Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

The price of the prize


Άκου ένα φανταστικό σενάριο: φαντάσου το Ανώτατο Βραβείο Λογοτεχνίας να βραβεύει την ανώτατη λογοτεχνία! Έλα, ξύπνα τώρα.

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας θεωρείται το ανώτατο βραβείο λογοτεχνίας και ως τέτοιο θα έπρεπε να βραβεύει μόνο την λογοτεχνία εκείνη που κυρίως και επιδεικτικά αγνοεί. Πώς θα βρει ποια είναι η ανώτατη λογοτεχνία; Θέλει κόπο ναι, αλλά τα τελευταία 20 χρόνια δείχνει να τεμπελιάζει τόσο πολύ, που όλοι μπορούν να διακρίνουν την ανώτατη λογοτεχνία εκτός από την Σουηδική Ακαδημία. Αυτή η λογοτεχνία κατοικεί στις κορυφές, όσο και αν προσπαθείς δεν πρόκειται να την κατεβάσεις στο επίπεδό σου, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ανέβεις εσύ στο δικό της. Δεν είναι κακό να είσαι ελιτιστής. Ελιτιστής σημαίνει γνωρίζω τις κορυφές. Ο Τζορτζ Στάινερ, τα δοκίμια του οποίου διαβάζω αυτόν τον καιρό, έχει κατηγορηθεί πολλάκις για ελιτισμό, ότι ασχολείται μόνο με τα παγκόσμια αριστουργήματα. Ο Τζορτζ Στάινερ δε θα έδινε ποτέ το ανώτατο βραβείο λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντύλαν, όσο και αν γουστάρει (ενδεχομένως) την ποίησή του. Είσαι ένα ελιτίστικο βραβείο γαμώτο, θα ΕΠΡΕΠΕ να είσαι ένα ελιτίστικο βραβείο!

Είτε στιχουργική την ονομάσεις είτε ποίηση, η επιλογή να βραβεύσεις τον Μπομπ Ντύλαν με το Νόμπελ Λογοτεχνίας είναι τουλάχιστον αστεία. Η ποίηση του Μπομπ Ντύλαν είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την μουσική που γράφει ο ίδιος, δεν μπορείς πλέον να την ξεχωρίσεις, και έτσι το μόνο που κάνεις είναι να εκμεταλλεύεσαι διαφημιστικά την δημοφιλία του για να πουλήσεις ανανέωση στην λογοτεχνία! Βέβαια θα βρεθούν πολλοί τώρα να πουν ότι αυτό που γράφω δεν ισχύει, και θα σπεύσουν χαρούμενοι στα βιβλιοπωλεία να αγοράσουν τα γραπτά του Ντύλαν. Όταν κατά την ανακοίνωση του ονόματος η αίθουσα ξεσπά σε γελάκια, κάτι δεν πάει καλά, δεν νομίζεις; Μπορώ να φανταστώ ακόμα και κάποιον από τους δημοσιογράφους, να έχει ringtone στο κινητό του κάποιο από τα τραγούδια του Ντύλαν και να μειδιά χαιρέκακα στην ανακοίνωση του ονόματος. Ο Μπομπ Ντύλαν δεν είναι ποητής. Ρώτα έναν φίλο σου σοβαρά: «Έχεις διαβάσει τον ποιητή Μπομπ Ντύλαν;» Θα γουρλώσει τα μάτια και μάλλον θα σου απαντήσει: «Προφανώς εννοείς τον Ντύλαν Τόμας!» 


 

Ο Μπομπ Ντύλαν θα μπορούσε να πάρει το ανώτατο βραβείο μουσικής, όχι όμως λογοτεχνίας. Όπως ο Τόμας Μπέρνχαρντ δε θα μπορούσε να πάρει βραβείο μουσικής (και δη το ανώτατο) επειδή τα βιβλία του διαθέτουν εκπληκτική μουσικότητα ή ο Τόμας Πύντσον να ντύσει με δική του μουσική τα δεκάδες ποιήματα που έχει στα βιβλία του, και να διεκδικήσει και αυτός ένα ανώτατο βραβείο, από κάπου αλλού, αφού του το αρνούνται από κει που δικαιωματικά το αξίζει! Και ο ίδιος ο Ντύλαν θα νιώθει την γελοιότητα της κατάστασης, «Μαλάκες, κόψτε τα παραισθησιογόνα και κοιμηθείτε λίγο, χρειάζεστε ξεκούραση» θα λέει στους φίλους του. 

