Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Του πολέμου / Στο άλογό μου


Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;
 
Μ' αυτές τις σκέψεις στο κεφάλι, έπιασα να ξαναδιαβάσω τα δύο υπέροχα αφηγήματα που περιλαμβάνονται στην ομώνυμη συλλογή του Νίκου Καββαδία. Να μην ξεχνάμε ότι ο Νίκος Καββαδίας εκτός από σπουδαία ποιήματα, έγραψε και τρία υπέροχα αφηγήματα – το τρίτο, είναι το (εκτενέστερο) εκπληκτικό “Λι”, που το συγκεκριμένο το ξαναδιαβάζουμε με κάθε ιδιωτικοποίηση που παραχωρείται στους Κινέζους! 

Στο αφήγημα “Του πολέμου”, ο αφηγητής, ένας στρατιώτης που χάνει τον δρόμο του κατά την διάρκεια της πορείας προς το Δέλβινο, καταλήγει στην αυλή ενός σπιτιού όταν το εξουθενωμένο μουλάρι του που κουβαλάει υγιεινομικό υλικό, σωριάζεται εκεί πέρα. Ο οικοδεσπότης τον φιλοξενεί με επιφύλαξη και όταν ο αφηγητής βλέπει μια φωτογραφία του γιου του σταλμένη από την Αργεντινή, προφασίζεται ότι τον γνωρίζει για να κερδίσει την εύνοια του γέρου. Στηριζόμενος σε κάποιες πρότερες γνώσεις της ζωής στην Αργεντινή και στην τύχη, πετά κάποια χαρακτηριστικά του γιου, όπου ο γέρος από την ανάγκη του να πιστέψει, εν τέλει τα πιστεύει.

[...] Θυμόμουνα κάποιον πριν πολλά χρόνια σ' ένα σπίτι με πολύ κόσμο στην Αθήνα. Πριν προλάβουν να μας συστήσουν, μ' αγκάλιασε και με φίλησε. Μου θύμισε ένα γλέντι μας στην Νέα Υόρκη (ακόμη δεν έχω πάει σ' αυτή την πολιτεία), τα τραγούδια μου, που του' χα διαβάσει χειρόγραφα, τις γυναίκες που πήγαμε μαζί τους. Φύγαμε μαζί και συνεχίσαμε το γλέντι αλλού. Το πρωί φιληθήκαμε και χωρίσαμε. Πρώτη φορά τον έβλεπα στη ζωή μου. Και τελευταία. Μόνο τους λογικούς δεν μπορείς να πείσεις – ούτε να σε πείσουν.

Όταν ο γέρος πείθεται για την καλοσύνη του αφηγητή, τον πηγαίνει στο μεσά δωμάτιο που κείτεται ο μεγάλος του γιος λαβωμένος, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό των Ιταλών (ο πατέρας του αργότερα δικαιολογεί την πράξη του γιου - «Οι Τόσκοι αγαπάμε την Ρωμιοσύνη. Οι βουνίσιοι, οι Γκέγκηδες, σας οχτρεύονται. Εκείνοι πήγαν με το θέλημά τους στους Ιταλούς. Εμείς με το ζόρι»). Ο αφηγητής περιποιείται με φροντίδα το τραύμα του γιου, απολαμβάνει την φιλοξενία του γέρου και την επόμενη μέρα, συνεχίζει μαζί με το ξεκούραστο μουλάρι, την μοναχική του πορεία.



Το “Στο άλογό μου” είναι ένα σπαρακτικό γράμμα ευγνωμοσύνης, πάλι ενός στρατιώτη, απέναντι στο πιστό του άλογο. Και τα δύο αυτά αφηγήματα είναι μοναδικά στο έργο του Καββαδία γιατί εκτυλίσσονται στην στεριά, με την θάλλασα απλώς να κάνει εμφανίσεις με διάφορες μικρές νύξεις, που συμπυκνώνουν ωστόσο θεαματικά την φιλοσοφία του Καββαδία που ανέπτυξε εκτενώς στα ποιήματα και στην Βάρδια:

[...] Οι κατεβασιές από τους χειμάρρους όλο και θέριευαν. Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν την φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό – στη στεριά είναι κάτι που' χει μέσα του μπαμπεσιά. Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό, μέσα στη λάσπη.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα μοτίβα της μυθολογίας του Καββαδία είναι η αιώνια απορία του αν εμείς οδηγούμε τη ζωή μας ή μας οδηγεί εκείνη, κάτι που εκφράστηκε πλέον αποφθεγματικά με την γνωστή φράση της Βάρδιας, «Τα καράβια δεν τα πάμε. Μας πάνε». Αυτό το μοτίβο απαντάται και στα δύο αφηγήματα της συλλογής, όταν ο αφηγητής το απευθύνει εμμέσως στο μουλάρι («Κείνο το χειμώνα σαλαγούσα ένα φορτωμένο μουλάρι στους κατσικόδρομους της παραλιακής Αλβανίας. Λένε πως το ζώο με πήγαινε και με κυβερνούσε. Το ίδιο μου κάνει») και απευθείας στο άλογό του («Θυμάσαι τη νύχτα με την βροχή; Ανελέητα και οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες;»).

