Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ραδιενεργή λογοτεχνία


Κοντοζυγώνουν και τα Νόμπελ Λογοτεχνίας και όλοι κρατάμε την ανάσα μας. Θα ξέρουμε τον βραβευμένο; Θα προφέρεται το όνομά του με τον αγύμναστο μυ της μεσογειακής μας γλώσσας; Θα έχει μεταφραστεί κάποιο βιβλίο του στα ελληνικά; Πότε θα εμφανιστεί ο πρώτος που θα ανακοινώσει στα κοινωνικά δίκτυα ότι τον γνωρίζει και μάλιστα τον έχει διαβάσει, λαχτάρα ανάλογη με εκείνη της ανακοίνωσης του πρώτου μωρού κάθε νέου χρόνου; Τα πηγαδάκια στις παρέες δίνουν και παίρνουν – νισάφι πια με την πολιτική της Ελλάδας, ας μιλήσουμε και λίγο για την πολιτική της Σουηδίας!

Σχεδόν όλοι έχουμε μια ιδέα για το τι είναι λογοτεχνία και τι όχι, και  έχουμε επανηλειμμένως ονειρευτεί τον συγγραφέα με το άσπρο άλογο που την υπηρετεί καλύτερα από όλους τους άλλους! Ξεκαβαλάτε (δε ξέρω και πώς λέγεται στα σουηδικά)! Το κοντινότερο που έχουμε σε συγγραφέα με άσπρο άλογο να περιτριγυρίζει τα βασιλικά κάστρα, λέγεται πως είναι, ένας τύπος από την Ιαπωνία. Όσοι είστε μαζί του βάλτε ξυπνητήρι, οι υπόλοιποι συνεχίστε τα όνειρα – θα μας ξυπνήσει όλους, εξάλλου, ο εφιάλτης της ανακοίνωσης! Και όταν όλα τελειώσουν, θα μείνει μόνο η λογοτεχνία ή “σαν λογοτεχνία” ή “λογοτεχνία λέγεται αυτό;” ή “λογοτεχνία με πολιτικά κριτήρια” ή “γεωπολιτική λογοτεχνία” ή “λογοτεχνία στα μούτρα τους”. Λογοτεχνία, όμως. 



«Ταξιδιωτικό γραφείο του Κιέβου οργανώνει εκδρομές στο Τσέρνομπιλ. Περιλαμβάνεται ο γύρος των εγκαταλειμμένων πόλεων...
    Τιμές εξαιρετικά συμφέρουσες...
    Επισκεφθείτε τη Μέκκα της πυρηνικής ενέργειας...».

(Εφημερίδα Ναμπάτ, Φεβρουάριος 1996)

Αυτό είναι το τέλος του συνταρακτικότατου βιβλίου της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, ένα κάπως «ανώριμο» επιμύθιο για μια τραγωδία που μετά βίας μπορούμε να συλλάβουμε. Προηγήθηκαν οι εκατοντάδες μαρτυρίες των ανθρώπων που βίωσαν αυτή την καταστροφή. 26 Απριλίου 1986. Μια μέρα που τους βρήκε σε εμπόλεμη κατάσταση. Άντρες που παραδίδονταν ανόητα πρόθυμοι σε ένα ηρωικό φαντασιακό. Γυναίκες που στέρευε ραγδαία μέσα τους η διάθεση για ζωή και η επιθυμία να γίνουν μητέρες. Πατρίδες που εξαερώνονταν ακτινοβολώντας. Σπίτια που εκκενώνονταν βιαίως, μόνο όμως για... τρεις μέρες. Αλλοπαρμένες γάτες και απορημένοι σκύλοι που φρουρούσαν με υπακοή το πεδίο της εγκατάλειψης. Ηλικιωμένοι που περιγελούσαν τον θάνατο απολαμβάνοντας με ηδονή λαμπυρίζουσες πατάτες στο δείπνο τους. Καθηγητές πανεπιστημίου που έχαναν τα γλαφυρά τους λόγια μπροστά στο ανείπωτο.

