Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

The Walking Dead


Επιτέλους ανάσταση! Περιμένετε, δεν είναι αυτό που νομίζετε. Μιλάω για το επίμετρο – ναι, θα ξεκινήσω από το τέλος, υπάρχει πρόβλημα; –, ένα επίμετρο μεστό και ουσιώδες που, ευτυχώς Παναγιά μου, δεν κουβαλάει τα συνήθη συγγραφικά και διανοητικά κόμπλεξ κάθε αλλοπαρμένου γραφιά και επίσης δεν είναι μια ή δυο σελίδες έτσι ώστε να αναιρεί την ίδια του την ύπαρξη. Μπράβο λοιπόν στην Ελένη Κεχαγιόγλου που απογείωσε με το επίμετρό της ένα μέτριο αν και αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο. Γιατί ομολογώ ότι χωρίς αυτό όλα θα ήταν πιο άνοστα και ίσως δεν θα ήμασταν τώρα εδώ να τα συζητάμε. Είχα την έμπνευση να το διαβάσω καταμεσής της ανάγνωσης, και εκείνο με τη σειρά του είχε την δύναμη να με κρατήσει ζωντανό σε μία σχετική αναγνωστική εγρήγορση, που λίγες στιγμές νωρίτερα, νόμιζα ότι είχε ήδη αρχίσει να πνέει τα λοίσθια. 

Πριν όμως ασχοληθώ με μια ιστορία του καιρού μας θα απομακρυνθώ ακόμα περισσότερο και θα πω δυο λόγια για την νεά λογοτεχνική σειρά του «Πατάκη», τη «sub rosa». Όταν κάνεις ποδαρικό με βιβλίο του Μαρκ Τουέην δεν γίνεται παρά όλα να πάνε κατ’ ευχήν! Πολύ χάρηκα που θα έχω την ευκαιρία να διαβάσω ένα ακόμα βιβλίο του Τουέην, του συγγραφέα που με έκανε να αγαπήσω την λογοτεχνία. Το εκπληκτικότερο όλων όμως κρύβεται στο πίσω αυτί της παρούσας έκδοσης, που δίνονται πληροφορίες για τα βιβλία που ετοιμάζονται. Γράφει: «Χέρμαν Μέλβιλ, Ο απατεώνας»! Γουάτ;;! Παίδες, εκεί στου «Πατάκη», όταν θα αναφέρεστε στον μεγαλύτερο συγγραφέα που γνώρισε ετούτος ο κόσμος, θα το κάνετε με μεγάλα φωτεινά γράμματα, στο οπισθόφυλλο, στο εξώφυλλο, ή δεν ξέρω και γω πού αλλού! Εννοείται ότι ο χρόνος σταμάτησε σε αυτή την πληροφορία. Ελπίζω να αποτελέσει αφορμή να εκδοθεί κάποτε και το βιβλίο του, «Mardi». Έλληνες εκδότες, βγάλτε τα άπαντα του Μέλβιλ και αφήστε για λίγο στην άκρη τους σύγχρονους «πολυβραβευμένους» συγγραφείς που η γραφή τους μυρίζει σαν σαπισμένο κουφάρι φάλαινας! 