Η ανανέωση για την Σουηδική Ακαδημία θα έρθει όταν αρχίσει να βραβεύει την ανανεωτική λογοτεχνία και όχι να ανανεώνει τις ανοησίες της με νέες, εκπληκτικά πιο ανόητες. Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς άξιζε να φτάσει στα χέρια μας (εγώ ο ίδιος συγκλονίστηκα από το βιβλίο της) αλλά ήταν ανάγκη να φτάσει μέσω του Νόμπελ Λογοτεχνίας; Υπάρχουν δεκάδες άλλα αξιόλογα βραβεία που μπορούν να αναδείξουν σπουδαίους συγγραφείς και αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξής τους. Η Ακαδημία τα τελευταία χρόνια απλώς περιστρέφει μια πλαστική υδρόγειο σφαίρα και την σταματάει με το κωλοδάχτυλο, εκνευριστικά στραμμένο σε (σπουδαιότατους) συγγραφείς και αναγνώστες! Δεν παίζουμε τον Γύρο του κόσμου σε 80 λογοτέχνες!  Προσπαθούμε να βραβεύσουμε την υψηλή λογοτεχνία. Τι να κάνουμε που η Αμερική παράγει καλή λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια; Ας πάρει το βραβείο τρεις συνεχόμενες φορές, ή και παραπάνω, όσο το αξίζει. Όχι βραβεύουμε έναν Αμερικανό που, είναι και δεν είναι λογοτέχνης, για να ρίξουμε τους τόνους, και άντε γεια Αμερική για τα επόμενα 15 χρόνια.

Βασικά, ένα αξιόπιστο κριτήριο επιλογής, θα ήταν να φανταστεί η Ακαδημία (με βάση και κάποια έρευνα και μελέτη, όχι μόνο με ένστικτο) ποιος λογοτέχνης θα μπορούσε να ακούγεται, χάρη στην λογοτεχνική του αξία, ως την επόμενη βράβευση, μετά από έναν χρόνο. Οι περισσότερες επιλογές της Ακαδημίας δεν μένουν στην επιφάνεια ούτε 3 μήνες. Ειδικά η τελευταία, ζήτημα αν μείνει κάνα 20ήμερο – μέχρι να τύχει να ακούσεις στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ένα “κείμενο” του Μπομπ Ντύλαν, κάτι σαν να άκουγες ένα audiobook του Μπέκετ ξέρω γω, και να αντιληφθείς τη γελοιότητα του πράγματος.


Επίσης, δεν θα ήταν καθόλου άσχημο, η Ακαδημία να βραβεύει και νεκρούς συγγραφείς, αφού με τους ζωντανούς τα σκατώνει πατόκορφα. Μπορεί η υψηλή λογοτεχνία να θέλει τον χρόνο της να αναδειχθεί, έτσι θα άξιζε να τιμηθεί και κατόπιν εορτής, σε μια καινούρια μεγάλη γιορτή, που θα έπρεπε να είναι η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δε θα άξιζαν το Νόμπελ ο Τζόυς και ο Μπόρχες; Τον Τζόυς τον λατρεύω, τον Μπόρχες τον απεχθάνομαι, και οι δυο όμως αξίζουν αυτή την διάκριση. Ή ο Δάντης, εκείνος ο παλιός ο Φλωρεντινός. Είπαμε, ένα βραβείο αιχμής, (θα έπρεπε να) βραβεύει μόνο κορυφές!

Σαφώς και δεν πρέπει να βραβεύεται συνεχώς η πεζογραφία. Μπορεί να θεσπίσει δύο, ή και τρία βραβεία, που θα συγκροτούν το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ένα και μοναδικό βραβείο, δηλώνει μια αυτάρεσκη στάση, ότι θα επιλεγεί η κορυφή των κορυφών, κάτι που φυσικά δεν ισχύει αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα. Ή μπορεί να βραβεύσει και άλλα είδη λογοτεχνίας, της λεγόμενης “περιθωριακής”. Πρέπει να γίνει όμως έρευνα. Θεωρεί η ακαδημία ότι αξίζει ας πούμε, να βραβευτεί ο Τόλκιν; Καλώς. Αλλά πρέπει να το διπλοτσεκάρει και τριπλοτσεκάρει, και ύστερα να διατηρεί ακόμα τις αμφιβολίες της. Μόνο έτσι θα αναδειχθεί η υψηλή λογοτεχνία, για να την κοιτάξεις στα μάτια πρέπει να ψηλώσεις και συ! Για την ώρα, η Σουηδική Ακαδημία γυρίζει κουρασμένη τον τροχό της τύχης και φέρνει συνεχώς χρεοκοπία.