Ταχυδρόμησα το διήγημα σε ένα περιοδικό και μου απάντησαν πως αυτό δεν ήταν λογοτεχνία, αλλά η περιγραφή ενός εφιάλτη. Γνωρίζω πως, ούτως ή άλλως, δεν έχω συγγραφικό ταλέντο, αλλά νομίζω πως άλλος ήταν ο λόγος της απόρριψης. Αναρωτιέμαι γιατί γράφονται τόσο λίγα για το Τσέρνομπιλ. Γιατί οι συγγραφείς μας επιμένουν να ασχολούνται με τον πόλεμο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και δεν ασχολούνται μ' αυτό. Νομίζετε πως είναι τυχαίο; Νομίζω πως αν είχαμε κερδίσει στο Τσέρνομπιλ, θα γράφονταν πολύ περισσότερα. Ή έστω, αν το είχαμε κατανοήσει στο ελάχιστο. Δεν ξέρουμε όμως πώς να χειριστούμε αυτόν τον τρόμο. Δεν έχουμε την ικανότητα... Γιατί απλούστατα, δεν μπορούμε να το συγκρίνουμε με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία ή με οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας...
Αναρωτιέμαι λοιπόν. Τι είναι προτιμότερο; Να θυμάται κανείς ή να ξεχνά;
(Εβγκένι Αλεξάντροβιτς Μπρόβκιν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκόμιελ)




Η συγγραφέας, σε όλο το βιβλίο “της” δεν γράφει παρά μόνο 4 σελίδες. Φτάνουν και περισσεύουν τόσες. Τα υπόλοιπα θα τα πουν οι μάρτυρες με λόγια μπερδεμένα, πνιχτά, αστεία, ίσως και χυδαία – όπως αυτά τα δίστιχα, που λες και ξεπήδησαν από τα αλλόκοτα μυθιστορήματα του Τόμας Πύντσον:

«Ραδιενέργεια παίρνουμε πολλή
κι όμως δεν πέφτει το ρώσικο καυλί...»

ή

«Αν θέλεις να γίνεις πατέρας,
κρύψ' τ' αρχίδια σου σε μολυβένιο δέρας»

Όλα όσα λέγονται όμως σ'αυτό το βιβλίο είναι εκφάνσεις της ίδιας ανθρώπινης τραγωδίας και έχουν κάθε λόγο να λέγονται. Υποψιάζεσαι ότι η συγγραφέας τα τροποποίησε ελαφρώς για να αποστάξουν όλα τα δυνατά τους συναισθήματα όταν πρέπει και στην μέγιστη ποσότητα ή για να γίνουν πιο καλοδουλεμένες οι “επαρχιώτικες” εκφράσεις των μαρτύρων. Από την άλλη, είσαι σχεδόν σίγουρος ότι τίποτα δεν πειράχτηκε, η βιωμένη οδύνη φρόντισε μόνη της να ακριβολογεί, συντονισμένη στην πιο ύψιστη συχνότητα πόνου!

Δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο μέχρι σήμερα που να με βοηθήσει να καταλάβω. Ούτε τα βιβλία, ούτε το θέατρο, ούτε ο κινηματογράφος με έχουν βοηθήσει να καταλάβω... Έτσι ψάχνω μόνη μου. Ζήσαμε το Τσέρνομπιλ και δεν ξέρουμε τώρα πώς να το χειριστούμε. Δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους μας... Η μητέρα μου δεν ξέρει τι να κάνει. Διδάσκει ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία και με έμαθε να ζω με τα βιβλία. Και ξαφνικά, τα βιβλια δεν χρησιμεύουν σε τίποτα! Η μητέρα μου νιώθει τόσο μπερδεμένη! Δεν μπορεί να ζει χωρίς να αναφέρεται σε βιβλία. Χωρίς να αναφέρεται στον Τσέχοφ ή στον Τολστόι.
(Κάτια Π.)

