Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εγώ σε λέω αγάπη



 
Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη, το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!». Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς που δηλώνετε αντιμελβιλιστές – σοβαρευτείτε!
 
Ανακάλυψα την επικείμενη έκδοση του «Μεγάλου απατεώνα» στο αυτί του βιβλίου με το οποίο εγκαινίασα την σειρά «sub rosa» και έκτοτε έπαθα εμμονή περιμένοντάς την. Όπως ίσως κάποιοι να γνωρίζετε, από εκείνη την στιγμή καθόμουν οκλαδόν στο πατάκι του «Πατάκη» κραδαίνοντας μονίμως ένα πανό διαδικτυακής διαμαρτυρίας μέχρι να εκδοθεί. Οι ημερομηνίες διαδέχονταν η μία την άλλη, σαν τις μεταλλάξεις ενός ιού, και ο καιρός περνούσε βασανιστικά αργά. Εδώ να πω ότι αν κούρασα ή ενόχλησα με την επιμονή μου, ζητώ συγγνώμη· ειλικρινά, πίστευα και πιστεύω, ότι οι διαμαρτυρίες ενός αναγνώστη προς τους εκδότες δεν επισπεύδουν κανένα εκδοτικό αποτέλεσμα, εμένα μόνο η χαρά μου για την επικείμενη έκδοση με κινητοποιούσε, όποτε και αν ερχόταν αυτή. Σαφώς και θέλω να βγαίνουν καλά βιβλία και εκείνα που συμπαθώ – ει δυνατόν, πριν πεθάνω. Αλλά και αν δεν βγουν, δεν πειράζει. Δεν θέλω να το παίξω εκδότης στην θέση του εκδότη, δεν είμαι ειδικός, αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι είναι από τις ελάχιστες ειδικότητες στις οποίες δεν έχουν μεταμφιεστεί οι Έλληνες τα τελευταία δύο χρόνια, έτσι ώστε η συλλεκτικότητα και σπανιότητά της να με ερεθίζουν απροκάλυπτα.
 
Κοιτάξτε όμως ποιο είναι το παράδοξο· από τον Μάρτιο του 2020 που πάγωσε η έκδοση του βιβλίου μέχρι τον Ιούλιο του 2021 που ξεπάγωσε, ήταν τόσα τα fake news σε εύρος και επικινδυνότητα που κατέστησαν το βιβλίο του θαυματουργή θεραπεία της ψυχής. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Μέλβιλ ήταν πάντοτε πολύ μπροστά από την εποχή του, και θα είναι για πολύ καιρό ακόμα, κανείς δεν γνωρίζει πότε θα εμφανιστούν και οι τελευταίες παρενέργειές του στο ταλαιπωρημένο πνεύμα του καιρού μας («… γιατί το μυαλό του, που ποτέ δεν είχε σηκωθεί από την μούχλα, ήταν τώρα πια ολότελα σαπισμένο»). Αν εξαιρέσουμε τις πρώτες κανιβαλικές του περιπέτειες, όλα τα επόμενα βιβλία του αξιώνουν τουλάχιστον μία δεύτερη ανάγνωση, όχι τόσο με την πληκτική απαίτηση ενός Τόμας Μαν, όσο με την αξία ενός μοναδικά πρωτότυπου συγγραφέα. Δεν έχω ξαναδιαβάσει ακόμα κανένα βιβλίο του και αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα, γιατί επιβεβαιώνει μέσα μου ό,τι είχα νιώσει με την πρώτη δοκιμή· σαν ένα από τα καλύτερα κρασιά που κυκλοφόρησαν ποτέ, έχει την πιο μακρά επίγευση από όσους συγγραφείς έχω δοκιμάσει. Ουδέποτε πρόδωσε στο ελάχιστο την εμπιστοσύνη που ανεπιφύλακτα του έδειξα εξαρχής!
 