Ο Άρνολντ Μπέννετ ήταν το είδος του συγγραφέα που πάσχισε να πετύχει μέσω της δουλειάς του και τα κατάφερε περίφημα. Έφυγε από την ασφυκτική επαρχία και κατάφερε να γίνει ένας κοσμοπολίτης και διάσημος συγγραφέας. Ταυτόχρονα, οξυδερκής κριτικός, ο οποίος έγραφε συνεχώς με ψευδώνυμα – κλασικός «ανυπάρκτιαν» της εδουαρδιανής εποχής, τα ύστερα του κόσμου! – αναγνώρισε και εκτιμήσε το στυλ μοντέρνων συγγραφέων (όπως του Τζόυς και της «μισητής» Γουλφ) παρόλο που το δικό του στυλ διέφερε από εκείνων. Η μακροχρόνια διαμάχη με την Γουλφ – της οποίας το δοκίμιο «Ο κύριος Μπένετ και η κυρία Μπράουν» μόλις τώρα απέκτησε την πραγματική σημασία του για μένα, εννοείται πως θα το διαβάσω με χαρά – που έληξε με τον θάνατο του Μπέννετ είχε να κάνει με την πεποίθηση της Γουλφ ότι ο Μπέννετ δεν εστιάζει στο βάθος και στην συνείδηση των χαρακτήρων του, όπως έκανε ο μοντερνισμός της εποχής που και εκείνη πρέσβευε αλλά εμμένει σε μια επιφανειακή μεν, εκπληκτική δε, απεικόνιση του σύγχρονου κόσμου, τόσο έξυπνα δομημένη συγγραφικά που είναι δύσκολο να δει κανείς τις ρωγμές της γραφής του. Δείτε παρακάτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα που περιγράφει το «τεχνολογικό θαύμα» ενός αυτοκινήτου στις αρχές του περασμένου αιώνα. Αν στη θέση του αυτοκινήτου σκεφτείτε ένα σύγχρονο κινητό, η αναγωγή είναι εκπληκτική. Κάντε μια βόλτα στην πόλη και θα δείτε ένα σωρό walking deads με το κινητό ανά χείρας! 

[…] «Στο «σώμα» του αυτοκινήτου υπήρχε τραπεζάκι για να γράφεις και θήκες για έγγραφα παντού και επίσης δυο πολυθρόνες και μια συσκευή, στερεωμένη στο ταβάνι, η οποία έδειχνε ώρα, θερμοκρασία και τις διακυμάνσεις του βαρόμετρου· διέθετε επίσης χωνί επικοινωνίας. Είχες την αίσθηση πως, αν το όχημα ήταν συνδεδεμένο δια ασυρμάτου και με το χρηματιστήριο, τα σημαντικότερα ατελιέ και τη βουλή, και αν υπήρχε κι ένα μικρό εστιατόριο στο πίσω μέρος, ο κύριος Όξφορντ δε θα αναγκαζόταν ποτέ να βγει από το αυτοκίνητό του· ότι θα περνούσε εκεί μέσα όλη του την ημέρα, από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ». 

Μια μέρα μετά τον θάνατο του Μπέννετ η Γουλφ, με την γνώριμη βαθιά ευαισθησία της, βάζει μια καταχώριση στο προσωπικό της ημερολόγιο που φανερώνει εν τέλει τον ισχυρό δεσμό που είχε ίσως και εν αγνοία της αναπτύξει με τον αντίπαλό της. Βέβαια, το πιθανότερο είναι αυτή η ημερολογιακή καταγραφή να μην ήθελε να δει το φως αλλά εμείς οι ηδονοθήρες αναγνώστες είμαστε σκληρόπετσοι και δεν μασάμε εύκολα. 

[…] «Ο Άρνολντ Μπέννετ πέθανε χθες το βράδυ, και το γεγονός με αφήνει πιο θλιμμένη από ό,τι φανταζόμουν... ήταν ένας αξιαγάπητος γνήσιος άνθρωπος, που είχε γνωρίσει δυσκολίες, κάπως αδέξιος στη ζωή, με καλές προθέσεις, δυσκίνητος, με ευγένεια, τραχύς, κορεσμένος από επιτυχία. (…) Έχει πραγματικά ενδιαφέρουσα δύναμη κατανόησης […] Παράξενο πόσο κανείς στεναχωριέται για τον θάνατο κάθε ανθρώπου που είναι – όπως λέω – γνήσιος: που είχε άμεση επαφή με τη ζωή – διότι με κακομεταχειριζόταν, και παρ' όλα αυτά εύχομαι να μπορούσε να με κακομεταχειρίζεται· και να τον κακομεταχειρίζομαι και εγώ». 