Ζητώ συγγνώμη για τις πολλές φωτογραφίες (νομίζω είναι απαραίτητες αν θες να συλλάβεις ένα μέρος της αλήθειας του) και τα αποσπάσματα που θα ακολουθήσουν, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω αλλιώς για ένα βιβλίο που μιλάει από μόνο του. Αυτό το βιβλίο θα δημιουργήσει “τερατογενέσεις” εντός σας, αυτά τα “τέρατα” της συμπόνιας, της μνήμης, της ανθρωπιάς που σπανίζουν πια και όταν τα αντικρίζουμε τρομάζουμε και αποστρέφουμε το βλέμμα. Έπρεπε να βρεθεί το θάρρος να γραφτεί αυτό το βιβλίο, και επίσης, πρέπει να βρεθεί και το θάρρος να διαβαστεί. Τα ανθρωπιστικά ισότοπα πρέπει οπωσδήποτε να καλύψουν την επιφάνεια του εγκεφάλου σας! Έκδοση, πρόλογος και μετάφραση ακτινοβολούν όλα τους (μια ερώτηση μόνο: εγκαταλειμμένος/η/ο ή εγκαταλελειμμένος/η/ο;; Αυτή η αναποφαστικότητα, πολύ γρήγορα εκνευρίζει τον αναγνώστη, τον αποπροσανατολίζει, και τελικά τον αφήνει εγκαταλειμμένο. Και εγκαταλελειμμένο.)

Ξέρετε τι είναι η σαρκοφάγος; Ένας τεράστιος τάφος για το νεκρό σώμα του αρχιχειριστή Βαλερί Χόντεμτσουκ – αυτού που χάθηκε κάτω από τα συντρίμμια αμέσως μετά την έκρηξη. Μια πυραμίδα του εικοστού αιώνα.
(Βλαντιμίρ Σβεντ, διοικητής)


Όταν επέστρεφα σπίτι μου, πηγα σ' ένα χορό και γνώρισα μια κοπέλα που μου άρεσε:
- Θες να βγούμε; τη ρώτησα
- Δεν υπάρχει λόγος, μου απάντησε. Έρχεσαι από το Τσέρνομπιλ και φοβάμαι πολύ να κάνω παιδιά μαζί σου!
(Όλεγκ Παβλόφ, πιλότος ελικοπτέρων)

Πρόσφατα με επισκέφτηκε ο αδερφός μου που μένει στην Ασιατική Ρωσία. Μου είπε πως είμαστε σαν τα μαύρα κουτιά που έχουν τα αεροπλάνα στο πιλοτήριό τους... Αυτά που καταγράφουν τι συμβαίνει σε κάθε πτήση... Εμείς νομίζουμε ότι ζούμε, ότι μιλάμε, περπατάμε, τρώμε... Νομίζουμε ότι κάνουμε έρωτα... Στην πραγματικότητα όμως, καταγράφουμε πληροφορίες για την ανθρωπότητα.
(Αντρέι Μπουρτύς, δημοσιογράφος) 

 
Τη χρονιά του ατυχήματος η σοδειά ήταν πολύ καλή! Πώς να πείσεις τους ανθρώπους ότι δεν μπορούν να τρώνε αγγουράκια και τομάτες από τον κήπο τους; Τι σημαίνει “δεν μπορούν”; Ειχαν κανονικότατη γεύση και δεν προκαλούσαν πόνους στο στομάχι. Και κανείς δεν “έλαμπε” στο σκοτάδι, όταν τα έτρωγε.
(Νίνα Κονσταντίνοβα, δασκάλα λογοτεχνίας)

