κάτι τέτοια σαχλά. Ο κόσμος γίνεται κάπως πιο πολύπλοκος μετά τα πέντε και όσο και αν φωνάζουμε τη μαμά μας να έρθει να μας σκουπίσει στην τουαλέτα δεν πρόκειται να το κάνει – όταν γίνουμε εικοσιπέντε ίσως καταφέρουμε και την μεταπείσουμε. Από την τοξική αισιοδοξία που κατακλύζει όλο και περισσότερο την κοινωνία σε όλα τα επίπεδα προτιμώ απερίφραστα την αισιόδοξη τοξικότητα ενός Σελίν. Αισιόδοξη; Ναι. Γιατί πριν μάθεις τι μπορείς να γίνεις πρέπει να μάθεις πρώτα τι είσαι. Άνθρωπος – 70% νερό (ορίστε, ακόμα και ένας φασίστας όπως ο Σελίν βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο) και 30% σκατά, οκ. «Ο Εβραίος αποτελείται από 85% θ

Γλυκοχαράζει λογοτεχνία

      Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε με το «Κομπλεξικό» , ένα λεξικό που θα έκανε ακόμη και τον Μπαμπινιώτη να αναφωνήσει OMG! Μετά από αυτό το πρώτο βήμα λογικό είναι να ακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ξέρεις πλέον πώς λειτουργεί ένα λεξικό, ξεκινάς να το χρησιμοποιείς σωστά – μην κρίνετε από την πλειονότητα των Ελλήνων συγγραφέων που πρωτίστως λειτουργούν… ανελέξεγκτοι ! «Ο Καραβάγγος, πρώην τσομπανόσκυλο σε στάνη των Γρεβενών, δεν κατάλαβε ποτέ πώς είχε καταφέρει να μπλέξει τόσο άσχημα… Η μία μικρή υποχώρηση είχε φέρει την άλλη, και εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε γελοίες πόζες, που καθόλου δεν ταίριαζαν με την ιδιοσυγκρασία του» . Wanna be on top! Και δεν ξέρω τόσο για τον Καραβάγγο, αλλά ο Αχιλλέας ΙΙΙ σίγουρα στοχεύει ψηλά με την λογοτεχνία του και αυτό είναι πολύ καλό – κυρίως για την λογοτεχνία που πασχίζει με αξιοπρέπεια να γίνει μόδα, και όχι τόσο για την μόδα που νομίζει εδώ και χρόνια ότι έγινε λογοτεχν

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;