Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Του πολέμου / Στο άλογό μου


Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;
 
Μ' αυτές τις σκέψεις στο κεφάλι, έπιασα να ξαναδιαβάσω τα δύο υπέροχα αφηγήματα που περιλαμβάνονται στην ομώνυμη συλλογή του Νίκου Καββαδία. Να μην ξεχνάμε ότι ο Νίκος Καββαδίας εκτός από σπουδαία ποιήματα, έγραψε και τρία υπέροχα αφηγήματα – το τρίτο, είναι το (εκτενέστερο) εκπληκτικό “Λι”, που το συγκεκριμένο το ξαναδιαβάζουμε με κάθε ιδιωτικοποίηση που παραχωρείται στους Κινέζους! 

Στο αφήγημα “Του πολέμου”, ο αφηγητής, ένας στρατιώτης που χάνει τον δρόμο του κατά την διάρκεια της πορείας προς το Δέλβινο, καταλήγει στην αυλή ενός σπιτιού όταν το εξουθενωμένο μουλάρι του που κουβαλάει υγιεινομικό υλικό, σωριάζεται εκεί πέρα. Ο οικοδεσπότης τον φιλοξενεί με επιφύλαξη και όταν ο αφηγητής βλέπει μια φωτογραφία του γιου του σταλμένη από την Αργεντινή, προφασίζεται ότι τον γνωρίζει για να κερδίσει την εύνοια του γέρου. Στηριζόμενος σε κάποιες πρότερες γνώσεις της ζωής στην Αργεντινή και στην τύχη, πετά κάποια χαρακτηριστικά του γιου, όπου ο γέρος από την ανάγκη του να πιστέψει, εν τέλει τα πιστεύει.

[...] Θυμόμουνα κάποιον πριν πολλά χρόνια σ' ένα σπίτι με πολύ κόσμο στην Αθήνα. Πριν προλάβουν να μας συστήσουν, μ' αγκάλιασε και με φίλησε. Μου θύμισε ένα γλέντι μας στην Νέα Υόρκη (ακόμη δεν έχω πάει σ' αυτή την πολιτεία), τα τραγούδια μου, που του' χα διαβάσει χειρόγραφα, τις γυναίκες που πήγαμε μαζί τους. Φύγαμε μαζί και συνεχίσαμε το γλέντι αλλού. Το πρωί φιληθήκαμε και χωρίσαμε. Πρώτη φορά τον έβλεπα στη ζωή μου. Και τελευταία. Μόνο τους λογικούς δεν μπορείς να πείσεις – ούτε να σε πείσουν.

Όταν ο γέρος πείθεται για την καλοσύνη του αφηγητή, τον πηγαίνει στο μεσά δωμάτιο που κείτεται ο μεγάλος του γιος λαβωμένος, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό των Ιταλών (ο πατέρας του αργότερα δικαιολογεί την πράξη του γιου - «Οι Τόσκοι αγαπάμε την Ρωμιοσύνη. Οι βουνίσιοι, οι Γκέγκηδες, σας οχτρεύονται. Εκείνοι πήγαν με το θέλημά τους στους Ιταλούς. Εμείς με το ζόρι»). Ο αφηγητής περιποιείται με φροντίδα το τραύμα του γιου, απολαμβάνει την φιλοξενία του γέρου και την επόμενη μέρα, συνεχίζει μαζί με το ξεκούραστο μουλάρι, την μοναχική του πορεία.



Το “Στο άλογό μου” είναι ένα σπαρακτικό γράμμα ευγνωμοσύνης, πάλι ενός στρατιώτη, απέναντι στο πιστό του άλογο. Και τα δύο αυτά αφηγήματα είναι μοναδικά στο έργο του Καββαδία γιατί εκτυλίσσονται στην στεριά, με την θάλλασα απλώς να κάνει εμφανίσεις με διάφορες μικρές νύξεις, που συμπυκνώνουν ωστόσο θεαματικά την φιλοσοφία του Καββαδία που ανέπτυξε εκτενώς στα ποιήματα και στην Βάρδια:

[...] Οι κατεβασιές από τους χειμάρρους όλο και θέριευαν. Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν την φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό – στη στεριά είναι κάτι που' χει μέσα του μπαμπεσιά. Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό, μέσα στη λάσπη.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα μοτίβα της μυθολογίας του Καββαδία είναι η αιώνια απορία του αν εμείς οδηγούμε τη ζωή μας ή μας οδηγεί εκείνη, κάτι που εκφράστηκε πλέον αποφθεγματικά με την γνωστή φράση της Βάρδιας, «Τα καράβια δεν τα πάμε. Μας πάνε». Αυτό το μοτίβο απαντάται και στα δύο αφηγήματα της συλλογής, όταν ο αφηγητής το απευθύνει εμμέσως στο μουλάρι («Κείνο το χειμώνα σαλαγούσα ένα φορτωμένο μουλάρι στους κατσικόδρομους της παραλιακής Αλβανίας. Λένε πως το ζώο με πήγαινε και με κυβερνούσε. Το ίδιο μου κάνει») και απευθείας στο άλογό του («Θυμάσαι τη νύχτα με την βροχή; Ανελέητα και οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες;»).