Ο αντιδραστήρας έμοιαζε να εκπέμπει ένα παράξενο φως από το εσωτερικό του. Δεν ήταν πυρκαγιά – έμοιαζε να φωσφορίζει. Ήταν πολύ ωραία. Ποτέ δεν είχα δει κάτι παρόμοιο – ούτε καν στο σινεμά. Όταν σκοτείνιασε, όλη η πόλη βγήκε στα μπαλκόνια.
(Ναντέζντα Πέτροβνα Βιγκόβσκαγια, απομακρυνθείσα από την πόλη Πριπιάτ)

Γι' αυτό πιστεύω πως είναι μάταιο να γράφεις για το Τσέρνομπιλ. Το μόνο που χρειάζεται είναι να κρατάς σημειώσεις. Δεν υπάρχει ούτε ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας που να στηρίζεται στα γεγονότα του Τσέρνομπιλ. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει τη φαντασία!
(Ανατόλι Σιμάνσκι, δημοσιογράφος)

Περιμέναμε το πρώτο μας παιδί. Ο άντρας μου ήθελε αγόρι, εγώ πάλι προτιμούσα κοριτσάκι. Οι γιατροί προσπάθησαν να με πείσουν να κάνω έκτρωση. “Ο σύζυγός σας ήταν στο Τσέρνομπιλ”. Είναι οδηγός και τον στρατολόγησαν στη ζώνη από τις πρώτες μέρες. Μετέφερε άμμο. Δεν πίστεψα κανέναν τους.
Το μωρό γεννήθηκε νεκρό. Του έλειπαν δυο δάχτυλα. Κοριτσάκι. Έκλαψα πολύ. Να είχε, τουλάχιστον, όλα της τα δάχτυλα! Και ήταν και κοριτσάκι...
(Αντονίνα Μαξίμονβα Λαρίβοντσικ, εκκενωθείσα)


Όταν γεννήθηκε δεν ήταν ένα κανονικό νεογέννητο, αλλά ένας ζωντανός σάκος, κλειστός απ' όλες τις πλευρές, χωρίς ούτε ένα ράγισμα. Μόνον τα μάτια της ήταν ανοιχτά. Στον ιατρικό φάκελο έγραψαν: “Σύνθετη παθολογία εκ γενετής: απλασία της έδρας, απλασία του κόλπου, απλασία του αριστερού νεφρού”. Κάπως έτσι λέγεται αυτό που έχει με επιστημονικούς όρους – με απλές λέξεις, λέγεται: “Δεν έχει ποπό, δεν έχει πιπί κι έχει ένα μόνο νεφρό”.
(Λαρίσα Ζ., μητέρα)
 
Ανασηκώναμε το επιφανειακό στρώμα του εδάφους και το τυλίγαμε όπως τα χαλιά... Μαζί με τα χόρτα, τα λουλούδια, τις ρίζες, τις αράχνες, τους σκαραβαίους και τα σκουλήκια. Μια δουλειά για τρελούς. Δεν μπορείς να γδέρνεις έτσι τη γη, να ξεριζώνεις καθετί ζωντανό. Αν δε μεθοκοπούσαμε κάθε βράδυ, δε νομίζω ν' αντέχαμε αυτή την παράνοια.
(Ιβάν Νικολάγιεβιτς Ζμίχοφ, χημικός)

Δε ξέρω αν μπορείτε να αντιληφθείτε την δύναμη της εξουσίας! Στην περίπτωση του Τσέρνομπιλ δεν επρόκειτο για μια απλή απάτη αλλά για έναν πόλεμο ενάντια στους αθώους!
(Βασίλι Μπορίσοβιτς Νεστερένκο, πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Πυρηνικής Ενέργειας της Ακαδημίας Επιστημών της Λευκορωσίας)

Ακόμη κι αυτοί που συμμετείχαν στην κατάσβεση της φωτιάς στον αντιδραστήρα συνειδητοποίησαν αργότερα ότι εκείνο τον καιρό ζούσαν μέσα σ' έναν απίστευτο κυκεώνα από φήμες. Φαίνεται πως ήταν επικίνδυνο να πιάνουν τον γραφίτη με γυμνά χέρια... Φαίνεται... Ίσως...
(Ζίγια Ντανίλοβνα Μπρουκ, ελεγκτής προστασίας του περιβάλλοντος)