«Αυτό που σε ρωτάω τώρα είναι το εξής: Θεωρείς λογικό, για έναν λογικό άνθρωπο, να στέκεται με το ένα του πόδι στην εμπιστοσύνη και με το άλλο στην καχυποψία; Δεν νομίζεις ότι θα έπρεπε να επιλέξεις;». Αν αυτή η φράση που συνοψίζει πολύ καλά το μυθιστόρημα, δεν μπόρεσε να γίνει αρκετά κατανοητή στους ανθρώπους του 19ου αιώνα (καταδικάζοντας στην αφάνεια το βιβλίο), οι άνθρωποι του 20ου και του 21ου την τρώμε για πρωινό – χωρίς να θέλω να μειώσω την αξία του βιβλίου με αυτό που γράφω, κάθε άλλο, η αξία ενός καλού πρωινού παραμένει διαχρονική και απολύτως σημαντική· μανούλες του φβ, είστε μαζί μου; Το θέμα των πολλαπλών ταυτοτήτων με απασχολεί όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια και ο Μέλβιλ στο βιβλίο του το απέδωσε με τον πλέον αρεστό τρόπο για μένα: με χιούμορ, ανελέητη σάτιρα και ακραίες αντιφάσεις – όπως ακριβώς δηλαδή πρέπει να αντιμετωπίζεται. Αν αφήσουμε στην άκρη τα ατμόπλοια που δεν υπάρχουν πια, τον – κατά Φώκνερ, Γέρο – Μισισιπή που υπάρχει μεν αλλά πολύ μακριά μας, και όλες αυτές τις μικροαπατεωνιές που πια έχουν επικαιροποιηθεί με απανωτά updates στα app τους (#cancel_efood, έτσι μου ήρθε στο άσχετο, προχωράμε!), τίποτα δεν είναι πιο σύγχρονο από μια καλή και αξιόπιστη απατεωνιά. Το βιβλίο του Μέλβιλ μού ξαναθύμισε ότι πρέπει να αγοράσω το βιβλίο του Γκόφμαν (αν και την πρώτη φορά με φρέναρε η μέτρια έκδοση, θα άξιζε μια καλύτερη, μην κάνετε απατεωνιές) «Η παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή», βιβλίο που θα σας το θυμίσει και εσάς, μαζί με τόσα άλλα. Η πλοκή είναι απλή, 45 κεφάλαια… συνιστούν ένα αριστούργημα, με έναν ή περισσότερους χαρακτήρες να προσπαθούν να κλονίσουν την πίστη σας σε όσα διαβάζετε – μην φοβάστε, αφεθείτε, η καλή λογοτεχνία πάντα αναζητά τα θύματά της, τους προσεκτικούς αναγνώστες. Για του λόγου το αληθές, ο ίδιος ο Μέλβιλ παρεμβάλει μερικά κεφάλαια (σημείωσα το 14, 33, 44) για την ίδια την αξία της λογοτεχνίας και την επινόησή της.
 
Σε πολλά κεφάλαια, ο απατεώνας μέσω της τέχνης του προσπαθεί να αποκομίσει κάποιο όφελος, στα αρχικά κεφάλαια φτηνό και σχετικά σύντομα, αργότερα βαθύ και ουσιαστικό, όπως μόνο οι φιλοσοφικές γεμάτες ανατροπές και αντιφάσεις συζητήσεις μπορούν να προσφέρουν. Εγώ θα σταθώ στο πρώτο είδος, και συγκεκριμένα σε ένα κεφάλαιο όπου ο απατεώνας μας ξοδεύει πολύ χρόνο μέχρι να καταλήξει στο θέμα των χρημάτων. Αυτό μου θύμισε μια βιωματική ιστορία που αν ήμουν λαοπρόβλητος συγγραφέας στο φβ (και εν τω μεταξύ, δεν ήμουν απασχολημένος να σώζω γριούλες στα ταμεία του σουπερμάρκετ) θα την ανέβαζα εκεί και θα έπαιρνα 3000 λάικς. Αλλά σκέφτηκα να την ανεβάσω εδώ και να πάρω τα 3 μου, όσα αξίζει και η ιστορία μου δηλαδή, δεν είμαι δα και Μέλβιλ. 
 