Ωστόσο, πολύ φοβάμαι ότι θα συμφωνήσω με την Γουλφ. Όσο καλός και ευχάριστος συγγραφέας και αν είναι ο Μπέννετ, το θέμα που επιλέγει στο συγκεκριμένο βιβλίο επιβάλλει συνειδησιακές βουτιές στα σκοτεινά βάθη ενώ εκείνος αρκείται σε πλατσουρίσματα στα ρηχά με ένα κοκτέιλ κολλημένο στο χέρι! Ο υπηρέτης ενός διάσημου ζωγράφου πεθαίνει και εκείνος, εξαιρετικά αδέξιος στις κοινωνικές επαφές, και συνεσταλμένος μέχρι αγωνίας, σε μια στιγμή άκριτης παρόρμησης, υιοθετεί την ταυτότητα του υπηρέτη του για να αποφύγει την δημοσιότητα που από πάντα απολάμβανε αλλά εν κρυπτώ και στην ασφάλεια της απομόνωσής του. Ακολουθούν πάμπολλες παρεξηγήσεις και ευτράπελα αλλά το στοιχείο που τον έκανε πάντα να ξεχωρίζει μένει ενεργό και βραδυφλεγές. 

[…] «Όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί να πέσουν χαμηλότερα από τον ανώτερο εαυτό τους, και ο Πρίαμ Φαρλ επίσης, από πολλές απόψεις. Όχι, όμως, στον καμβά! Εκεί, μπορούσε να κάνει μόνο το καλύτερο. Μπορούσε να αποδίδει τη φύση μόνο όπως την έβλεπε. Δεν ήταν τόσο συνειδητό, αλλά μάλλον κάτι ενστικτώδες αυτό που τον εμπόδιζε να πέσει πιο χαμηλά.» 

Η τόσο βίαιη αλλαγή ταυτότητας στα χέρια ενός Πιραντέλλο θα έπαιρνε διαστάσεις αριστουργήματος, η ασυμφωνία καλλιτέχνη-κοινωνίας στα χέρια ενός Κανέτι θα έβριθε σκοτεινών και φιλοφοσικών συνδηλώσεων, στα χέρια του Μπέννετ όμως κινείται σε μέτρια επίπεδα, χωρίς ωστόσο να λείπουν κάποιες οξυδερκείς και εύστοχες παρατηρήσεις. Σε καμία περίπτωση δεν είναι κακό βιβλίο. Εκείνο που εμένα με χάλασε και δεν μπόρεσα να το χαρώ παρόλες τις σκαμπρόζικες στιγμές του είναι το γεγονός ότι ο Μπέννετ δεν έκανε κάποιο από τα εξής δύο πράγματα: είτε να δώσει φιλοσοφικό βάθος στο δράμα του ήρωά του είτε να δώσει έντοντες φαρσικές και γκροτέσκες διαστάσεις στο μύθο του ώστε να τονίσει καλύτερα το θέμα του μέσω της υπερβολής.

 
Η συνολική έκδοση του «Πατάκη» είναι απίθανη, περιμένουμε με ανυπομονησία τις υπόλοιπες εκδόσεις της σειράς. Η άψογη μετάφραση είναι της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, το σπουδαίο επίμετρο – όπως ήδη ανέφερα – της Ελένης Κεχαγιόγλου ενώ μνεία αξίζουν και τα ψυχεδελικά εξώφυλλα του Πάρι Μέξη, που δίνουν τον γραφιστικό τόνο που μάλλον θα ακολουθήσει η σειρά «sub rosa». Αναζητήστε το συγκεκριμένο βιβλίο γιατί δεν απογοητεύει στο σύνολό του και θα σας γνωρίσει, αν μη τι άλλο, έναν συγγραφέα με ταμπεραμέντο και ταλέντο. Διαβάστε το γιατί ασχολείται με την διαχρονική ασυμφωνία που διέπει τις καλλιτεχνικές φύσεις με τον περίγυρό τους. Μπορεί να μην φτάνει στην ύψιστη πρωτοτυπία άλλων καλλιτεχνών που ασχολήθηκαν επισταμένως με αυτή την αιώνια συνθήκη (π.χ. «Η τύφλωση» του Κανέτι, «Το πορτρέτο του καλλιτέχνη» του Τζόυς, κλπ), τουλάχιστον όμως είναι μια καλή απομίμηση. Προσοχή, λοιπόν, στις απομιμήσεις – εδώ με θετικό πρόσημο! 

«Αλλά το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι για το κοινό όλα θα παραμένουν μια χαρά. Γιατί η απομίμηση που κανείς δεν μπορεί να διακρίνει από το πρωτότυπο είναι, ασφαλώς, τόσο καλή όσο και το πρωτότυπο».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.