Για να περάσει η ώρα, λέγαμε δεκάδες ανέκδοτα. Να σας πω ένα; Στέλνουν ένα αμερικάνικο ρομπότ στην οροφή του αντιδραστήρα. Μέσα σε πέντε λεπτά διαλύεται. Στέλνουν μετά ένα γιαπωνέζικο. Μέσα σε πέντε λεπτά διαλύεται κι αυτό. Τέλος, στέλνουν κι ένα ρώσικο. Αυτό δουλεύει ασταμάτητα για δυο ώρες. Ξέρετε γιατί; Γιατί του είχαν πει πως σε δυο ώρες μπορεί να κάνει τσιγάρο... Χα! Χα! Χα!
(Αλεξάντρ Κουντριάγκιν, εκκαθαριστής)


Ο γιος μου ήταν ο μόνος μαθητής από το Τσέρνομπιλ στην τάξη του. Όλοι τον φοβόντουσαν και τον αποκαλούσαν “πυγολαμπίδα”. Φοβήθηκα πως η παιδική του ηλικία θα τερματιζόταν πολύ γρήγορα...
(Ναντέζντα Πέτροβνα Βιγκόβσκαγια, απομακρυνθείσα από την πόλη Πριπιάτ)
  
Έχετε ξεχάσει μάλλον ότι πριν από το Τσέρνομπιλ ο κόσμος ονόμαζε την πυρηνική ενέργεια “ο ειρηνικός εργάτης”. Νιώθαμε πολύ περήφανοι που ζούσαμε στην εποχή του ατόμου. Δε θυμάμαι κανέναν να είχε φοβηθεί την πυρηνική ενέργεια.
(Βλαντιμίρ Μαντβέγιεβιτς Ιβάνοφ, πρώην Γενικός Γραμματέας της τοπικής επιτροπής του Κόμματος στο Σλάβγκοροντ)

Θα σας αφηγηθώ ένα περιστατικό. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή ψέμα. Ένας στρατιώτης παίρνει τηλέφωνο το κορίτσι του. Αυτή τον ρωτάει τι κάνει στο Τσέρνομπιλ. Αυτός αποφασίζει να της κάνει τον έξυπνο. “Μόλις βγήκα απ' τον αντιδραστήρα” της λέει “και πλένω τα χέρια μου”. Το τηλέφωνο νεκρώνει. Η συζύτηση είχε διακοπεί από την Κα Γκε Μπε.
(Ιβάν Νικολάγιεβιτς Ζμίχοφ, χημικός)

Τώρα που μιλάω, σκέφτομαι όλα αυτά τα “εμείς”. Σκέφτομαι πως είναι κι αυτό ένα είδος βαρβαρότητας. Πάντα λέμε “εμείς” και όχι “εγώ”. “Θα τους δείξουμε τι πάει να πει σοβιετικός ηρωισμός, θα τους δείξουμε ποιος είναι ο χαρακτήρας του Σοβιετικού”. Υπάρχει όμως και το “εγώ”. ΕΓΩ δε θέλω να πεθάνω, ΕΓΩ φοβάμαι...
(Ναταλία Αρσένιεβνα Ρόσλοβα, πρόεδρος της Επιτροπής Γυναικών του Μόλγκιεφ, «Παιδιά του Τσέρνομπιλ»)



Το Τσέρνομπιλ είναι μια μεταφορά, ένα σύμβολο.
(Ναντέζντα Αφανασίεβνα Μπουράκοβα, κάτοικος Χοϊνίκι)


Υ.Γ. 2666  Το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας θα το πάρει ο Τόμας Πύντσον, ο καλύτερος συγγραφικός επιβήτορας που έχουμε ακόμα σ' αυτόν τον σκατόκοσμο!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!