Πέρσι το καλοκαίρι, Αύγουστο μήνα, είμαι μόνος τα μεσημέρια στο μαγαζί και περιμένω να αλλάξει η βάρδια ή να μπει κανένας σοβαρός πελάτης (χαχα, σόρι μου φάνηκε κάπως αστείο) να περάσει η ώρα. Σκάει τύπος και μαζί και το παραμύθι, Τι κάνεις φίλε, ωπ δεν είναι ο άλλος εδώ σήμερα, ρεπό, ο πρωινός, πώς τον λένε μωρέ όλο τον ξεχνάω, ο ψηλός, είμαι φίλος του, αστυνομικός, πέρασα να πω ένα γεια, ήμουν εδώ κοντά στο κτίριο που μένει ο Mr Μασούτης, εδώ κοντά μένει δεν το ξέρεις, μιλούσα με τον σεκιούριτι, είμαι ο Θανάσης, χάρηκα. Πού ’σαι Θανάση, σκέφτηκα εγώ, εσένα περίμενα τώρα, αναμφιβόλως. Δεν μπορούσα να προφασιστώ δουλειά, το να βαράς μύγες δεν μετράει και επειδή ήταν ευχάριστος τύπος είπα να κάτσω να δω τι θα μου πει. Βεβαιότητες καχυποψίας φώλιαζαν ήδη μέσα μου αλλά είμαι μανούλα στην προσποίηση εμπιστοσύνης και έτσι άκουσα την ενδιαφέρουσα ιστορία του! 10 χρόνια στα ΜΑΤ στην Αθήνα (ούτε 50 κιλά δεν ήταν, ίσως είναι γυμνασμένος, δεν κρίνω) μου είπε διάφορα για την ζωή εκεί, πόσο δύσκολα είναι, και ότι αποφάσισε να έρθει με την γυναίκα και τα δυο παιδιά του εδώ στη Θεσσαλονίκη με μετάθεση, πιο χαλλλαρά, ο μισθός καλύτερος και όλα καλά και ρόδινα. Αλλά φίλε, τώρα που σε συμπάθησα θα σου πω κάτι, θα με πεις ήρωα το ξέρω (όχι δεν είχα σκοπό) αλλά η ζωή είναι σκληρή. Έχασα την γυναίκα μου και μεγαλώνω τα παιδιά μόνος μου, κλπ, και η μάνα μου έπαθε εγκεφαλικό πριν έναν χρόνο και ζορίζομαι πολύ. Η συζήτηση βάρυνε και είχαν περάσει ήδη 45 λεπτά και δεν υπήρχε κάτι άλλο να ειπωθεί. Πάει να φύγει και μου ξεφουρνίζει το άσχημο κλείσιμο: θέλω να σου ζητήσω μια χάρη, πήγα να πάρω τις εξετάσεις της μάνας μου εδώ στην κλινική πιο κάτω και έκαναν 290 ευρώ και εγώ είχα μόνο 280(!) και δεν μου τις δίνουν. Ω ρε συ, εγώ, είναι δυνατόν, πες τους να τους τα πας αύριο, δεν γίνεται να μην δεχτούν, αστυνομικός είσαι, δείξε και την ταυτότητα αν είναι (ψιλοδούλεμα, το παραδέχομαι). Δεν δέχονται, και τώρα πρέπει να ξανάρθω άλλη μέρα και με τα προβλήματα που έχω είναι δύσκολο καταλαβαίνεις, γι’ αυτό έλεγα μήπως θα μπορούσες να μου δώσεις εσύ τα 10 ευρώ και θα σου τα φέρω αύριο το πρωί, υπόσχομαι (α αύριο πρωί μπορείς να περάσεις, ε; Δεν το είπα αυτό). Τέλος πάντων, δεν είχα πάνω μου 10 ευρώ (είχα 20!) και έτσι έφυγε άπραγος ο Θανάσης. Πόσο σκατόψυχος είμαι μερικές φορές, ώρες ώρες δεν μου έχω καθόλου εμπιστοσύνη!
 
Την ιστορία αυτή έφερε στην επιφάνεια η ανάγνωση του «Μεγάλου απατεώνα» και την αναφέρω γιατί θυμίζει πολύ όσα αναφέρει μέσα στο βιβλίο και ο Μέλβιλ με πολύ καλύτερο τρόπο, εννοείται, και σαφέστατα λιγότερη επίκληση στο συναίσθημα όσον αφορά τις ιστορίες του απατεώνα, ο οποίος παρουσιάζεται πιο εγκεφαλικός. Ωστόσο, μου έκανε εντύπωση ότι αυτός ο Θανάσης αφιέρωσε κοντά μία ώρα προσπαθώντας να πετύχει τον σκοπό του όταν άλλοι συνάδελφοί του θα σε ρωτούσαν με την μία αν μπορείς να τους δώσεις λίγα ευρώ. Αυτή η παραδοσιακή μορφή εξαπάτησης έχει εκλείψει πια (υπάρχουν πιο γρήγοροι και σίγουροι τρόποι εξαπάτησης μέσω διαδικτύου) και σκέφτηκα να την γράψω εδώ γιατί κάπως με συγκίνησε η φιλότιμη προσπάθεια – ασχέτως αν έμεινα ασυγκίνητος στο «δράμα» του.
 