Σχόλια

  1. Ανώνυμος13.10.16

    Πολύ σωστά όλα. Άσχετο αλλά εμένα μου θύμισε αυτό
    https://www.youtube.com/watch?v=NEqFfli_sU0
    Καλημέρα!
    Φαίη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχαχα κορυφαίο! Πού το θυμήθηκες, Φαίη!! :) Και υπέροχη ταινία, την είχα δει πολλές φορές, κυρίως λόγω της Μισέλ.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος14.10.16

    Δεν ξέρω αμέσως αυτό μου ήρθε :) Ναι κι εγώ το ίδιο (που εξαφανίστηκε αυτή?)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλημέρα Μαραμπού,
    συμφωνώ σε πολλά σημεία αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Ντύλοαν έχει επηρεάσει πολύ περισσότερο κόσμο από διάφορους συγγραφείς που κατά καιρούς πέρνουν το βραβείο.
    Βέβαια μας ξενίζει και μας ξινίζει η βράβευση αυτή γιατί η λογοτεχνία και δη η μεγάλη λογοτεχνία είναι κάτι παραπάνω από ψαγμένους στίχους, άσε που δεν βράβευσαν τον νεαρό Ντύλαν της περιόδου της αμφισβήτησης και επαναστατικότητας, αλλά τον παρακμιακό Ντύλαν με το σμόκιν και τα παράσημα από τον Ομπάμα. Αλλά τι να κάνουμε ζούμε σε παρακμιακή εποχή και όλα φθίνουν!
    Ένα αξιόλογο βιβλίο που γράφει μεταξύ άλλων και για το παρασκήνιο των βραβείων Νόμπελ είναι
    "Το χαμένο Νόμπελ" του Κώστα Αρκουδέα.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Σουμέλα,

      σαφώς και η Ακαδημία έχει την πολιτική της και καλά κάνει. Όλες οι επιλογές της, πιστεύω, ότι στο μέλλον θα αποδειχθούν σωστές. Και αυτό γιατί όλα είναι ρευστά και υποκειμενικά, και όσα λέμε εμείς εδώ (και αλλού) για χαβαλέ ή εξαιτίας κάποιου εκνευρισμού, δεν έχουν και πολλή σημασία. Κάθε βράβευση είναι δυνάμει σωστή και καλώς γίνεται.

      Όμως από το Νόμπελ Λογοτεχνίας που στα μάτια μου έχει τη θέση του ανώτατου βραβείου λογοτεχνίας, περιμένεις να κάνει ασφαλείς επιλογές, δεν θα κακοχαρακτηρίσεις την Ακαδημία αν δεν τις κάνει, αντιθέτως, εύχεσαι να κάνει τις ασφαλείς επιλογές. Δεν τις κάνει όμως. Και την συγκεκριμένη περίοδο, υπάρχουν αρκετές ασφαλείς επιλογές, πέρα από τον Μπομπ Ντύλαν (ή άλλους που βραβεύτηκαν παλιότερα).

      Δεν λέω ότι ο Ντύλαν δεν είναι καλός, όμως είναι ένας καλλιτέχνης που είναι στενά συνδεδεμένος με την μουσική του και δεν μπορείς να τον σκεφτείς ως ποιητή. Και μετά την βράβευση πάλι μουσικός θα είναι, με εκπληκτικούς στίχους, όπως ήταν πάντα. Δε θα αλλάξει τίποτα! Αντί του Νόμπελ Λογοτεχνίας θα μπορούσε να πάρει ένα ειδικό βραβείο ή κάτι άλλο.

      Διαγραφή
  4. Ίσως πάλι να θέλουν να στείλουν ένα μήνυμα σε μια Αμερική έτοιμη σχεδόν να εκλέξει τον Τραμπ!
    τι λες?
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. και ο Τσώρτσιλ που πήρε Νόμπελ λογοτεχνίας το 1953 τι έχεις να πεις και γι αυτό?
    Σ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν νομίζω να ήθελαν να δώσουν μήνυμα στην Αμερική ενόψει μιας ενδεχόμενης εκλογής του Τραμπ. Αν ήθελαν, θα επέλεγαν άλλον αμερικανό συγγραφέα που θα ήταν και πιο πιθανό να μιλήσει σχετικά με αυτό στην ομιλία του. Ο Ντύλαν δεν νομίζω να πει κάτι.

      Σχετικά με τον Τσώρτσιλ τι να πω; Θεωρώ πολλές επιλογές της Ακαδημίας, το λιγότερο, αποτυχημένες. Γι' αυτό πιστέυω ότι η Ακαδημία θα έπρεπε να βραβεύει και νεκρούς συγγραφείς, ως αναγνώριση της μεγαλοφυίας τους (θα μου πεις, τι αναγνώριση αφού θα είναι νεκροί;) Όπως σου είπα και παραπάνω, νιώθω ότι αυτές οι συζητήσεις δαγκώνουν συνεχώς την ουρά τους, δεν βγάζουν άκρη, δυστυχώς. Ας το χωνέψουμε λοιπόν και ας πάμε παρακάτω. Θα ξεχαστεί σύντομα εξάλλου αυτό το Νόμπελ :p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.