Χαρακτηριστικό μοτίβο στο έργο του Καββαδία αποτελεί επίσης, η εμμονή του και η πίστη του στην τέχνη και μάλιστα σε εκείνη της απεικόνισης και της ζωγραφικής. Όσο βρίσκεται στο σπίτι του γέρου χαζεύει μία λιθογραφία του Gustave Dore που κρέμεται στον τοίχο. Όταν φτάνει η ώρα του αποχωρισμού...

...Έβγαλε κάτι από τον κόρφο του. Ήταν το κόνισμα. Μου το προτείνει χωρίς να μιλάει.

Αρνήθηκα ανασηκώνοντας τα φρύδια μου.

- Για μένα, του' πα, η δύναμή της είναι η τέχνη της. Εσύ, με την πίστη σου, την κάνεις κι αποχτάει δύναμη.

- Κατάλαβα, μουρμούρισε. Θα' πρεπε να σου δώσω κείνη την παλιατσαρία, που' ταν κρεμασμένη στον τοίχο.

Δύο μικρές αφηγήσεις με φόντο εκείνον τον ιστορικό καμβά που γιορτάζουμε σήμερα – αφηγήσεις ωστόσο δοσμένες με λογοτεχνική μαεστρία που υπερβαίνει κατά πολύ το ιστορικό τους πλαίσιο, αλλά δίνει και χώρο να αναστοχαστούμε με ήρεμη ματιά πάνω στην ιστορία και στα βασανισμένα θέματά/θύματά της. Όσοι πάλι θέλετε να μείνετε στο στειρωμένο πνεύμα της επετείου, μιας αλλόκοτης πατριωτικής λοβοτομής, τότε πείτε ΟΧΙ σε όλα και σταθείτε καυλωμένη προσοχή στον καθρέφτη σας! 


Ο Γιώργος Τράπαλης στο "Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία" αναφέρει ότι πρόκειται για λιθογραφία του G. Dore με τίτλο "Pumps in London", ωστόσο δεν κατάφερα να βρω κάτι με αυτό τον τίτλο. Η παραπάνω εικόνα προέρχεται από έργα του χαράκτη σχετικά με τον Λονδίνο. Αν βρείτε το αναφερόμενο έργο, παρακαλώ, ενημερώστε με.

Σχόλια

  1. Διάβαζα τις αρχικές σου ερωτήσεις και μου ήρθαν στο μυαλό οι απορίες ενός κοριτσιού, σε μια ταινία κινουμένων σχεδίων που είδα πρόσφατα - όπως "Τα πρόβατα "μαζεύουν", όταν μείνουν στη βροχή;" και "αν ένας ταξιτζής οδηγήσει με την όπισθεν, τότε σου χρωστάει λεφτά;". ;-) (Ένα σχόλιο έχω μόνο για τις δικές σου ερωτήσεις, πως το εθνικό φρόνημα δεν ψηλώνει ντε και σώνει, μα μπορεί και να χαμηλώνει.)
    Σχετικά με τα διηγήματα του Καββαδία, δεν τα γνώριζα, αλλά μου φάνηκαν και τα δύο ενδιαφέροντα. Το πρώτο, λόγω της αντιπαράθεσης, κατά κάποιον τρόπο, του μακρόκοσμου των "αντιπάλων" με τον μικρόκοσμο της προσωπικής, ανθρώπινης επαφής. Και το δεύτερο, το πιο συγκινητικό (για μένα), λόγω της συναισθηματικής και ηθικής σύνδεσης ανθρώπου - ζώου. Δεν έχω συναντήσει συχνά στη λογοτεχνία την ιδέα ότι είναι δυνατόν να οφείλεις, να έχεις χρέος σε ένα ζωντανό. Αλλά, γιατί όχι;
    Μία τελευταία ερώτηση, δική μου, αυτή τη φορά: γιατί σήμερα λένε "χρόνια πολλά"; :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Tllfwii, φυσικά και η αναφορά στο εθνικό φρόνημα ήταν ειρωνική, εννοείται ότι μπορεί να σε χαμηλώσει ίσα με το δάπεδο, βασικά το θεωρώ ένα χαμερπές συναίσθημα και δεν το συμμερίζομαι διόλου!

      Το γράμμα "Στο άλογό μου" είναι πολύ μικρό σε έκταση αλλά προλαβαίνει να περιβάλλει τις σκέψεις που αναφέρεις στο σχόλιό σου. Φυσικά και να τα διαβασείς, επιπροσθέτως μπορείς να απαλαύσεις και το όμορφο "Λι". Οι εκδόσεις της Άγρας είναι κομψότατες.

      Η δική σου ερώτηση είναι πιο δύσκολο να απαντήθεί και από τις δικές μου, που εξ ορισμού είναι αναπάντητες!! Δεν αντέχω τις κλισέ εκφράσεις και δεν ξέρω γιατί λέγονται. Εκτός και αν η σημερινή ευχή κρύβει κάποιο δυσοίωνο μήνυμα, τύπου, Χρόνια πολλά... να' χουμε να κάνουμε πολέμους;; Στην τελική είναι και αυτή μια άποψη, προβοκατόρικη μεν υλοποιήσιμη δε.

      Σε ευχαριστώ για το σχόλιο. Και του χρόνου να γιορτάζουμε πάλι, γεροί να' μαστε :p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.