Χαρακτηριστικό μοτίβο στο έργο του Καββαδία αποτελεί επίσης, η εμμονή του και η πίστη του στην τέχνη και μάλιστα σε εκείνη της απεικόνισης και της ζωγραφικής. Όσο βρίσκεται στο σπίτι του γέρου χαζεύει μία λιθογραφία του Gustave Dore που κρέμεται στον τοίχο. Όταν φτάνει η ώρα του αποχωρισμού...

...Έβγαλε κάτι από τον κόρφο του. Ήταν το κόνισμα. Μου το προτείνει χωρίς να μιλάει.

Αρνήθηκα ανασηκώνοντας τα φρύδια μου.

- Για μένα, του' πα, η δύναμή της είναι η τέχνη της. Εσύ, με την πίστη σου, την κάνεις κι αποχτάει δύναμη.

- Κατάλαβα, μουρμούρισε. Θα' πρεπε να σου δώσω κείνη την παλιατσαρία, που' ταν κρεμασμένη στον τοίχο.

Δύο μικρές αφηγήσεις με φόντο εκείνον τον ιστορικό καμβά που γιορτάζουμε σήμερα – αφηγήσεις ωστόσο δοσμένες με λογοτεχνική μαεστρία που υπερβαίνει κατά πολύ το ιστορικό τους πλαίσιο, αλλά δίνει και χώρο να αναστοχαστούμε με ήρεμη ματιά πάνω στην ιστορία και στα βασανισμένα θέματά/θύματά της. Όσοι πάλι θέλετε να μείνετε στο στειρωμένο πνεύμα της επετείου, μιας αλλόκοτης πατριωτικής λοβοτομής, τότε πείτε ΟΧΙ σε όλα και σταθείτε καυλωμένη προσοχή στον καθρέφτη σας! 


Ο Γιώργος Τράπαλης στο "Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία" αναφέρει ότι πρόκειται για λιθογραφία του G. Dore με τίτλο "Pumps in London", ωστόσο δεν κατάφερα να βρω κάτι με αυτό τον τίτλο. Η παραπάνω εικόνα προέρχεται από έργα του χαράκτη σχετικά με τον Λονδίνο. Αν βρείτε το αναφερόμενο έργο, παρακαλώ, ενημερώστε με.

Σχόλια

  1. Διάβαζα τις αρχικές σου ερωτήσεις και μου ήρθαν στο μυαλό οι απορίες ενός κοριτσιού, σε μια ταινία κινουμένων σχεδίων που είδα πρόσφατα - όπως "Τα πρόβατα "μαζεύουν", όταν μείνουν στη βροχή;" και "αν ένας ταξιτζής οδηγήσει με την όπισθεν, τότε σου χρωστάει λεφτά;". ;-) (Ένα σχόλιο έχω μόνο για τις δικές σου ερωτήσεις, πως το εθνικό φρόνημα δεν ψηλώνει ντε και σώνει, μα μπορεί και να χαμηλώνει.)
    Σχετικά με τα διηγήματα του Καββαδία, δεν τα γνώριζα, αλλά μου φάνηκαν και τα δύο ενδιαφέροντα. Το πρώτο, λόγω της αντιπαράθεσης, κατά κάποιον τρόπο, του μακρόκοσμου των "αντιπάλων" με τον μικρόκοσμο της προσωπικής, ανθρώπινης επαφής. Και το δεύτερο, το πιο συγκινητικό (για μένα), λόγω της συναισθηματικής και ηθικής σύνδεσης ανθρώπου - ζώου. Δεν έχω συναντήσει συχνά στη λογοτεχνία την ιδέα ότι είναι δυνατόν να οφείλεις, να έχεις χρέος σε ένα ζωντανό. Αλλά, γιατί όχι;
    Μία τελευταία ερώτηση, δική μου, αυτή τη φορά: γιατί σήμερα λένε "χρόνια πολλά"; :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Tllfwii, φυσικά και η αναφορά στο εθνικό φρόνημα ήταν ειρωνική, εννοείται ότι μπορεί να σε χαμηλώσει ίσα με το δάπεδο, βασικά το θεωρώ ένα χαμερπές συναίσθημα και δεν το συμμερίζομαι διόλου!

      Το γράμμα "Στο άλογό μου" είναι πολύ μικρό σε έκταση αλλά προλαβαίνει να περιβάλλει τις σκέψεις που αναφέρεις στο σχόλιό σου. Φυσικά και να τα διαβασείς, επιπροσθέτως μπορείς να απαλαύσεις και το όμορφο "Λι". Οι εκδόσεις της Άγρας είναι κομψότατες.

      Η δική σου ερώτηση είναι πιο δύσκολο να απαντήθεί και από τις δικές μου, που εξ ορισμού είναι αναπάντητες!! Δεν αντέχω τις κλισέ εκφράσεις και δεν ξέρω γιατί λέγονται. Εκτός και αν η σημερινή ευχή κρύβει κάποιο δυσοίωνο μήνυμα, τύπου, Χρόνια πολλά... να' χουμε να κάνουμε πολέμους;; Στην τελική είναι και αυτή μια άποψη, προβοκατόρικη μεν υλοποιήσιμη δε.

      Σε ευχαριστώ για το σχόλιο. Και του χρόνου να γιορτάζουμε πάλι, γεροί να' μαστε :p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».