Δεν χρειάζεται να πω τίποτα περισσότερο για τον Μέλβιλ γιατί είμαι τόσο θετικά προδιατεθειμένος απέναντί του που ό,τι πω στο τέλος θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μου. Δεν μπορεί κανείς να μείνει απογοητευμένος όταν διαβάζει βιβλία του. «Σε κάθε περίπτωση, το ύφος και η γλώσσα του Μέλβιλ στον Μεγάλο απατεώνα έχουν επαινεθεί ομόφωνα από τη σύγχρονη κριτική. Η δομή της πρότασης είναι σύνθετη, διαθέτει ωστόσο νοηματική καθαρότητα, αλλά και αμφισημία, που δηλώνει πως η γλώσσα δεν αποκαλύπτει πάντα το ποιόν του προσώπου που τη χρησιμοποιεί – αντιθέτως, μπορεί κατεξοχήν να συμβάλει στη δημιουργία μιας πειστικής, πλην όμως ψευδούς, περσόνας» όπως σημειώνει εύστοχα στο επίμετρό της η Ελένη Κεχαγιόγλου. Και αυτή την σπουδαία γλώσσα την απολαμβάνει στο μέγιστο ο Έλληνας αναγνώστης, πράγμα που αποτελεί και τα εύσημα για την μετάφραση του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Το εξώφυλλο είναι του Πάρι Μέξη, ενώ μνεία αξίζει και η Μαριάνθη Κιουρτσόγλου που έκανε τις διορθώσεις σε ένα αναμφισβήτητα απαιτητικό και δύστροπο κείμενο. Η συνολική έκδοση του «Πατάκη» είναι σούπερ. Πάντως, δεν θα πάψω να περιμένω κάποτε ότι κάποιος εκδότης θα βγάλει βιβλία του Μέλβιλ και σε πολυτελή σκληρόδετη έκδοση, το αξίζει περισσότερο από κάθε άλλο συγγραφέα, δεν αστειεύομαι τώρα. 
 
[…] «Όπως και να ’χει, το ίδιο το χιούμορ έχει κάτι, δεν ξέρω πώς να το πω, ευεργετικό, μαγεύει και γιατρεύει τα πάντα – σχεδόν όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν για το πόσο απολαυστικό είναι, κι ας μη συμφωνούν σε τίποτε άλλο οι ίδιοι –, και με τον τρόπο του φέρνει αναμφισβήτητα τόση καλοσύνη στον κόσμο, ώστε δεν είναι να απορεί κανείς που έχει γίνει σχεδόν παροιμία ότι ένας άνθρωπος με χιούμορ, ένας άνθρωπος ικανός για ένα καλό δυνατό γέλιο – ό,τι και να ’ναι κατά τ’ άλλα – δεν μπορεί να είναι παλιάνθρωπος».
 
Υ.Γ. 49 Ξέρω ξέρω, γράφω υπέροχα, γιατί δεν σκέφτομαι να τα στείλω κάπου μπας και εκδοθούν. Θα σας ειδοποιήσω!
 
Υ.Γ. 2666 Ευχαριστώ θερμά την Ελένη Κεχαγιόγλου για το δώρο που μου έκανε. Ένα από τα πιο όμορφα και ουσιαστικά. 
 
 
 
Στην μνήμη του Γιάννη που σκόπευα να τον πειράξω λίγο γιατί έβαλε μόνο 4 αστέρια στο βιβλίο του Μέλβιλ. Αλλά μπροστά στη τελεσίδικη μεταμφίεση του ανθρώπου δεν έχει καμία σημασία. «Και πολύ πιθανόν αυτή η Μεταμφίεση να έχει και συνέχεια».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν